Δυο λόγια για το Γιάννη Μπρούζο, του Κωστή Κουτσούκου

 

Μια βδομάδα πριν, με κάλεσε ο σύντροφος Θωμάς Λαζαρίδης και μου ζήτησε να πω 2 λόγια για τη σύνδεση του Γιάννη με μια από τις “συλλογικότητες της αντίστασης” στην οποία συμμετείχε, την Ανατρεπτική Συμμαχία για την Αθήνα. Στην αρχή προσπάθησα να το αποφύγω γιατί μου είναι πολύ δύσκολο να μη συγκινηθώ μιλώντας για το Γιάννη, δείγμα και της αμηχανίας μου να εκφράσω τις σκέψεις μου για έναν άνθρωπο που θαύμασα και θαυμάζω με όλη μου την καρδιά και την ψυχή.
Θέλω να ευχαριστήσω το Θωμά για το σεβασμό και την κατανόηση που έδειξε εκείνη τη στιγμή. Είμαι σίγουρος πως το ίδιο θα έκανε κάθε συντρόφισσα\ος από την Αναμέτρηση στη θέση του.

Όπως και την αγαπημένη μου συντρόφισσα την Κατερίνα Θανοπούλου, που έφυγε από κοντά μας 2 χρόνια πριν, έτσι και το Γιάννη, δεν τους γνώριζα πολύ καιρό, αλλά τους αγάπησα μέσα από τον αγώνα τους για την πόλη και τους ανθρώπους της. Με ιδιαίτερο νοιάξιμο και στήριξη στους πιο αδύναμους συμπολίτες μας. Στις αποκλεισμένες και σε όσους έχουν αφεθεί στο περιθώριο από το κράτος.

Με το Γιάννη μιλήσαμε για πρώτη φορά σε ένα γλέντι αγαπημένων μας φίλων. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα για να συζητήσουμε, μου άνοιξε διάπλατα την πόρτα του σπιτιού τους μαζί με τη Μαρίνα, ώστε να μιλήσουμε -στα πλαίσια της Ανατρεπτικής Συμμαχίας για την Αθήνα- για την κατάσταση που βιώνουν οι κάτοικοι στη γειτονιά του Παγκρατίου, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως τα Εξάρχεια, σε σχέση με την παράνομη επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων σε πεζοδρόμια, πλατείες, κάθε σπιθαμή ελεύθερου χώρου.

Ο Γιάννης διαμόρφωσε άμεσα ένα κείμενο για να μοιραστεί στην περιοχή, με στόχο όπως λεγόταν και η ομάδα που δημιούργησε να μπουν “τα τραπεζάκια μέσα”.
Παράλληλα, με τη βοήθεια των δημοτικών μας συμβούλων, του Κώστα Παπαδάκη και της Όλγας Κλείτσα θέταμε το ζήτημα και στο δημοτικό συμβούλιο.

Στο κείμενο αυτό ο Γιάννης μιλούσε για την παράνομη επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων σε βάρος της μετακίνησης των πεζών και ιδιαίτερα των αναπηρικών ή βρεφικών αμαξιδίων. Για την αδυναμία μετακίνησης και την έλλειψη προσβασιμότητας ειδικά για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες, τους ηλικιωμένους, αλλά και κάθεμια\καθένα από εμάς που ζούμε την τουριστικοποίηση και τον εκτοπισμό από τις γειτονιές μας, για να κερδοσκοπήσουν τα ιδιωτικά συμφέροντα.
Αναφέρθηκε σε επίσημα στοιχεία που αναδεικνύουν την προβληματική κατάσταση των πεζοδρομίων και την παράδοση τους στα Καταστήματα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος, τα οποία εκτός των άλλων δεν μας επιτρέπουν να κοιμηθούμε τις ώρες κοινής ησυχίας με την ηχορύπανση που προκαλούν.
Όπως έγραφε: «Χρειαζόμαστε ελεύθερους δημόσιους χώρους για να ζούμε, να περπατάμε και να απολαμβάνουμε την ζωή στην πόλη μας χωρίς παράνομα εμπόδια. Ζητάμε κάτι πολύ ξεκάθαρο: την εφαρμογή των νόμων και τον περιορισμό της ασυδοσίας των καταστημάτων».

Τον Γιάννη τον έβλεπα στους δρόμους, στις πολιτικές μας εκδηλώσεις, στις συναυλίες της Ανοιχτής Ορχήστρας, στα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όταν βρέθηκε στο πλευρό της κοινότητας και του απεργού πείνας Αριστοτέλη Χαντζή.

Γιάννη, ο αγώνας μας για τη στήριξη της κοινότητας αντίστασης των Προσφυγικών πέτυχε μια σημαντική πρώτη νίκη και ο Αρίστος γύρισε στο σπίτι του, στην κοινότητα, για να συνεχίσουμε από κοινού τον αγώνα που δίνουμε, υπερασπιζόμενοι το δικαίωμά για αξιοπρεπή στέγαση, ενάντια στην τουριστικοποίηση και στην έλλειψη κοινωνικής πολιτικής για τη στέγη, ιδιαίτερα για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (μετανάστριες, τοξικοεξαρτημένοι, θύματα έμφυλης βιας, άστεγοι).

Τον Γιάννη τον βλέπαμε, ωστόσο και στην προσπάθεια του να απευθυνθεί μαζικά στον κόσμο και να μη κλειστεί στον εαυτό του όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν. Από τις εκδηλώσεις που διοργανώνονταν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας μέχρι και τις συνεντεύξεις που έδινε για να μιλήσει για το «Τι πραγματικά αξίζει, 24 γράμματα στο γιό μου». Για να αφήσει μια παρακαταθήκη στο Στέλιο, τη σημαντικότερη κληρονομιά ενός γονιού, την αγάπη, τη φροντίδα και το νοιάξιμο.
Αλλά και για να μιλήσει σε όλες και όλους εμάς, να μας δώσει ένα μάθημα ζωής, πως ποτέ δεν πρέπει να τα παρατάμε, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Να αγωνιζόμαστε για δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, τις οποίες υπερασπίστηκε και αυτός ως εκπαιδευτικός, γονέας και συνδικαλιστής στο εκπαιδευτικό κίνημα, αλλά και ως ασθενής που έζησε από πρώτο χέρι την εγκληματική υποβάθμιση του δημόσιου συστήματος υγείας και τον αξιέπαινο καθημερινό αγώνα των υγειονομικών να επιτελέσουν το λειτούργημά τους.

Στο σημείο αυτό δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη βοήθεια που μας προσέφερε ώστε να πραγματοποιήσουμε την βιβλιοπαρουσίαση της Ανατρεπτικής Συμμαχίας για την Αθήνα, για το βιβλίο του, που τόσο αγαπήσαμε και θα μας συντροφεύει για πάντα.  Θα μπορούσαμε να μιλάμε με τις ώρες για αυτή την τεράστια κληρονομιά που μας άφησε, αλλά θα περιοριστώ σε ελάχιστες αναφορές.

13 χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής και την προσπάθεια των δολοφόνων του να βγουν από τη φυλακή παραμένει πιο αναγκαίος από ποτέ ο αγώνας μας ενάντια στο φασισμό και τους νεοναζί. Στο 7ο γράμμα για τους νεκρούς, τους γνωστούς-άγνωστους όπως αναφέρει δείχνει τη σύνδεση και τη συγκίνησή του για αυτές και αυτούς που πολέμησαν το φασισμό, καλώντας και εμάς να συνεχίσουμε αυτή τη μάχη για τη ζωή.

Ο Γιάννης μίλησε για όλα όσα πραγματικά αξίζουν και δεν έχουμε το χρόνο να μιλήσουμε για όλα αυτά. Αυτό που με συγκίνησε, όμως, πιο πολύ από όλα είναι ο τρόπος με τον οποίο ξεκινά το 1ο του γράμμα.

«Αγαπημένο μου λουλουδάκι, είσαι το πιο πολύτιμο πλάσμα στη ζωή μου. Θα μπορούσα να γράψω αυτό και να τελειώσω τούτη τη συλλογή γραμμάτων. Εσύ πραγματικά αξίζεις. Έτσι απλά και μόνο η ύπαρξη σου. Η ζωή σου. Και μόνο που ευτύχησα να σε συνοδεύσω στα πρώτα σου βήματα στον κόσμο, η χαρά μου είναι απέραντη».

Στη γιορτή του θυμάμαι πως είχα πάει να τον επισκεφθώ. Του είχα κάνει δώρο μια σημαία της Παλαιστίνης που είχαμε φτιάξει με τη Λαϊκή Συνέλευση Γκύζη-Πολυγώνου και με το που την είδε είπε πως θα τη δώσει στο Στέλιο του, το λουλουδάκι του, όταν έρθει στο σπίτι, γιατί θα του αρέσει πολύ.

Κλείνοντας, θέλω να μοιραστώ μαζί σας τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνήσαμε για τελευταία φορά.  Είχα πάει με την Κατερίνα και τον Φάνη να τον δούμε στο νοσοκομείο στις 28 Μαρτίου.

Θυμάμαι το Φάνη να πηγαίνει δίπλα του και να του κρατά το χέρι. Εγώ λίγο πιο μακριά και απέναντι του, απλώς τους κοιτούσα αμήχανα. Ο Γιάννης επικοινωνούσε, ακόμα και αν δεν μπορούσε να μιλήσει. Σίγουρα μας άκουγε και μας καταλάβαινε. Τη μια και μοναδική φορά που ένιωσα να με κοιτά, είδα να υψώνει και να σφίγγει τη γροθιά του.

Δεν ήθελα να τον ξαναδώ στον τελευταίο αποχαιρετισμό του, δεν θυμάμαι αν είδα το πρόσωπο του.

Ήθελα η υψωμένη γροθιά να είναι η τελευταία μου ανάμνηση από το Γιάννη.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ