Στο κατώφλι των καιρών
Το έναυσμα για μια σειρά αναρωτήσεις ήρθε μια αυγουστιάτικη νύχτα στη Ρόκκα. Η Ρόκκα είναι ένα ημιορεινό χωριό του δήμου Κίσσαμου, με καμιά πενηνταριά κατοίκους, 35 χιλιόμετρα από τα Χανιά. Κτισμένο στους πρόποδες ενός απότομου ασβεστολιθικού λόφου δεσπόζει στο κάμπο που φτάνει μέχρι το κόλπο του Κίσσαμου.

Η… άγνωστη «Πρώτη Σουίτα»
Εκεί λοιπόν, στον αρχαιολογικό χώρο του χωριού, πραγματοποιούνται πολιτιστικές εκδηλώσεις υψηλού πολιτιστικού επιπέδου με μεγάλη προσέλευση κοινού.
Στο τέλος μιας βραδιάς αφιερωμένης στη συμφωνική μουσική, πριν χρόνια, όλοι εμείς, χειροκροτούσαμε όρθιοι το έργο που μόλις είχαμε κοινωνήσει. Ήταν ένα άγνωστο στο ευρύ κοινό κομμάτι της δημιουργίας του Μίκη Θεοδωράκη, που όμως είχε τύχει σημαντικής αναγνώρισης στο εξωτερικό:
Ήταν «το πανηγύρι της Ασή Γωνιάς, Σουίτα Νο 1», έργο για πιάνο και ορχήστρα.
Το πανηγύρι της Ασή Γωνιάς είναι ένα διονυσιακό θρησκευτικό πανηγύρι των βοσκών της ευρύτερης περιοχής οι οποίοι, γύρω στις 28 Απρίλη, φέρνουν τα κοπάδια τους στην Ασή Γωνιά, στη Γιορτή – πανηγύρι του Άη Γιώργη του Γαλατά. Οι παπάδες ευλογούν τα ζώα και οι βοσκοί τα αρμέγουν και προσφέρουν τζάμπα τόνους από γάλα στους «πανηγυριώτες» με τους ήχους λαούτων και λύρας.
Αυτό το ξεχωριστό πανηγύρι ήταν η πηγή έμπνευσης για τον Μίκη.
Γι’ αυτό ακριβώς και σημειώνει πως στη σουίτα «πίσω από τα ξέφρενα βακχικά ουρλιαχτά και τις διονυσιακές γκριμάτσες, κρύβεται ο βαθύς ανικανοποίητος πόθος του ανθρώπου που με δέος σκοντάφτει πάνω στο ανελέητο σύνορο της ζωής»[1].
Το έργο άρχισε να το γράφει το 1947 στο Παρίσι, όπου ο Μ. Θεοδωράκης σπούδαζε σύνθεση, ανάλυση και διεύθυνση ορχήστρας στο Παρισινό Κονσερβατουάρ, στην τάξη του κορυφαίου παγκόσμια Ολιβιέ Μεσσιάν [Olivier Messiaen].
Η σύνθεση βασίζεται σε σύγχρονες τεχνικές αλλά και στους ελληνικούς μουσικούς τρόπους και σε κρητικά δημοτικά μοτίβα.
Το έργο ερμηνεύτηκε και ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τη Συμφωνική του Ραδιοφωνικού Σταθμού του Στρασβούργου και παρουσιάστηκε στην Ελλάδα στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 1955.
Η Πρώτη Σουίτα του Θεοδωράκη, έλαβε το πρώτο βραβείο και χρυσό μετάλλιο στον παγκόσμιο διαγωνισμό του Μουσικού Φεστιβάλ Σύνθεσης της Μόσχας το 1957 (στην κριτική επιτροπή ήταν και ο Ντμίτρι Σοστάκοβιτς). Επίσης απέσπασε το αμερικανικό βραβείο «Copley» του 1959 για το καλύτερο ευρωπαϊκό μουσικό έργο της χρονιάς, ενώ εντυπωσίασε τον Δημήτρη Μητρόπουλο, που εκφράστηκε με θερμά λόγια για το έργο και τον συνθέτη.
Για να σκεφτούμε όμως….
Το 1947, όταν άρχισε να γράφει τη σουίτα ο Θεοδωράκης ήταν μόλις 22 χρόνων. Στην Κρήτη είχε πρωτοπάει για να ζήσει αργότερα, το 1950 και ως το 1954. Πότε πρόλαβε, λοιπόν, ο 23χρονος Μίκης και έμαθε (από διηγήσεις προφανώς) τα της Ασή Γωνιάς, πότε και πώς τα «χώνεψε» στη φαντασία του ώστε να γράψει αυτό το αριστούργημα;
«Ο Μίκης ήταν γεμάτος, ήταν πηγή, έμοιαζε με ηφαίστειο. Είχε τόσες μελωδίες μέσα του, που δεν ξέρω τίποτα παρόμοιο στην ιστορία της μουσικής. Τόσες πολλές και ωραίες μελωδίες. Ίσως αν ο Σούμπερτ είχε ζήσει περισσότερα χρόνια, ίσως να έγραφε κι αυτός… παρόμοια τραγούδια επισημαίνει η Αυστραλή πανεπιστημιακός, μουσικός, λογοτέχνης μεταφράστρια, Γκέιλ Χολστ-Γουόρφαρτ [Gail Holst–Warhaft] η οποία συνδέθηκε στενά με την Ελλάδα, το ρεμπέτικο και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. .
Πρόκειται με λίγα λόγια για μια μουσική ιδιοφυία με το βλέμμα και το νου σταθερά προσανατολισμένα στις αστείρευτες λαϊκές δυνάμεις.
Πρόκειται για έναν επαναστάτη της μουσικής.
Αυτά είναι η μήτρα της θυελλώδους καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
«Αρχικά βασίζομαι αποκλειστικά και μόνο στο ελληνικό δημοτικό μοτίβο και στους ελληνικούς μουσικούς τρόπους και κλίμακες. Η εναρμόνισή τους και η αντιπαράθεσή τους βγαίνουν απολύτως μες απ’ το περιεχόμενο αυτού του μουσικού υλικού με μια προσπάθεια για δημιουργία μιας ιδιαίτερης νεοελληνικής μουσικής, αρμονικής και αντιστικτικής γλώσσας. Στη βάση του έργου υπάρχει ο ρυθμός ο αδιάκοπος, ο ατέλειωτος, ο ακατάλυτος ρυθμός της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Κρήτης. Γι’ αυτό κι αυτή η αυξημένη χρήση των κρουστών και η θεώρηση του πιάνου σαν να είναι πιο πολύ όργανο κρουστό παρά μελωδικό» υπογραμμίζει ο ίδιος ο Μίκης.
Είχε βλέπεις προηγηθεί η συνάντηση του Θεοδωράκη, σε ένα μεγάλο πανηγύρι, στο πανηγύρι της Παναγίας στο Κολυμπάρι Χανίων, με τον σπουδαίο κρητικό λαουτιέρη, τον Στέλιο Κουτσουρέλη. Από τη σύνθεση του οποίου «Αρμενοχωριανός Συρτός», ο Θεοδωράκης εμπνεύστηκε το Συρτάκι.
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος ξεχωρίζει τον Μίκη Θεοδωράκη
Η σουίτα εντυπωσιάζει τον αρχιμουσικό Δημήτρη Μητρόπουλο (1896-1960) για τις ιδιαιτερότητές της, τόσο ως προς τη σύλληψή της όσο και ως προς το αποτέλεσμά της.
Διαβάζουμε σε συνέντευξή του στον έκτακτο συνεργάτη της εφημερίδας «Τα Νέα» της 25ης Μάη 1955, Γιάννη Μπουκουβάλα. Τον ρωτά ο δημοσιογράφος: «Πώς αντιμετωπίζετε τους νέους συνθέτες;».
Και η απάντησή του: «Έρχονται και με βρίσκουν κάθε μέρα πλήθος Σουηδοί, Ολλανδοί, Άγγλοι κι Αμερικανοί νέοι συνθέτες που με παρακαλούν να δω τα έργα τους. Πράγματι, βρίσκω πολλά απ’ αυτά καλογραμμένα. Ακόμα κι ενδιαφέροντα. Δεν μπορώ όμως να τους ικανοποιήσω. Στις πατρίδες τους, σίγουρα θα τα διηύθυνα. Για ένα όμως παγκόσμιο κοινό, τα προσόντα που έχουν δεν είναι αρκετά.
Έχω μεγάλη ευθύνη απέναντι σ’ αυτό το κοινό. Χρειάζονται έργα που να ξεπερνάν τα εθνικά σύνορα. Κι αυτά είναι πολύ λίγα. Ένα τέτοιο ελληνικό έργο είναι του Σκαλκώτα. Βρήκα επίσης ενδιαφέροντα τα έργα νέων καθώς του Γ. Σισιλιάνου και του Μίκη Θεοδωράκη».
Ο Μητρόπουλος δήλωνε δημόσια ότι ο Θεοδωράκης είναι ένας από τους πιο προικισμένους συνθέτες της γενιάς του. Εκτίμησε βαθιά το ταλέντο του, σχεδιάζοντας το 1953 να διευθύνει έργα του στη Νέα Υόρκη με την ομώνυμη Φιλαρμονική. Η συνεργασία τελικά απαγορεύτηκε. Το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, εν μέσω του Μακαρθισμού, αρνείται να δώσει βίζα στον Θεοδωράκη λόγω της αριστερής του δράσης.
Ο Μητρόπουλος, παρά το πολιτικό κλίμα της εποχής, στήριξε έμπρακτα τον Μίκη Θεοδωράκη στα πρώτα του βήματα, αναγνωρίζοντας αμέσως τη μουσική του ιδιοφυΐα. Συνέβαλε καθοριστικά στο να εξασφαλίσει ο Θεοδωράκης υποτροφία για το Παρίσι το 1954. Κι έτσι ο Θεοδωράκης σπούδασε επειδή – όπως κατ’ επανάληψη έχει δηλώσει ο ίδιος- εκτός της υποτροφίας, ο πατέρας του «είχε να του στέλνει για ένα πιάτο φαΐ σε αντίθεση με το Μάνο Χατζηδάκη που δούλευε φορτοεκφορτωτής στου Φιξ».
Ο Θεοδωράκης γύρισε στην Ελλάδα το 1960.
Αλλά μέχρι τότε είχε γράψει τόσα και τέτοια έργα που τον καθιέρωναν παγκόσμια ως ένα κορυφαίο, πλέον, μουσικοσυνθέτη.
Η περίοδος του Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι (1954–1959) ήταν η πιο καθοριστική για τη διεθνή του αναγνώριση ως συνθέτη κλασικής μουσικής, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα για να αλλάξει το λαϊκό τραγούδι. Στο Παρίσι καθιερώθηκε γρήγορα στους διεθνείς καλλιτεχνικούς κύκλους, συνθέτοντας έργα που παίζονταν σε μεγάλες ευρωπαϊκές σκηνές: Συνέθεσε τη μουσική για το μπαλέτο Αντιγόνη (1959), το οποίο ανέβηκε με τεράστια επιτυχία στο περίφημο Covent Garden του Λονδίνου. Έγραψε μουσική για τα μπαλέτα της Λουντμίλα Τσέρινα και το Μπαλέτο της Στουτγάρδης Το 1959 έγραψε τη μουσική για την ταινία Honeymoon (Luna de Miel) του Μάικλ Πάουελ. Το βασικό θέμα («Honeymoon Song») έγινε παγκόσμια επιτυχία. Στην Ελλάδα το μάθαμε ως «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», ενώ το 1963 το διασκεύασαν οι Beatles.
Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα «Τρίο» για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο, «Το πανηγύρι της Ασή-Γωνιάς», «Πρώτη Συμφωνία», «Ελληνική Αποκριά» (μπαλέτο), Σονατίνα για πιάνο, Σουίτες Νο 1, 2 και 3 για ορχήστρα, Σονατίνες Νο 1 και 2 για βιολί και πιάνο, «Αντιγόνη» (μπαλέτο), «Έρως και Θάνατος» (για φωνή και έγχορδα), «Les amants de Teruel» (μπαλέτο), «Οιδίπους Τύραννος» για έγχορδα, Κονσέρτο για πιάνο.
Οι Γάλλοι κριτικοί τον αποθέωναν.
Ο διάσημος συνθέτης Νταριούς Μιγιό τον πρότεινε για το αμερικανικό βραβείο Copley ως τον καλύτερο Ευρωπαίο συνθέτη της χρονιάς.
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από μια στενά συνδεδεμένη φόρτιση με την ιστορία και την ταξική διαπάλη της σύγχρονης Ελλάδας. Την «Πρώτη Συμφωνία» για παράδειγμα (1948) ο Θεοδωράκης άρχισε να τη σχεδιάζει ενώ ήταν εξόριστος στην Ικαρία. Αφορμή στάθηκε ο σχεδόν ταυτόχρονος θάνατος δύο στενών του φίλων στον Εμφύλιο (του Μάκη Καρλή και του Βασίλη Ζάννου), οι οποίοι πολεμούσαν σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Η στιγμή που θα άλλαζε την καριέρα του πλησίαζε.
Το 1958, η μητέρα του του έστειλε στο Παρίσι το ποίημα «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου. Κλεισμένος στο αυτοκίνητό του, ενώ περίμενε τη γυναίκα του, ο Θεοδωράκης μελοποίησε τα πρώτα οκτώ ποιήματα.

Κι έτσι, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη λαμπρή καριέρα του στην Ευρώπη, να επιστρέψει στην Αθήνα το 1960, να παντρέψει τη λόγια μουσική και ποίηση με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Γύρισε βρίσκοντας το δρόμο καλλιτεχνικά στρωμένο από τον Μάνο Χατζηδάκη ο οποίος, την περίοδο της κατοχής, ανακάλυψε το ρεμπέτικο τραγούδι και έγινε ένας από τους πρώτους που το μελέτησαν και κατανόησαν την αξία του. Στις 31 Ιανουαρίου 1949, σε ηλικία 23 ετών, ο Χατζηδάκις, έδωσε τη διάσημη διάλεξή του για το ρεμπέτικο τραγούδι, μέσω της οποίας το συνέδεσε με τη νεοελληνική πολιτιστική κληρονομιά και ταυτόχρονα του προσέδωσε ευρύτερης προέλευσης αξίες.
Ο θεωρητικός εξοπλισμός του Θεοδωράκη, οι χειμαρρώδεις εμπνεύσεις του και η ιστορική και δημιουργική παρέμβαση του Χατζηδάκη οδήγησαν στο να γεννηθεί το έντεχνο λαϊκό ελληνικό τραγούδι. Το τραγούδι – μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο, αφού στις ταβέρνες οι έλληνες εργάτες και αγρότες τραγουδούν Σεφέρη, Καρυωτάκη, Ρίτσο σε μουσική όχι πλέον μόνο Θεοδωράκη αλλά όλων ανεξαίρετα των Ελλήνων συνθετών.
Ο σπόρος είχε πιάσει, ο σπόρος είχε φυτρώσει.
Ο Θεοδωράκης συνέθεσε πάνω από χίλιες μελωδίες, εκ των οποίων κάποιοι κύκλοι, ανήκουν σήμερα στην πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας: «Επιτάφιος», «Αρχιπέλαγος», «Πολιτεία», «Επιφάνια», «Ένας Όμηρος», «Μικρές Κυκλάδες», «Ματχάουζεν», «Ρωμιοσύνη», «Ήλιος και Χρόνος», «Τα τραγούδια του Αντρέα», «Μυθολογία», «Νύχτα Θανάτου», «Οι Γειτονιές του Κόσμου», «Διόνυσος», «Φαίδρα», «Μια θάλασσα».
Συνέθεσε καντάτες και Ορατόρια, όπερες, μουσική για μπαλέτα και για το θέατρο, μουσική για μοντέρνο και κινηματογράφο.
Θεοδωράκης, ο βαθύς θεωρητικός μουσικός και στοχαστής
Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν υπήρξε μόνο κορυφαίος συνθέτης αλλά και βαθύς στοχαστής, ο οποίος ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη θεωρία για τη μουσική. Βασικός πυρήνας του έργου του ήταν η «συμπαντική αρμονία» και η ένωση της λογίας δυτικής μουσικής παιδείας με τη λαϊκή και δημοτική παράδοση, βλέποντας την τέχνη ως κοινωνική και λυτρωτική δύναμη για τις μάζες. Διεύρυνε τον πυθαγόρειο στοχασμό, συνδέοντας τη μουσική δημιουργία με την ένταση ανάμεσα στην τάξη του σύμπαντος και το χάος. Θεωρούσε ότι ο ήχος ανταποκρίνεται σε βαθύτερες κοσμικές δονήσεις και δίνει υπόσταση στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Η θεωρητική διαμάχη του Μίκη Θεοδωράκη με τους υποστηρικτές της «καθαρής» ή αφηρημένης μουσικής (όπως η ευρωπαϊκή avant-garde, ο σειραϊσμός και ο ατονισμός) επικεντρώθηκε στην κοινωνική αποστολή του καλλιτέχνη.
Ο Θεοδωράκης απέρριπτε κατηγορηματικά το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη», θεωρώντας το προϊόν μιας παρηκμασμένης αστικής τάξης που απομονώνει τον δημιουργό από τον λαό. Ανέπτυξε μια ριζοσπαστική θεωρία για τη σχέση πολιτικής ιδεολογίας και μουσικής αισθητικής, η οποία βασίζεται στην ιδέα ότι η τέχνη δεν είναι διακοσμητική, αλλά ένα ενεργό όπλο κοινωνικής απελευθέρωσης. Για τον Θεοδωράκη, η μουσική έπρεπε να εκφράζει τις ανάγκες των πολλών και να λειτουργεί ως καταλύτης για την ταξική και πνευματική αφύπνιση του λαού.
Πίστευε ότι η εργατική τάξη δεν πρέπει να καταναλώνει μόνο «εύκολη» μουσική διασκέδαση. Μελοποιώντας κορυφαίους ποιητές (Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη), έφερε την υψηλή αισθητική στους δρόμους και τις διαδηλώσεις, αποδεικνύοντας ότι η ποίηση μπορεί να γίνει μαζικό κίνημα.
Απέρριπτε τον ελιτισμό της δυτικής ατονικής και πειραματικής μουσικής της εποχής του. Την κατηγορούσε ως «αστική αποξένωση» που αποκόπτει τον καλλιτέχνη από την κοινωνία.
Υποστήριζε ότι η μουσική πρέπει να αντλεί από τις εθνικές και λαϊκές ρίζες (παραδοσιακά τραγούδια, ρυθμούς) για να παραμένει συνδεδεμένη με την πραγματικότητα του λαού.
Η τέχνη οφείλει να έχει λειτουργικό ρόλο στην κοινωνία, να μορφώνει πολιτικά και να εμπνέει συλλογικότητα, αντί να αποτελεί ένα εγωκεντρικό χόμπι του δημιουργού. Γι’ αυτό και ο Θεοδωράκης αποτύπωσε τις χαρές, τον πόνο, τις ήττες, τη μελαγχολία και τους εγχώριους μετεμφυλιακούς διωγμούς.
Χρησιμοποίησε ανοιχτά τη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση και το τελετουργικό των Παθών (π.χ. «Άξιον Εστί», «Επιτάφιος») ως σύμβολα για το μαρτύριο του λαού.
Συνέθεσε Καντάτες και Ορατόρια, Μπαλέτα, Όπερες, Μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Ο Θεοδωράκης ακολούθησε τις ανόδους, τις δημιουργικές και επαναστατικές στιγμές της αριστεράς, ιδιαίτερα της κομμουνιστικής Αριστεράς και δη του ΚΚΕ προς το οποίο στράφηκε στις ύστατες στιγμές της ζωής του.. Έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις κρίσιμες και δύσκολες στιγμές για τον ελληνικό λαό, έδωσε ζωή από τη ζωή του.
Ακολούθησε όμως και την καθοδική, την παρακμιακή της πορεία, την πορεία που οδηγούσε σε διαζύγιο από τις «επαναστατικές χίμαιρες». Την ακολούθησε στις συγκυβερνήσεις πότε με τη ΝΔ, πότε με το ΠΑΣΟΚ πότε και με τους δυο.
Αυτή η καθοδική πολιτική πορεία, αυτές οι πολιτικές μικρότητες χάνονται ακριβώς γι’ αυτό που είναι, πολιτικές μικρότητες. Διαλύονται στο σύμπαν της καλλιτεχνικής και επαναστατικής πολιτιστικής του προσφοράς.
«Στον τάφο μου θέλω να γράψετε πολέμησε τον Δεκέμβρη του ‘44» δήλωσε προς το τέλος.
Επειδή γνώριζε πως ο Δεκέμβρης του ‘44 σημάδεψε την κατοπινή Ελλάδα (ήταν η έναρξη της δεύτερης κατοχής στην Ελλάδα, της αγγλικής κατοχής).
Ο Θεοδωράκης, που πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου 2021, έζησε πολλές ζωές σε μία. «Γιατί έχω τρεις ζωές. Η μια για να πονάει, η άλλη για να θέλει, και η τρίτη για να νικά», έλεγε ο ίδιος. Γι’ αυτό άλλωστε η μελέτη της ελληνικής ιστορίας θα μπορεί να πραγματώνεται μελετώντας τη ζωή του Μίκη.
Βιβλιογραφία:
Μ. Θεοδωράκη, Στη διαλεκτική της αρμονίας, Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει για τη συμπαντική αρμονία
Το χρέος
«Παραδεισιακές κολάσεις» Εκτενής ανθολογία των ποιημάτων του και των τραγουδιών που έγραψε ο ίδιος.
εκδοτικός οίκος Dielmann, Φρανκφούρτη.
[1] Μίκης Θεοδωράκης: «Ο καλλιτέχνης, η τέχνη, το κοινό και το κίνημα της μαχόμενης κουλτούρας»

