Πηγή: Νέα Κρήτη
Το καλώδιο ξαναμπαίνει στις ράγες, αλλά η Κάσος βγάζει τον λογαριασμό
Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους και να μη γεμίζουμε τον λαό μας με φανφάρες περί μεγάλης γεωπολιτικής νίκης στην Ανατολική Μεσόγειο. Γιατί το πραγματικό στοίχημα του GSI – το υποθαλάσσιο ηλεκτρικό καλώδιο, όπως το έμαθε ο κόσμος – δεν είναι η γαλλική πολυεθνική Meridiam, που, εκτός των άλλων, έχει ήδη μπίζνες και με την Τουρκία, με τη διαχείριση και τη διεκδίκηση αξιοποίησης των εισπρακτικών τελών στα Στενά του Βοσπόρου.
Είναι τι θα γίνει όταν εμφανιστεί ξανά η Τουρκία, πρώτα-πρώτα, ανατολικά της Κάσου, αμέσως μετά τα 6 ναυτικά μίλια.
Η «επανεκκίνηση»
Χρειάστηκαν δύο χρόνια αδράνειας, αναβολών και μιας γεωπολιτικής εμπλοκής που ουδέποτε αντιμετωπίστηκε πραγματικά, για να φτάσουμε σήμερα στην ανακοίνωση ότι οι υποθαλάσσιες έρευνες για το Great Sea Interconnector (GSI) μπαίνουν ξανά στην αφετηρία.
Το έργο, που φιλοδοξεί να συνδέσει ηλεκτρικά την Ελλάδα με την Κύπρο και από εκεί το Ισραήλ – αλήθεια, γιατί προσώρας το ξέχασαν στις διθυραμβικές αναφορές κατά την υπογραφή, στο Μέγαρο Μαξίμου παρακαλώ, των συμβάσεων με τη Meridiam; – αποκτά πλέον καινούργια επενδυτική αρχιτεκτονική.
Η γαλλική Meridiam εισέρχεται ως πλειοψηφικός μέτοχος, ενώ η Nexans, επίσης γαλλικών συμφερόντων, παραμένει συνδεδεμένη με την κατασκευή του καλωδίου.
Η κυβερνητική εικόνα είναι περίπου αυτή: βρέθηκε ο επενδυτής, εξασφαλίστηκε η χρηματοδοτική βάση, μπήκε η Γαλλία πιο δυνατά και γεωστρατηγικά στο έργο και, επομένως, το GSI μπορεί να ξαναξεκινήσει.
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Το καλώδιο δεν σταμάτησε επειδή έλειπε ο επενδυτής.
Σταμάτησε επειδή, όταν το ερευνητικό πλοίο βρέθηκε στην περιοχή της Κάσου, εμφανίστηκε το Τουρκικό Ναυτικό και η ελληνική πλευρά δεν επέλεξε να στηρίξει μέχρι τέλους την άσκηση των δικαιωμάτων της, πέραν των 6 ναυτικών μιλίων και, μάλιστα, σε περιοχή επισήμως οριοθετημένης ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Αυτή για την οποία η ίδια η κυβέρνηση, αν και πρωτοφανώς τμηματική και όχι πλήρης οριοθέτηση και με μειωμένη επήρεια σε βάρος της Κρήτης, ενός από τα μεγαλύτερα νησιά της Μεσογείου, και άλλων ελληνικών νησιών και νησίδων, πανηγύριζε ότι κόβει στα δύο το παράνομο Τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Αυτό είναι το πραγματικό προηγούμενο.
Και γι’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι εάν η Meridiam θα βάλει κεφάλαια ούτε εάν η Nexans θα συμμετάσχει στις εργασίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ένα: Όταν το ερευνητικό σκάφος επιστρέψει στην περιοχή της Κάσου, ποιος θα αποφασίσει πώς θα κινηθεί εάν η Τουρκία ξαναπαρέμβει;
Και υπάρχει ακόμη πιο συγκεκριμένο ερώτημα.
Θα ζητηθεί από τον γαλλικό πλειοψηφικό μέτοχο πλέον να εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας για την πραγματοποίηση των ερευνών;
Εάν η απάντηση είναι «ναι», τότε αλλάζει όλη η συζήτηση.
Γιατί άλλο πράγμα είναι ένας ιδιώτης επενδυτής να θέλει να γνωρίζει το επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου ενός έργου και άλλο πράγμα να θεωρείται προϋπόθεση για την υλοποίηση του έργου η τουρκική συναίνεση.
Στη δεύτερη περίπτωση, η Τουρκία αποκτά στην πράξη ρόλο εκεί όπου το ελληνικό κράτος υποστηρίζει ότι δεν έχει κανένα τέτοιο δικαίωμα και έχει ήδη γι’ αυτό οριοθετημένη ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Και αυτή είναι η λεπτομέρεια που δεν πρέπει να χαθεί πίσω από τα πανηγυρικά δελτία Τύπου.
Η Κάσος δεν είναι «γκρίζα»
Η περιοχή της Κάσου δεν είναι κάποια αδιευκρίνιστη θαλάσσια ζώνη. Η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν υπογράψει συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ, η οποία έχει επίσημα κατατεθεί και αναρτηθεί στον ΟΗΕ.
Επομένως, όταν μιλάμε για εργασίες στην περιοχή πέραν των 6 ναυτικών μιλίων ανατολικά της Κάσου και εντός της οριοθετημένης ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ, δεν μιλάμε για έναν χώρο όπου η Τουρκία διαθέτει δικαίωμα έγκρισης των ελληνικών ενεργειών.
Η Αθήνα υποστηρίζει ότι πρόκειται για άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η Άγκυρα υποστηρίζει κάτι διαφορετικό. Αλλά η τουρκική θέση δεν μετατρέπεται σε δικαίωμα επειδή επαναλαμβάνεται επίμονα.
Το πρόβλημα είναι άλλο: εάν η ελληνική πλευρά, από φόβο μιας νέας κρίσης ή προκειμένου να καθησυχάσει έναν ιδιώτη επενδυτή, αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν να χρειάζεται τουρκική έγκριση, τότε η διαφορά από τη νομική θεωρία περνά στην πολιτική πράξη.
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Το 2024 δεν ήταν τεχνική καθυστέρηση
Το ιταλικό ερευνητικό σκάφος Ievoli Relume, που είχε μισθωθεί από τον ΑΔΜΗΕ, είχε αναλάβει να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες έρευνες. Η διαδικασία, όμως, ανεστάλη μετά την τουρκική παρέμβαση στην περιοχή τον Ιούλιο του 2024.
Οι εργασίες που είχαν προγραμματιστεί να ολοκληρωθούν τον Δεκέμβριο του 2025 δεν ολοκληρώθηκαν. Και το πιο σημαντικό: δεν επρόκειτο απλώς για μια καθυστέρηση τεχνικού χαρακτήρα. Η ελληνική κυβέρνηση είχε μπροστά της ένα κλασικό τεστ κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Και επέλεξε τότε να μην το κλιμακώσει.
Η λογική των «ήρεμων νερών» μπορεί να είχε ως στόχο να αποτραπεί μια νέα ελληνοτουρκική κρίση. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν ότι ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος βρέθηκε να εξαρτάται στην πράξη από το εάν η Τουρκία θα αποφασίσει να παρέμβει.
Αυτό είναι που πρέπει τώρα να απαντηθεί. Γιατί η αλλαγή επενδυτή δεν αλλάζει από μόνη της το γεωπολιτικό δεδομένο.
Η γαλλική είσοδος, η Αθήνα και το παιχνίδι των επενδυτών
Η είσοδος της Meridiam αποτελεί ασφαλώς σημαντική εξέλιξη.
Αλλά πρέπει να αποφεύγεται ένας εύκολος συμψηφισμός: άλλο η χρηματοδοτική ενίσχυση του έργου και άλλο η επίλυση της γεωπολιτικής του εκκρεμότητας.
Η Meridiam μπορεί να προσθέσει κεφάλαια, τεχνογνωσία και διεθνή επενδυτική αξιοπιστία. Μπορεί επίσης να προσφέρει ένα ισχυρό γαλλικό πολιτικό αποτύπωμα.
Ο ΑΔΜΗΕ, από την άλλη, παραμένει στρατηγικός μέτοχος, με δικαιώματα καταστατικής μειοψηφίας και τεχνικό ρόλο στον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη λειτουργία της διασύνδεσης. Παράλληλα, αναμένεται να ανακτήσει περίπου το 66% των κεφαλαίων που έχει ήδη επενδύσει.
Από καθαρά οικονομική σκοπιά, λοιπόν, η συμφωνία μπορεί να παρουσιάζεται ως ενίσχυση.
Από γεωπολιτική, όμως, σκοπιά, η ερώτηση παραμένει.
Ποιος θα πάρει την απόφαση όταν έρθει η δύσκολη ώρα;
Γιατί ο ιδιώτης επενδυτής δικαιούται να υπολογίζει τον κίνδυνο. Το κράτος, όμως, έχει μια άλλη υποχρέωση: να καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί ο επενδυτής.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η Αθήνα πρέπει να προσέξει να μην αντιστραφούν οι ρόλοι.
Το «σχέδιο Μακρόν» και η αλλαγή σκυτάλης
Η γαλλική εμπλοκή δεν προέκυψε από το πουθενά. Ο Εμανουέλ Μακρόν είχε ενημερώσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη κατά τις συνομιλίες τους στην Αθήνα τον περασμένο Απρίλιο και έκτοτε το Παρίσι κινήθηκε ενεργότερα στο ζήτημα.
Η αρχική γαλλική προσέγγιση είχε ως βασικό άξονα τη Nexans και τη συμμετοχή της στις ερευνητικές εργασίες. Η εταιρεία, ωστόσο, δεν θέλησε να επωμιστεί μόνη της το σύνολο της ευθύνης, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τεχνικές παραμέτρους.
Έτσι διαμορφώθηκε το νέο σχήμα με ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans. Το γεγονός έχει σημασία. Διότι η Ελλάδα δεν έχει πλέον απέναντί της μόνο ένα κρατικό ενεργειακό σχέδιο.
Έχει έναν διεθνή επενδυτή, μια μεγάλη γαλλική βιομηχανία και ένα έργο με ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Και αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πλεονέκτημα για την Αθήνα.
Υπό μία προϋπόθεση: να μη χρησιμοποιηθεί η είσοδος των ξένων επενδυτών ως πρόσχημα για να μεταφερθεί στους ίδιους το πολιτικό κόστος μιας τουρκικής αντίδρασης.
Το προηγούμενο της Τουρκίας δεν είναι θεωρητικό
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει διατυπώσει κατ’ επανάληψη την αξίωση ότι ενεργειακά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να προχωρούν χωρίς τουρκική συναίνεση ή εμπλοκή.
Νομικά, η τουρκική θέση δεν δημιουργεί από μόνη της δικαίωμα. Πολιτικά, όμως, παράγει ένα άλλο αποτέλεσμα. Δημιουργεί αβεβαιότητα.
Και η αβεβαιότητα είναι συχνά αρκετή για να κάνει έναν ιδιώτη επενδυτή πιο προσεκτικό από ένα κράτος.
Εδώ βρίσκεται η παγίδα.
Η Τουρκία μπορεί να μη χρειάζεται να επιβάλει επισήμως μια απαγόρευση. Μπορεί να αρκεί να εμφανίζεται στην περιοχή, να παρακολουθεί, να παρεμβαίνει και να δημιουργεί το ενδεχόμενο μιας κρίσης. Ο ιδιώτης τότε σκέφτεται το κόστος.
Το κράτος, όμως, δεν μπορεί να σκέφτεται μόνο το κόστος.
Πρέπει να σκέφτεται και το προηγούμενο που δημιουργείται.
Τα «μικρά» περιστατικά, μεγάλο πρόβλημα
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ανησυχητική πλευρά της υπόθεσης.
Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο το GSI. Τα τελευταία περιστατικά με ιδιωτικές εταιρείες και ερευνητικά πλοία δείχνουν ότι η τουρκική προσπάθεια δεν περιορίζεται σε μια μεγάλη ενεργειακή διασύνδεση.
Αφορά την ίδια τη συμπεριφορά ιδιωτικών εταιρειών όταν βρεθούν αντιμέτωπες με τουρκική παρενόχληση.
Το περιστατικό με το Maasvliet
Τον Απρίλιο, το ολλανδικό ερευνητικό πλοίο Maasvliet, μισθωμένο από αμερικανική εταιρεία, είχε λάβει άδειες από τις ελληνικές και αιγυπτιακές αρχές για εργασίες που αφορούσαν την ανέλκυση παλαιού υποθαλάσσιου τηλεπικοινωνιακού καλωδίου Νοτιοανατολικής Ασίας – Μέσης Ανατολής – Δυτικής Ευρώπης.
Δεν επρόκειτο καν για πόντιση νέου καλωδίου. Επρόκειτο για ανέλκυση υφιστάμενου καλωδίου.
Και όμως, το πλοίο παρακολουθήθηκε από τουρκικό UAV και στη συνέχεια παρενέβη τουρκική φρεγάτα, η Goksu. Το αποτέλεσμα ήταν το Maasvliet να αποχωρήσει από την περιοχή.
Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα.
Όταν ένα πλοίο έχει λάβει άδεια από την Ελλάδα και την Αίγυπτο για εργασία στην περιοχή, αλλά μια τρίτη χώρα εμφανίζεται στρατιωτικά και αμφισβητεί την παρουσία του, ποια στάση κρατά τελικά ο ιδιώτης;
Νομικά μπορεί να έχει δίκιο. Επιχειρηματικά, όμως, μπορεί να επιλέξει την αποχώρηση. Και αυτό ακριβώς είναι που θέλει να πετύχει η Άγκυρα.
Όχι κατ’ ανάγκην να κερδίσει μια νομική μάχη.
Να δημιουργήσει τέτοιο επίπεδο αβεβαιότητας, ώστε οι εταιρείες να αυτοπεριορίζονται.
Το Maasvliet δεν επέστρεψε.
Και παραμένει ανοικτό το ερώτημα εάν οι αρμόδιες αρχές της Ολλανδίας και των ΗΠΑ θεωρούν ότι οι ελληνικές άδειες ήταν επαρκείς ή εάν αντιμετωπίζουν πλέον την τουρκική παρέμβαση ως παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Vodafone: Το ερώτημα δεν ήταν τεχνικό, ήταν πολιτικό
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το περιστατικό που αφορά τη Vodafone.
Τον περασμένο Ιούνιο, η εταιρεία δεν είχε αποσαφηνίσει πλήρως προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών και το Πολεμικό Ναυτικό εάν ένα δικό της έργο στην περιοχή θα στηριζόταν αποκλειστικά στις ελληνικές ερευνητικές άδειες ή εάν θα υπήρχε κάποια άλλη διαδικασία συνεννόησης.
Αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται σαν λεπτομέρεια διοικητικής φύσεως.
Δεν είναι.
Είναι το σημείο όπου φαίνεται η πραγματική δυσκολία.
Για μια ιδιωτική εταιρεία, η διασφάλιση της επένδυσης είναι αυτονόητη προτεραιότητα. Για το ελληνικό κράτος, όμως, υπάρχει μία πρόσθετη παράμετρος: δεν μπορεί η ασφάλεια μιας ιδιωτικής επένδυσης να μετατρέπεται σε έμμεση αναγνώριση ότι η Τουρκία έχει δικαίωμα συναίνεσης.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να χαραχθεί η κόκκινη γραμμή.
Εάν η εταιρεία ρωτά: «Μπορώ να κινηθώ με την ελληνική άδεια;», η απάντηση της Αθήνας οφείλει να είναι καθαρή.
Εάν, όμως, η απάντηση μετατραπεί σε «περιμένετε να δούμε τι λέει και η Τουρκία», τότε έχει ήδη αλλάξει το πλαίσιο.
Cosmote: Το πιο αποκαλυπτικό ίσως επεισόδιο
Το περιστατικό με την Cosmote είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικό.
Ερευνητικό πλοίο που ενεργούσε για λογαριασμό της Cosmote βρέθηκε αντιμέτωπο, μέσω ασυρμάτου, με τουρκικό περιπολικό σκάφος.
Εδώ βρίσκεται η λεπτομέρεια που έχει τη μεγαλύτερη πολιτική σημασία.
Το ελληνικό ερευνητικό σκάφος δεν απάντησε απλώς ότι δρα βάσει των ελληνικών αδειών. Αναζήτησε διευκρινίσεις από την τουρκική πλευρά.
Μπορεί κάποιος να πει ότι πρόκειται για μια επιχειρησιακή επιλογή ενός πληρώματος που ήθελε να αποφύγει την ένταση.
Ακριβώς, όμως, εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
Γιατί όταν ένα ιδιωτικό ερευνητικό σκάφος, που δρα βάσει ελληνικής άδειας, αισθάνεται ότι χρειάζεται να ζητήσει διευκρίνιση από την Τουρκία για το εάν μπορεί να συνεχίσει, τότε η τουρκική αξίωση έχει αρχίσει να λειτουργεί de facto, ακόμη κι αν δεν έχει κανένα de jure έρεισμα.
Αυτό είναι το πραγματικό παιχνίδι.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να αποκτήσει με μια συνθήκη το δικαίωμα που διεκδικεί.
Αρκεί να κάνει τις εταιρείες να συμπεριφέρονται σαν να το έχει.
Και εάν αυτό γίνει επανειλημμένα, δημιουργείται σταδιακά μια πρακτική. Η πρακτική δημιουργεί «δεδικασμένο» στη συνείδηση των επενδυτών.
Και κάποια στιγμή το κράτος βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα που το ίδιο δεν έχει αναγνωρίσει επισήμως, αλλά έχει επιτρέψει να παγιωθεί στην πράξη.
Γιατί τα δύο περιστατικά έχουν σημασία για το GSI
Εδώ ακριβώς συνδέονται τα δύο περιστατικά με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου. Γιατί κάποιος μπορεί να πει: «Άλλο ένα τηλεπικοινωνιακό έργο και άλλο ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό project πολλών δισεκατομμυρίων». Σωστά. Αλλά υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής.
Το πλοίο. Η ελληνική άδεια. Η τουρκική παρέμβαση.
Και η αντίδραση του ιδιώτη.
Αυτό είναι το μοτίβο. Και εάν αυτό το μοτίβο επαναληφθεί στην Κάσο με το GSI, τότε η Meridiam θα βρεθεί μπροστά στο ίδιο δίλημμα που αντιμετωπίζουν όλοι οι ιδιώτες: να συνεχίσει, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο μιας τουρκικής παρέμβασης; Ή να ζητήσει προηγουμένως πολιτική διασφάλιση;
Και ποιος θα της τη δώσει; Η Αθήνα; Οι Βρυξέλλες; Το Παρίσι;
Ή, τελικά, θα αρχίσει η συζήτηση για «συνεννόηση» με την Άγκυρα;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να πει «ναι»
Και φτάνουμε στο σημείο που ίσως είναι το σημαντικότερο ολόκληρης της υπόθεσης. Η Τουρκία δεν έχει κανέναν λόγο να βιαστεί να δώσει τη σύμφωνη γνώμη της ή, ακόμη καλύτερα, δεν θα έχει πρακτικά και κανέναν λόγο να πει όχι.
Για την Άγκυρα, όμως, η μεγάλη επιτυχία δεν θα ήταν να πει «ναι» στην πόντιση του καλωδίου. Η μεγαλύτερη επιτυχία θα ήταν να της ζητηθεί η άδεια.
Γιατί από τη στιγμή που μια ελληνική κυβέρνηση ή ένας διεθνής επενδυτής θεωρήσει αναγκαίο να ρωτήσει την Τουρκία, «συμφωνείς να πραγματοποιήσουμε τις έρευνες;», έχει ήδη γίνει ένα καίριο βήμα.
Και το βήμα αυτό δεν είναι τεχνικό.
Είναι πολιτικό.
Διότι η ερώτηση προϋποθέτει ότι ο ερωτώμενος έχει κάποιον ρόλο. Και στην περιοχή όπου η Ελλάδα έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Αίγυπτο, η Αθήνα οφείλει να εξηγήσει γιατί θα πρέπει να αναγνωριστεί τέτοιος ρόλος στην Τουρκία.
Το Ισραήλ και η παράλειψη που γεννά ερωτήματα
Υπάρχει και το τρίτο σκέλος του GSI.
Το Ισραήλ.
Η διασύνδεση Ελλάδας-Ισραήλ δεν είναι καινούργια ιδέα. Η σχετική συμφωνία χρονολογείται από τον Αύγουστο του 2013, ενώ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει επανειλημμένα αναδείξει τη σημασία του έργου.
Γι’ αυτό και η περιορισμένη αναφορά στην προχθεσινή κυβερνητική φιέστα στο Μέγαρο Μαξίμου, μόνο στη διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, δημιουργεί ερωτήματα.
Είναι απλή επικοινωνιακή επιλογή; Είναι προσωρινή αναφορά; Ή έχει αλλάξει κάτι στη συνολική αρχιτεκτονική του έργου;
Η απάντηση πρέπει να είναι σαφής.
Γιατί το GSI δεν είναι απλώς ένα καλώδιο Αθήνας-Λευκωσίας. Είναι ενεργειακός διάδρομος με ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Και ο λογαριασμός παραμένει ανοιχτός.
Η υπόθεση δεν τελειώνει με την είσοδο της Meridiam
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξακολουθεί να εξετάζει τον τρόπο αξιοποίησης των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων του έργου ως «Έργου Κοινού Ενδιαφέροντος» (PCI).
Παραμένουν επίσης ερωτήματα για τις χρηματικές επιβαρύνσεις που συνδέθηκαν με την αναστολή των εργασιών του Ievoli Relume, 149.000 δολάρια για κάθε ημέρα αναστολής και επιπλέον 1.400.000 δολάρια για τη μακρόχρονη αποχώρηση και επιστροφή του πλοίου στη συγκεκριμένη θαλάσσια όδευση.
Υπάρχουν ακόμη οι νέες οικονομικές και τεχνικές μελέτες που είχε προαναγγείλει ο αρμόδιος υπουργός, Σταύρος Παπασταύρου.
Και βεβαίως υπάρχει ο χρόνος.
Οι βυθομετρικές έρευνες, ακόμη και εάν ξεκινήσουν χωρίς νέα εμπλοκή, υπολογίζεται από ειδικούς επί του θέματος ότι θα χρειαστούν περίπου 20 μήνες.
Κοινώς, δεν μιλάμε για έργο που «ξεκινά αύριο».
Μιλάμε για μια μακρά διαδικασία.
Και γι’ αυτό ακριβώς η κρίσιμη πολιτική απόφαση πρέπει να ληφθεί τώρα.
Πριν επιστρέψει το πρώτο ερευνητικό πλοίο.
GSI – Το πραγματικό τεστ θα γίνει στην Κάσο
Η Meridiam μπορεί να δώσει στο GSI χρήματα. Η Nexans μπορεί να δώσει τεχνογνωσία. Η Γαλλία μπορεί να προσφέρει πολιτική στήριξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσφέρει θεσμικό και χρηματοδοτικό βάρος.
Όλα αυτά είναι σημαντικά.
Αλλά κανένα από αυτά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.
Τι θα κάνει η Ελλάδα όταν η Τουρκία ξαναεμφανιστεί;
Εάν η Αθήνα πει ότι οι έρευνες θα γίνουν με βάση τις ελληνικές άδειες, μέσα στην περιοχή της ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ, και ότι δεν απαιτείται τουρκική συναίνεση, τότε η θέση είναι καθαρή.
Εάν πάλι το νέο επενδυτικό σχήμα αναζητήσει προηγουμένως κάποια μορφή τουρκικής αποδοχής, τότε το ζήτημα γίνεται πολύ σοβαρότερο.
Γιατί η Άγκυρα μπορεί να μη χρειαστεί να επιβάλει τίποτα.
Θα έχει ήδη πετύχει το σημαντικότερο: να της ζητηθεί η γνώμη.
Και τότε θα έχει ανοίξει μια πόρτα που μέχρι σήμερα η Αθήνα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα του GSI.
Όχι αν η Meridiam θα βάλει περισσότερα ή λιγότερα εκατομμύρια. Όχι αν η Nexans θα μισθώσει ή θα συμμετάσχει στην έρευνα. Όχι αν το καλώδιο θα ξαναμπεί στα σχέδια.
Το ερώτημα είναι εάν μαζί με το καλώδιο θα ξαναμπεί στο τραπέζι και η τουρκική αξίωση για δικαίωμα συναίνεσης.
Γιατί τότε η Ελλάδα δεν θα έχει απλώς επανεκκινήσει ένα έργο.
Θα έχει επανεκκινήσει και μια πολύ επικίνδυνη πρακτική: να χρειάζεται η άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων την ανοχή εκείνου που τα αμφισβητεί, της Τουρκίας.
Και αυτή τη φορά η Κάσος δεν θα είναι απλώς το σημείο από όπου θα περάσει ένα καλώδιο.
Θα είναι το σημείο όπου θα φανεί εάν τα «ήρεμα νερά» ήταν μια προσωρινή διπλωματική επιλογή ή μια μόνιμη μέθοδος διαχείρισης της τουρκικής αμφισβήτησης.
Εκεί θα κριθούν όλα.
Και τότε δεν θα μετρήσει ποιος ανακοίνωσε την επανεκκίνηση του GSI.
Θα μετρήσει ποιος θα έχει το θάρρος να την ολοκληρώσει χωρίς να ζητήσει από την Άγκυρα άδεια για να ασκήσει η Ελλάδα τα δικαιώματά της.

