Στις 6 Ιούλη συμπληρώθηκαν 23 χρόνια από τον θάνατο(6 7/2003) του μεγάλου Έλληνα ιστορικού, συγγραφέα και μαρξιστή διανοητή Νίκου Ψυρούκη.
Το έργο του αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συμβολές στην ανάπτυξη της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και της επαναστατικής θεωρίας, όχι μόνο στον ελληνικό χώρο αλλά και διεθνώς.
Με σπάνια επιστημονική συνέπεια επιχείρησε να ερμηνεύσει τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και τις κοινωνικές μεταβολές όχι ως άθροισμα τυχαίων γεγονότων ή προϊόν της βούλησης προσωπικοτήτων, αλλά ως αποτέλεσμα της αντικειμενικής κίνησης των κοινωνικών αντιθέσεων.
Η βαθιά γνώση της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου διαπερνά ολόκληρο το έργο του. Για τον Ψυρούκη, η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ στατική. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός εμπεριέχει αντιφάσεις, οι οποίες γεννούν την κίνησή του, καθορίζουν την εξέλιξή του και προετοιμάζουν την υπέρβασή του.
Έτσι προσέγγισε τον καπιταλισμό, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τη σοβιετική κοινωνία, το κράτος, το κόμμα και το πρόβλημα της κοινωνικής μετάβασης, αναζητώντας πάντοτε τις εσωτερικές νομοτέλειες της εξέλιξής τους και όχι επιφανειακές ή προσωποκεντρικές ερμηνείες.
Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός ότι δεν αντιμετώπισε τον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό ως ένα κλειστό σύστημα αμετάβλητων δογμάτων, αλλά ως ζωντανή επιστήμη, η οποία οφείλει να ελέγχει διαρκώς τα συμπεράσματά της μέσα από την ίδια την ιστορική πράξη.
Με αυτή την έννοια, το έργο του συνιστά διαρκή πρόσκληση για δημιουργική θεωρητική έρευνα και όχι για μηχανική επανάληψη καθιερωμένων σχημάτων.
Κρατώντας άσβεστη τη μνήμη του και τιμώντας τη σημαντική προσφορά του στη μαρξιστική θεωρία, παραθέτουμε τρία χαρακτηριστικά και «άγνωστα» αποσπάσματα από το έργο του, τα οποία αναφέρονται στην κριτική των όρων «κομματικός καπιταλισμός» και «νομενκλατούρα», στη σχέση του κεϋνσιανισμού με τη σοβιετική εμπειρία και στο ζήτημα του ρόλου του κόμματος μετά την επανάσταση.
Κομματικός καπιταλισμός και νομενκλατούρα: αντεπιστημονικοί όροι
«Ο γνωστός Γάλλος οικονομολόγος και συγγραφέας, ο Σαρλ Μπετελέμ, υποστηρίζει ότι από το 1930 και έπειτα στη Σοβιετική Ένωση σημειώνονται βαθιές αλλαγές στην πολιτική και κοινωνική ηγεμονία και γεννιέται ο “κομματικός καπιταλισμός” για τη γρήγορη συσσώρευση κεφαλαίου που υπαγόρευαν οι τότε ιδιόμορφες συνθήκες.
Ο όρος είναι αντεπιστημονικός, μια και το κόμμα αποτελεί οργάνωση με μη προσωπική σύνδεση, που επιδιώκει μεν την πολιτική εξουσία αλλά δεν είναι τάξη, όπως το ίδιο αντεπιστημονικός είναι ο όρος “νομενκλατούρα” (που τον χρησιμοποίησαν οι σοβιετικοί αμφισβητίες του καθεστώτος).
Ο Σουηδός βοτανολόγος Λιναίος, το 18ο αιώνα, χρησιμοποίησε τον όρο αυτό για την ταξινόμηση των φυτών κλπ. Στα ρωσικά σημαίνει ονοματολόγιο και φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε από τους σοβιετικούς αντικαθεστωτικούς για να σηματοδοτήσουν την προνομιούχο κομματική ιεραρχία».
(Καπιταλισμός: από τη γενική κρίση στη σήψη, σελ. 274–275)
Ο κεϋνσιανισμός και η πείρα της Σοβιετικής Ένωσης
«Ο κεϋνσιανισμός δεν ήλθε ουρανοκατέβατος. Βασίστηκε και στην εργασία και την ερμηνεία προγενέστερων. Αλλά, η στιγμή της εμφάνισης του ρεύματος του κεϋνσιανισμού υπήρξε η κρίσιμη στιγμή, η καμπή, για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της γέννησης, μέσα στα σπλάχνα της υπαλληλοκρατίας, της συλλογικής γραφειοκρατικής κρατικής αστικής τάξης και του ξεσπάσματος του εμφύλιου ανάμεσα στους ίδιους τους αστούς (του προσωποποιημένου και του απρόσωπου – ανεύθυνου κεφαλαίου).
Ακριβώς, στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1929, στις χώρες της Δύσης ήδη συζητούσαν τις συνέπειες του κρατικού παρεμβατισμού στη σοβιετική Ρωσία και τα αποτελέσματα του πρώτου πεντάχρονου σχεδίου ανάπτυξης της οικονομίας της.
Το 1931 συνήλθε στο Άμστερνταμ διεθνές συνέδριο με κεντρικό θέμα: οι δυνατότητες σχεδιοποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας και η πείρα της Σοβιετικής Ένωσης.
Έτσι, η θεωρία του Κέυνς (που κυρίως εφαρμόστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Δύση), θεωρία που αφορούσε τον σχεδιασμό εξισορρόπησης ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, την άνοδο του καταναλωτικού χαρακτήρα της κοινωνίας, καθήκοντα που αναλάμβανε πια το κράτος (ο συνολικός καπιταλιστής), φάνηκε ως ο “εκ μηχανής Θεός”.»
(Στο ίδιο, σελ. 110–111)
Για το κόμμα μετά την επανάσταση
«Τι έπρεπε να κάνουν ο Λένιν και οι σύντροφοί του; Για να εντοπίσουν την ασθένεια του κόμματός τους έπρεπε να διακρίνουν ότι, όντας θεσμός αστικός (εποικοδόμημα των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων), για να το γιατρέψουν όφειλαν να το ξεπεράσουν.
Και για να πραγματοποιήσουν κάτι τέτοιο έπρεπε- μέσα στις τοτινες συνθήκες- να αλλάξουν ποιότητα, να γίνουν στρατηγικό επιτελείο, που, τώρα, θα έπρεπε να επιβάλλει ένα νέο θεσμό: το θεσμό του δικαιώματος στην επανάσταση από τη μεριά των εργατών και όλων των καταπιεσμένων (μέσα στη ίδια τη Σοβιετική Ρωσία).
Κι ένα τέτοιο επιτελείο που θα δρούσε για να ανοίγει το δρόμο στην επαναστατικοποίηση των καταπιεσμένων και για τη θεσμοθέτηση του δικαιώματος τους να επαναστατούν και, βήμα προς βήμα, να αφαιρούν τις κρατικές εξουσίες και να συρρικνώνουν το κράτος, προϋπόθετε και το ίδιο να αποκτήσει και νέα μορφή, δηλαδή να μην είναι κόμμα με αστική οργανωτική δομή.
Έπρεπε κυρίως να έχει οριζόντια και όχι κάθετη οργάνωση, δηλαδή να αποτελείται από πλειάδα επιμέρους οργανώσεων με κατ’ εξοχήν προσωπική σύνδεση. Μονάχα έτσι θα μπορούσε να αποκτήσει αδιάρρηκτη επαφή με τις μάζες και να ενεργοποιεί την επαναστατική τάση στις γραμμές τους( γιατί και σ αυτό που αποκαλούμε λαϊκές μάζες ενυπάρχουν και παλεύουν και οι δυο αντίθετες τάσεις στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, τάση που η διαπάλη ανάμεσά τους πάντα θα υφίσταται, όσο θα υπάρχει η ανθρωπότητα. Αυτός είναι ο καθολικός νόμος της αντίφασης).
Τι σήμαινε όμως νέοι επαναστατικοί πολιτικοί θεσμοί για τη Σοβιετική Ρωσία;
Ότι οι επαναστατικοί κοινωνικοί όροι θα έδιναν νέα χαρακτηριστικά στη μεταβατική αυτή κοινωνία και ότι ο θεσμός του δικαιώματος της επανάστασης θα αντανακλούσε τα συμφέροντα των καταπιεσμένων για την απελευθέρωσή τους.
Ποιες μορφές θα χρησιμοποιούνταν και με ποιο τρόπο θα υλοποιούνταν οι νέες επαναστατικές – αντικαπιταλιστικές οργανώσεις μέσα στις συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας της τότε Σοβιετικής Ρωσίας, αυτό είναι κάτι που θα ξεπηδούσε από τις ίδιες για την προώθηση του σκοπού της επιβολής του δικαιώματος για την επανάσταση στους καταπιεσμένους της και συνεπώς για την ενίσχυση της τάσης της απονέκρωσης του κράτους. Σήμερα, απλώς, διαπιστώνουμε ότι αυτό δεν συντελέστηκε.»
(Στο ίδιο, σελ. 138)
Αντί επιλόγου
Σε μια εποχή που κυριαρχούν οι απλουστευτικές ερμηνείες των κοινωνικών εξελίξεων, η επιστροφή στο έργο του Ψυρούκη είναι αναγκαία όσο ποτέ και αποτελεί υπενθύμιση ότι η διαλεκτική δεν είναι απλώς φιλοσοφική μέθοδος, αλλά τρόπος επιστημονικής σκέψης.
Είναι το μέσο με το οποίο αποκαλύπτονται οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις της κοινωνικής εξέλιξης και ανοίγεται ο δρόμος για τη βαθύτερη κατανόηση του παρελθόντος, του παρόντος και των δυνατοτήτων του μέλλοντος.
Αυτή είναι και η σημαντικότερη παρακαταθήκη που άφησε ο Νίκος Ψυρούκης: όχι μόνο τα συμπεράσματά του, αλλά κυρίως η αταλάντευτη προσήλωσή του στη διαλεκτική, επιστημονική διερεύνηση της ιστορικής πραγματικότητας.

