Με αφορμή τη δολοφονία του πολίτη στο Άργος, επανεμφανίστηκε με αξιοσημείωτη ταχύτητα ο γνώριμος μηχανισμός ιδεολογικής διαχείρισης της πραγματικότητας. Σαν απεχθή σαλιγκάρια που αναδύονται ύστερα από τη βροχή, ξεπρόβαλαν οι συνήθεις γελωτοποιοί της αστικής κανονικότητας, οι οποίοι έσπευσαν να υπενθυμίσουν ότι δεν πρέπει να πραγματοποιούνται γενικεύσεις για το σύνολο του αστυνομικού σώματος. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία τους, κάθε περιστατικό αποτελεί μια «μεμονωμένη εξαίρεση», μια ατυχία που δεν επιτρέπεται να οδηγήσει σε συνολικότερες κρίσεις για τον θεσμό.
Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που, από την υπερβολική του επανάληψη, έχει πλέον μετατραπεί σε πολιτικό στερεότυπο. Διότι, αν ακολουθήσει κανείς τη συλλογιστική αυτή μέχρι τέλους, θα πρέπει να πιστέψει ότι τα αστυνομικά όργανα της χώρας διαβάζουν Ρίλκε, συνοδεύουν τις περιπολίες τους με κοντσέρτα του Ραχμάνινοφ και, στις ελεύθερες ώρες τους, συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών, των κακοποιημένων γυναικών, των τρανς γυναικών και των εργαζομένων στο Πέραμα και στις οικοδομές.
Η ελληνική αστυνομία δεν συγκροτήθηκε σε ιστορικό κενό. Από τη μετεμφυλιακή περίοδο έως τη μεταπολίτευση και από εκεί μέχρι σήμερα, αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του κρατικού μηχανισμού επιβολής της κοινωνικής και πολιτικής τάξης. Στο εσωτερικό της διαμορφώθηκαν διαχρονικά ισχυρές συντηρητικές, ακροδεξιές και αντικομμουνιστικές τάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως προσωπικές ιδεολογικές επιλογές των υπηρετούντων. Αντιθέτως, συνδέονται με τον ιστορικό ρόλο που κλήθηκε να διαδραματίσει ο θεσμός και με τις πολιτικές προτεραιότητες του ίδιου του κράτους.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η σχετική συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην ιδιωτική σφαίρα των αστυνομικών. Δεν πρόκειται απλώς για ατομικές πολιτικές πεποιθήσεις ούτε για προσωπικές προκαταλήψεις. Πρόκειται για κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές, οι οποίες διαστέλλονται εντός της συστημικής υπηρεσίας που καλούνται να φέρουν εις πέρας. Η άσκηση της εξουσίας δεν πραγματοποιείται σε ιδεολογικό κενό, αλλά διαμεσολαβείται, από θεσμούς, κουλτούρες, ιεραρχίες και αντιλήψεις που επηρεάζουν καθημερινά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται ο ισχύον νόμος.
Το ακόμη σοβαρότερο στοιχείο είναι ότι αυτή η λειτουργία συνοδεύεται διαχρονικά από ένα καθεστώς σχεδόν σκανδαλώδους ασυλίας. Η ασυλία αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί ως διοικητική δυσλειτουργία. Αποτελεί πολιτική επιλογή, στον βαθμό που το εγχώριο πολιτικό προσωπικό εξακολουθεί να χρειάζεται μια αστυνομία ικανή να υπηρετεί συγκεκριμένες αντιλήψεις περί ασφάλειας, κοινωνικής πειθαρχίας και δημόσιας τάξης.
Το επιχείρημα της εξαίρεσης λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός προστασίας της θεσμικής εικόνας παρά ως ουσιαστική ερμηνεία των γεγονότων. Κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο πρόσωπο του εκάστοτε δράστη, αποσιωπάται το ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται, αναπαράγονται και γίνονται ανεκτές τέτοιες συμπεριφορές.
Η δολοφονία στο Άργος δεν είναι μόνο μια τραγική ανθρώπινη απώλεια. Είναι, ταυτόχρονα, μια ακόμη αφορμή για να τεθεί εκ νέου το ερώτημα σχετικά με τη φύση της κρατικής εξουσίας, τον τρόπο λειτουργίας των κατασταλτικών μηχανισμών και τα όρια της δημοκρατικής λογοδοσίας. Όσο η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται στην ιλαρή ευκολία της «μεμονωμένης περίπτωσης», τόσο θα αποφεύγει να εξετάσει τις βαθύτερες πολιτικές και θεσμικές αιτίες που επιτρέπουν την επανάληψη ανάλογων γεγονότων. Και όσο αυτή η συζήτηση μετατίθεται διαρκώς στο μέλλον, τόσο η επίκληση της εξαίρεσης θα λειτουργεί ως ο αποτελεσματικότερος τρόπος συγκάλυψης μιας απεχθούς πραγματικότητας που κάθε φορά επιστρέφει με τον πιο βίαιο τρόπο.

