Σπύρος Χαλβατζής 1947-2026 – του Θανάση Σκαμνάκη

Είναι τα χρόνια των απωλειών. Πριν από μια εικοσαετία και βάλε συναντήθηκα σε κάποια κηδεία ενός συνομήλικου συντρόφου με το Σπύρο και του μουρμούρισα πως συναντιόμαστε πλέον σε κηδείες, πως έχουν αυξηθεί τα περιστατικά. Μου είπε πως πήρε σειρά η γενιά μας και συνεπώς θα πληθαίνουν από δω και πέρα τα φαινόμενα. Μου φάνηκε πολύ νωρίς για μια τέτοια δρομολόγηση. Τώρα όμως ο χρόνος έχει πληρωθεί.

Ο Σπύρος αναχώρησε κι αυτός. Λιγοστεύει ο κόσμος που φτιάχναμε και θέλαμε να τον κάνουμε καλό. Καλύτερο… Δεν έγινε καλύτερος, αν και κάμποσα πράγματα έγιναν καλύτερα, και συνιστούν παρακαταθήκες μέλλοντος, αλλά προσπαθήσαμε όχι με λίγο κόπο. Αν και πάντα θα μας κατατρέχουν οι ενοχές γιατί δεν προσπαθήσαμε περισσότερο και δεν μπορέσαμε περισσότερα.

Προφανώς, σε παρόμοιες περιπτώσεις οι εναπεμείναντες κάνουν απολογισμούς για τη ζωή εκείνου που αναχώρησε, αλλά και τη δική τους. Δύσκολα πράγματα.

Ζήσαμε με το Σπύρο την ΚΝΕ σε μια εποχή δημιουργίας, αλλά και αντιθέσεων.

Ήμασταν μέλη του Γραφείου του Κ.Σ. και μετά το 2ο συνέδριο εκείνος γραμματέας. Είδαμε, μάθαμε και ζήσαμε πολλά. Μια κοινή ζωή πιο στενή σχεδόν από της οικογένειας. Και πάντως πιο έντονη. Θυελλώδεις αναζητήσεις και αδιέξοδα, ερωτήματα στα οποία προσπαθούσαμε να δώσουμε ουσιαστικές απαντήσεις, συγκρούσεις με την κομματική γραμμή που ξεκινούσε  εκείνο το περίφημο «άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων», όπως είχε πει ο Χαρίλαος Φλωράκης για τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, και όδευε με μια   συνεχή δεξιά ολίσθηση προς τις συγκυβερνήσεις του 1989.

Η ΚΝΕ αντιστεκόταν, ο Σπύρος αντιστεκόταν, σε μια κοινή πορεία. Στο περίφημο εκείνο 89 έγιναν κάθετοι διαχωρισμοί. Ο Σπύρος ακολούθησε, με τις αμφιβολίες και τις αμηχανίες του, την επιλογή της ηγεσίας του κόμματος. Εμείς φύγαμε. Ποτέ όμως δεν έπαψε να έχει μαζί μας μια διακριτική σχέση, όταν άλλα μέλη της ηγεσίας γύριζαν το πρόσωπο αλλού όταν μας συναντούσαν.

Αλλά αυτά είναι τα περιστατικά τα οποία βίωσε η γενιά μας και ο κύκλος των μελών της ΚΝΕ και του ΚΚΕ που ενεπλάκη τότε στις αντιπαραθέσεις και τις αγωνιώδεις αναζητήσεις. Γιατί το κύριο για τους ανθρώπους σαν το Σπύρο είναι ότι έθεσαν τον εαυτό τους από νεαρή ηλικία στην υπηρεσία του μεγάλου ιδανικού της χειραφέτησης των εργαζομένων και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Με όλες τις οδυνηρές συνέπειες που είχε αυτό. Συλλήψεις, διώξεις, στερήσεις, απογοητεύσεις.

Μας περιέγραφε, όταν για πρώτη φορά στις εκλογές του 1975 πήγε να μιλήσει στην Κοζάνη ως υποψήφιος βουλευτής, πόσο η πόλη ακόμη βρισκόταν υπό την επήρεια του φόβου, δικτατορικού και προδικτατορικού, και η πλατεία ήταν άδεια, καθώς οι άνθρωποι που είχαν πάει στη συγκέντρωση συνωστίζονταν στα γύρω πεζοδρόμια και τις παρόδους. Να μην τους δουν. Φυσικά συνηθισμένα πράγματα για εκείνον που είχε ζήσει το ζοφερό κλίμα της δεκαετίας του 50, ως παιδί διωκόμενων κομμουνιστών γονέων, αλλά παράξενα για μας που βιώναμε την άνοιξη της μεταπολιτευτικής αισιοδοξίας.

Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από την ανάρτηση του902.gr, με μερικά βασικά βιογραφικά στοιχεία και ένα απόσπασμα από το βιβλίο του που μόλις εκδόθηκε.

«Υπήρξε γραμματέας του ΚΣ της ΚΝΕ, εκλεγμένος στο 2ο Συνέδριό της και μέχρι το 1986. Διετέλεσε για πολλά χρόνια μέλος του ΠΓ της Κεντρικής Επιτροπής, όπου και εκλέχτηκε πρώτη φορά μέλος της στο 10ο Συνέδριο.

Ο σύντροφος Σπύρος γεννήθηκε το 1947 στην Κοζάνη, από οικογένεια αγωνιστών.

Ως γραμματέας της Νεολαίας Λαμπράκη στο νομό Καστοριάς, πιάστηκε για πρώτη φορά από τη δικτατορία το 1967 και εξορίστηκε στη Γυάρο, στο Λακκί της Λέρου, στον Ωρωπό, για να επιστρέψει και να απολυθεί τελικά από τη Γυάρο.

Τον Νοέμβρη του 1973, μία εβδομάδα μετά τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου, συνελήφθη ξανά και εξορίστηκε στη Γυάρο.

Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τη «Σύγχρονη Εποχή» το βιβλίο του συντρόφου Σπύρου με τον τίτλο «Απείθαρχοι – Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα». Να πως περιγράφει ο ίδιος στον «πρόλογο» με τον τίτλο «Οδοιπορικό», στιγμές που καθόρισαν τη ζωή και τη δράση του, δεμένη με το Κόμμα και τους αγώνες του εργατικού λαϊκού κινήματος:

Αυτό το «Οδοιπορικό» θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ιστορία μιας φωτογραφίας. Κι αυτό γιατί η φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν εβδομήντα εφτά χρόνια, την άνοιξη του 1948, έχει τη δική της ιστορία. Ήταν τότε που ο πατέρας μας βρισκόταν πάλι εξορία. Ήταν η τέταρτη φορά που τον έστελνε εξορία το αστικό κράτος. Η πρώτη ήταν στη Γαύδο το 1928. Στη Φολέγανδρο εξορίστηκε το 1932 και στην Ανάφη το 1937. Τώρα, ήταν στο θανατονήσι της Μακρονήσου.

Μια ζωή στον αγώνα, στις γραμμές του ΚΚΕ, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τον σοσιαλισμό. Η Μάνα μας, παλιά ΕΛΑΣίτισσα, έβγαλε αυτήν τη φωτογραφία για να την στείλει στον σύντροφό της στη ζωή και στον αγώνα, να δει τα πέντε παιδιά του. Για να την έχει κάπου στο αντίσκηνο, να βλέπει τους αγαπημένους του – που βίωναν και εκείνοι την τραγικότητα της περιόδου – και να παίρνει και από αυτήν κουράγιο για να αντιμετωπίσει τα βασανιστήρια.

Ταχυδρομήθηκε ένα γράμμα και αυτή η φωτογραφία, αλλά ο φάκελος δεν έφτασε τότε στον παραλήπτη. Και αυτό, γιατί εκείνα τα χρόνια η Ασφάλεια έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να αποκόβει ακόμα και την επαφή, την επικοινωνία των οικογενειών των αγωνιστών με τους δικούς τους, φυλακισμένους και εξόριστους. Άνοιγαν τα γράμματα και, ανάλογα με το περιεχόμενό τους, άλλα τα έσκιζαν και τα πετούσαν στο καλάθι των απορριμμάτων και σε άλλα, με μελανί μολύβι, έσβηναν ό,τι δεν τους άρεσε – ίσως οι εκπρόσωποι του κράτους να φαντάζονταν πως αυτό που ήταν γραμμένο στο χαρτί είχε μια «κωδική σημασία», είχε μια ειδοποίηση για τον πολιτικό εξόριστο ή κρατούμενο.

Αυτό, όμως, το γράμμα ακολούθησε μια ξεχωριστή διαδρομή γιατί αυτός που ανέλαβε να το «ελέγξει» και να το λογοκρίνει, προφανώς αφού διάβασε το κείμενο, είδε και τη φωτογραφία της Μάνας μας και τα αθώα πρόσωπα των πέντε παιδιών της, τσαλάκωσε τον φάκελο – μαζί με το γράμμα και τη φωτογραφία – και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων, νομίζοντας πως έτσι έκανε το «χρέος» του απέναντι στο έθνος. Το χρέος του το έβλεπε στο ότι μπόρεσε να στερήσει από τον κρατούμενο κομμουνιστή να λάβει νέα από το σπίτι του, από τη συντρόφισσά του, και να δει τη φωτογραφία των πέντε παιδιών του, που είχαν μείνει πίσω από τη στιγμή που συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Μακρόνησο.

Η ιστορία του γράμματος, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Κάποιος οδοκαθαριστής του δήμου, όταν μάζευε τα σκουπίδια από την Ασφάλεια της πόλης, είδε το γράμμα και το κράτησε -ασφαλώς με μεγάλο κίνδυνο. Ίσως εκείνη τη μέρα να βρήκε και άλλα γράμματα. Μπορεί να έβρισκε και άλλες φορές γράμματα, παρόμοια με αυτό, που απευθύνονταν σε πολιτικούς εξόριστους και κρατούμενους, που τότε ήταν πάρα πολλοί. Ίσως να συγκινήθηκε που είδε τη φωτογραφία των πέντε παιδιών. Έτσι, την φύλαξε, κάπου την έκρυψε – πράγμα δύσκολο εκείνα τα χρόνια και ήθελε πολύ κουράγιο και ύστερα από εννιά χρόνια, συγκεκριμένα στα τέλη Μάη του 1958, έκανε την εμφάνισή του στο σπίτι μας. Συζήτησε για λίγη ώρα με τον πατέρα και τη Μάνα μας, αφού ήπιαν ένα τσίπουρο, και κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη του το γράμμα και τη φωτογραφία. Η στιγμή πρέπει να ήταν συγκλονιστική, γιατί για τον λαό ήταν σκληρά εκείνα τα χρόνια – αυτά που ονομάστηκαν «πέτρινα» – πρωτίστως για τους κομμουνιστές, καθώς ήταν αυτοί που κυρίως δέχονταν τη βαρβαρότητα της αστικής εξουσίας. Και αυτός ο εργάτης της καθαριότητας του δήμου φύλαξε, προφανώς με σοβαρό κίνδυνο, αυτό το γράμμα και το παρέδωσε στον παραλήπτη του με εννιά χρόνια καθυστέρηση.

Ο πατέρας και η Μάνα μας, αφού τον ευχαρίστησαν θερμά και τον συγχάρηκαν για τη θαρραλέα στάση του, τον αποχαιρέτησαν. Λίγο μετά, μας έδειξαν τη φωτογραφία και το γράμμα με την επισήμανση να μην κάνουμε κανένα σχόλιο, καμιά αναφορά για την προέλευση της φωτογραφίας, καθώς και για το όνομα του θαρραλέου αυτού ανθρώπου που την κράτησε και την φύλαξε για τόσα χρόνια. Και αυτό, γιατί αυτή η πράξη, αν γινόταν γνωστή στις Αρχές, μπορεί να είχε σοβαρές συνέπειες εις βάρος του. Μπορεί να έχανε τη δουλειά του, ακόμα και να δεχόταν απειλές και διάφορα χτυπήματα από τα όργανα της Ασφάλειας. Γιατί, στα δύσκολα και σκληρά εκείνα χρόνια για τους αντιστασιακούς αγωνιστές, για όλους όσοι μάχονταν την αστική εξουσία και τα αντιλαϊκά μέτρα των κυβερνήσεών της, αυτή η ενέργεια του οδοκαθαριστή μπορεί να χαρακτηριζόταν πράξη «αντεθνική». Αυτή ήταν η δεκαετία του 1950 για τους αγωνιστές».

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ