21.9 C
Athens
Δευτέρα, 20 Μαΐου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Τα μυστικά του βάλτου» δεν ήταν και τόσο …μυστικά! του Σπύρου Αλεξίου


 

Στις 28 Απρίλη 1907 κορυφώθηκε η επιχείρηση του Οθωμανικού στρατού για την εκκαθάριση της λίμνης των Γιαννιτσών από τους προσκείμενους στη Βουλγαρία αντάρτες. Τα γεγονότα της άνοιξης του 1907 αποτέλεσαν την έμπνευση για το μυθιστόρημα «Στα μυστικά του βάλτου», της Πηνελόπης Δέλτα που αποτέλεσε την πιο ισχυρή, διαχρονικά, προσλαμβάνουσα της ελληνικής κοινωνίας για τον «Μακεδονικό αγώνα». Μόνο που η ιστορική αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Δημοσιεύουμε το σχετικό απόσπασμα από το έργο του Σπύρου Αλεξίου «Μεγάλη Ιδέα 1844 – 1922: Από τους εθνικούς μύθους στη φωτιά της Σμύρνης» (εκδ. Τόπος)

 

Για τη συνεργασία, επίσημη και ανεπίσημη, της ελληνικής πλευράς με την οθωμανική εξουσία αναφερθήκαμε ήδη τόσο στην ιδεολογική διάστασή της, με την ανάδειξη του πανσλαβισμού σε κύριο αντίπαλο, όσο και στην πρακτική δραστηριότητα. Επίσημα το ελληνικό κράτος και οι πατριαρχικοί ιερείς, με μπροστάρη τον Γερμανό Καραβαγγέλη, στήριξαν τη βίαιη καταστολή της εξέγερσης του Ιλιντέν από τους Οθωμανούς.

Η τακτική αυτή συνεχίστηκε, με παλινωδίες και πρόσκαιρες ευκαιριακές αλλαγές συμμαχιών, και τα επόμενα χρόνια ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση. Αξίζει να σταθούμε στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα και την πιο διαδεδομένη προσλαμβάνουσα της ελληνικής κοινωνίας για τον μακεδονικό αγώνα: τα γεγονότα της άνοιξης του 1907, όταν ο οθωμανικός στρατός, σε συνεργασία με Έλληνες, ξεκαθάρισε βίαια τη λίμνη/βάλτο των Γιαννιτσών από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες που κυριαρχούσαν σε αυτήν. Αυτό το ιστορικό δεδομένο παρουσιάζεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο στο περίφημο έργο της Πηνελόπης Δέλτα «Στα μυστικά του βάλτου».

Αρχικά, να επισημάνουμε πως το έργο εκδόθηκε το 1937, επομένως ήταν σημαντική η χρονική απόσταση από τα γεγονότα και εντελώς διαφορετική η πολιτική κατάσταση. Η Δέλτα, όπως δήλωνε η ίδια, ήταν «δημοκρατική και chauvine [σ.σ. σοβινίστρια]»,ενώ παραδεχόταν πως «για μένα ο Βενιζέλος είναι θρησκεία, un culte [σ.σ. λατρεία]».

 Το 1937 όλα αυτά τα «πιστεύω» της είχαν καταρρεύσει. Η δημοκρατία είχε καταλυθεί από τον Μεταξά, η Αγγλία έλεγχε την πολιτική ζωή του τόπου και ο Βενιζέλος, un culte, είχε πεθάνει στο εξωτερικό στιγματισμένος από την απόπειρα πραξικοπήματος του 1935. Η Δέλτα αισθανόταν την ανάγκη να γράψει κάτι που να ανυψώνει το «εθνικό φρόνημα», όπως αυτή το αντιλαμβανόταν, και σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε.

Ορισμένες αναγκαίες επισημάνσεις, καθώς η κυρίαρχη άποψη θέλει το έργο της αυτό να αποτελεί ύμνο στο μεγαλείο της φυλής και των μεγάλων νικών της. Άσχετα από τις προθέσεις της, δεν είναι ακριβώς έτσι: αν και τυπικά πρόκειται για έργο που απευθύνεται στο παιδικό κοινό, κυριαρχούν η ωμή βία και το αίμα ακόμη και μεταξύ οικείων. Είναι μια έμμεση –και πιθανόν ασυνείδητη– παραδοχή της Δέλτα για τη φύση του μακεδονικού αγώνα.

Το έργο ξεκινά με την άφιξη του υποπλοίαρχου Δεμέστιχα, στενού φίλου της Δέλτα και μετέπειτα πρωταγωνιστή στο βενιζελικό πραξικόπημα του 1935, στον βάλτο και τελειώνει με τον θάνατο του Τέλλου Άγρα, του Μοραΐτη οπλαρχηγού Τέλλου Αγραπηνού, στις 7 Ιουνίου 1907 και την κάθε άλλο παρά νικηφόρα ατμόσφαιρα κατά την αποχώρηση των συντρόφων του έπειτα από λίγες ημέρες: «Με κάποια απογοήτευση, μαζί κι ένα παράπονο, πως είχε αποτελματωθεί ο αγώνας, πως δράση στο Βάλτο δεν είχε πια, πως οι ηρωικές σελίδες, με τις μάχες και τις νίκες, είχαν κλείσει». Γιατί άραγε υπήρχε «κάποια απογοήτευση»;

Ήταν έκφραση μόνο της δικής της απογοήτευσης; Η συγγραφέας δεν δίνει απάντηση σίγουρα, πάντως δεν υπάρχει «ατμόσφαιρα νίκης». Πρόκειται, φυσικά, για λογοτεχνικό κείμενο και κατά συνέπεια είναι άτοπη κάθε απαίτηση για ιστορική ακρίβεια στην καταγραφή των γεγονότων. Παρά ταύτα, επειδή είναι προφανής και διακηρυγμένος ο στόχος του «εθνικού φρονηματισμού», δεν μπορεί παρά να επισημανθεί η κραυγαλέα απουσία του καθοριστικού παράγοντα, που δεν είναι άλλος από τον οθωμανικό στρατό. Στο έργο εμφανίζεται η λίμνη των Γιαννιτσών να είναι το πεδίο αντιπαράθεσης Ελλήνων και Βουλγάρων μακεδονομάχων. Δεν συνέβη αυτό την άνοιξη του 1907. Και άλλη μία παράλειψη: απουσιάζει κάθε αναφορά στην κοινωνική δομή της περιοχής, στοιχείο καθοριστικό για να κατανοήσουμε τα όσα συνέβησαν. Σεβόμενοι τη λογοτεχνική εκδοχή, ας δούμε ποια ήταν τα πραγματικά γεγονότα.

Επίκεντρο ήταν ο κάμπος της Δυτικής Μακεδονίας, καρδιά του οποίου ήταν η λίμνη/βάλτος των Γιαννιτσών. Το σύνολο των χωριών του κάμπου ανήκαν σε τσιφλίκια. Στο βόρειο, ανατολικό και δυτικό τμήμα τα τσιφλίκια είχαν μουσουλμάνους, Έλληνες, Εβραίους ή λεβαντίνους ιδιοκτήτες και στη συντριπτική πλειοψηφία τους σλαβόφωνους χριστιανούς χωρικούς. Στο νότιο τμήμα τα τσιφλίκια ανήκαν κατά κανόνα σε Έλληνες και είχαν Έλληνες χωρικούς. Οι σλαβόφωνοι χωρικοί στην πλειοψηφία τους τάχτηκαν με την ΕΜΕΟ, όπως παραδέχονται όλες οι πηγές, πρώτιστα οι ελληνικές. Αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένες.

Γράφει ο μακεδονομάχος Ιωάννης Υψηλάντης: «Όλα τα χωριά του κάμπου της Ναούσης, πολύ φανατικά τότε, ήσαν με το μέρος των ως σιδηρούν παραπέτασμα». Ο Έλληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Κορομηλάς:

«Ήλθομεν δι’ άμυναν κατά εχθρού ωργανωμένου, κατέχοντος άπαν το έδαφος και πάσας τας ψυχάς». Ο Κορομηλάς, μάλιστα, σε επιστολή του στο υπουργείο Εξωτερικών στις 5 Αυγούστου 1904 έκανε μια εξίσου σημαντική επισήμανση: αναφερόμενος στον περιβόητο Βούλγαρο κομιτατζή Αποστόλ Πετκόφ, ο οποίος κυριαρχούσε στην περιοχή και τον οποίο συντονισμένα καταδίωκαν Έλληνες και Οθωμανοί, εξηγούσε την κυριαρχία του με τη φράση «τον αγαπά και τον τρέμει συνάμα η ύπαιθρος χώρα».

Η συγκεκριμένη επισήμανση είναι σημαντική, καθώς περιγράφει την κοινωνική αντίθεση: τα κατώτερα στρώματα αγαπούσαν τον Πετκόφ –κυρίως τα όσα επαγγελλόταν–, ενώ αντίθετα οι γαιοκτήμονες, οι έμποροι και οι τοκογλύφοι των πόλεων που σχετίζονταν με την ύπαιθρο τον μισούσαν, αλλά δεν τολμούσαν να αντιδράσουν λόγω της τρομοκρατίας που ασκούσε. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι ολιγάριθμοι εύποροι αγρότες που «φορολογούνταν» βίαια από τους κομιτατζήδες. Υπήρχε και μια ιδεολογική διάσταση: η συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτικών, πολιτικών και διπλωματών που δραστηριοποιήθηκαν από την ελληνική πλευρά ήταν συντηρητικοί εθνικιστές. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν ούτε να προσεγγίσουν ούτε –πολύ περισσότερο– να αποδεχτούν τα κοινωνικά αιτήματα των ντόπιων χωρικών.

 

Σε αυτό το στρατιωτικό και κοινωνικό σκηνικό οικοδομήθηκαν οι συμμαχίες. Αναφέρουμε ενδεικτικά πως ο Χαλίλ Μπέης, ιδιοκτήτης του τσιφλικιού στο Διαβατό της Βέροιας, ενίσχυσε τα ελληνικά σώματα του βάλτου, φιλοξένησε στον οντά του τον καπετάν Άγρα, ενώ προστάτευσε την ανταρτοομάδα του καπετάν Κόρακα. Ένας άλλος τσιφλικάς, ο Εμίν Αγάς, συνεννοήθηκε για την κατασκευή ελληνικών ορμητηρίων στο τμήμα της λίμνης που ανήκε στο τσιφλίκι του και ενίσχυσε τους οπλαρχηγούς Κλάπα και Ακρίτα.331 Η συνεργασία αυτή εκφράστηκε και στρατιωτικά. Το φθινόπωρο του 1905 οι καλύβες-βάσεις της ΕΜΕΟ στη λίμνη δέχτηκαν τη συντονισμένη επίθεση του οθωμανικού στρατού και ελληνικών σωμάτων. Ο Γκόνος Γιώτας, πρώην κομιτατζής που πέρασε στο ελληνικό στρατόπεδο και έγινε ο σημαντικότερος ντόπιος μακεδονομάχος, γνωστός σαν «στοιχειό του βάλτου», αφηγείται:

Συνεννοηθείς μετά του κουμαντάρη [σ.σ. Οθωμανού φρούραρχου] Γκαλή-πασά, περιεκύκλωσα τας βουλγαρικάς καλύβας έξωθεν διά του στρατού. Έσωθεν δε προσβληθέντες υπό των ανδρών του Πετρίλου, περιήλθον εις τοιαύτην αμηχανίαν οι Βούλγαροι, ώστε εγκατέλειψαν την καλύβην του Τσέκρι αφήσαντες εν αυτή και τρεις νεκρούς. […]

Τη συναινέσει του κέντρου, συνεννοηθείς εκ δευτέρου [σ.σ. αρχές του 1906] μετά του Κουμαντάρ Χαβούζ-Μπέη, παρέλαβον πέντε άνδρας και συνηνώθην μετά του στρατού διά περιπολίαν προς ανακάλυψιν κομιτατζήδων και αποθηκών πολεμοφοδίων αυτών. Αποτέλεσμα ταύτης υπήρξε η ανακάλυψις 25 όπλων και δύο αποθηκών κενών, εχόντων μόνον πέντε κάπας και δύο βόμβας. Το κυριώτερον όμως υπήρξεν η φυλάκισις επί εξαμηνίαν ολόκληρον 35 φανατικών Βουλγάρων εξ όλης της περιφερείας Γενιτσών.

Ο Μανιάτης υπαξιωματικός του τακτικού στρατού Παναγιώτης Παπατζανετέας αφηγείται στην Πηνελόπη Δέλτα πως την άνοιξη του 1906 ο υπολοχαγός Ρήγας και ο ανθυπολοχαγός Αναγνωστάκος: «Μια μέρα συνεννοήθηκαν με Τούρκους αξιωματικούς να χτυπήσουμε μαζί μια βουλγαρική καλύβα στη θέση Μπαλίτζα. Με πλάβες πιάσαμε τα διάφορα μέρη μέσα στη λίμνη, γύρω από τη θέση Μπαλίτζα, και ο τουρκικός στρατός εισέβαλε κι αυτός με πλάβες από τα Γιαννιτσά». Τον Ιούνιο ο Αναγνωστάκος συνεννοήθηκε ξανά «με Τούρκους αξιωματικούς να περικυκλώσουν με στρατό απ’ έξω την περιοχή του βάλτου, απ’ όπου αυτός θα επιχειρούσε να διώξει τους κομιτατζήδες».

Οι κοινές ελληνοτουρκικές επιχειρήσεις κατά των κομιτατζήδων στη λίμνη των Γιαννιτσών εντάθηκαν στα τέλη του 1906. «Συνεπράξαμεν μετά των Τούρκων, παρενοχλούντες το βουλγαρικόν αρχηγείον διά επιθέσεων και ψευδοεπιθέσεων», όπως αναφέρει ο Ιωάννης Υψηλάντης, ενώ αναλυτικά στέκεται ο Παπατζανετέας:

Έλαβα γράμμα του κουμαντάρη της Βέροιας, του Τούρκου ταγματάρχη Ασήμπεη, που μου το ’στειλε με τον Χαλίλ μπέη από την Καβάσιλα. Στο γράμμα μού έγραφε ότι μου παρέχει όλα τα μέσα για να χτυπήσουμε μαζί τους Βουλγάρους. Και στο τέλος του γράμματος έλεγε “για να εκδικηθούμε το φόνο του αγαπητού μας Ριζά” [σ.σ. τον Ριζά Μπέη τον είχαν σκοτώσει λίγες ημέρες νωρίτερα οι Βούλγαροι στο χωριό Μπρανιάτες].

Μου έγραφε ακόμα να τεθώ επικεφαλής 50 Τούρκων στρατιωτών και να έβγω έξω να κυνηγήσω τους Βουλγάρους. Επειδή όμως εγώ είχα παραδώσει πια την υπηρεσία στον Αγρα, είπα στον κομιστή της επιστολής Χαλίλ Μπέη ότι το γράμμα αυτό θα το στείλω στον νέο αρχηγό. Και έτσι έκανα. Σε λίγες ημέρες έφτασε ο Άγρας και τον σύστησα στον Χαλίλ Μπέη. Τότε πήγε και βρήκε ο Άγρας τον κουμαντάρη Ασήμπεη στο χωριό Καβάσιλα, συνεννοήθηκε μαζί του και αποφάσισαν να χτυπήσουν μαζί τους Βουλγάρους. Αμέσως ο κουμαντάρης διέταξε και έφθασαν από τα Βοδενά πυροβόλα στο χωριό Ζερβοχώρι, συγχρόνως δε διά ξηράς με κάρα μετέφερε και μονόξυλα στη σκάλα του Ζερβοχωρίου.

Η τελική εκκαθάριση έγινε στα τέλη της άνοιξης του 1907. Ο οθωμανικός στρατός με μια γιγάντια –για τα μέτρα της περιοχής– επιχείρηση ξεκαθάρισε τη λίμνη των Γιαννιτσών από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Όχι όμως μόνοι τους οι Οθωμανοί. Ο «ειδικός γραφέας» του προξενείου Θεσσαλονίκης, ο ανθυπολοχαγός Κοντογούρης, είναι σαφής στην εκτίμησή του πως στο ξεκαθάρισμα της λίμνης από τον οθωμανικό στρατό «τα μέγιστα συνετέλεσαν τα εν τη λίμνη ημέτερα σώματα».

Στη λεπτομερή έκθεσή του προς το υπουργείο Εξωτερικών το προξενείο της Θεσσαλονίκης αναφέρει:

Οι Οθωμανοί, από καιρού παρασκευαζόμενοι διά την εξόντωσιν των εν τη λίμνη βουλγαρικών συμμοριών, απεφάσισαν να εκτελέσουν εσχάτως την μελετωμένην ταύτην επιχείρησιν. Στις 28 Απριλίου 1907 μετέφερον εις Γενιτσά και έρριψαν εντός της λίμνης αρκετόν αριθμόν λέμβων (πλαβών), εζήτησαν δε διά του φρουράρχου Γενιτσών συνεννόησιν μετά του Έλληνος αρχηγού του ανατολικού διαμερίσματος της λίμνης [σ.σ. του Νικηφόρου]. Ο αρχηγός εδέχθη τον εκ μέρους του φρουράρχου αποσταλέντα αξιωματικόν, από κοινού δε κατήρτισαν το σχέδιον της επιχειρήσεως. […] απόσπασμα [σ.σ. στάλθηκε από τον Νικηφόρο] του σώματος υπό τον Κρήτα Γρηγόριον Παπαδάκην εις ανίχνευσιν των βουλγαρικών θέσεων, […] κατέλαβε [σ.σ. ο στρατός] παλαιάς τινας καλύβας βουλγαρικάς άνευ αντιστάσεως. […] Οι ημέτεροι εξηκολούθησαν τας κατοπτεύσεις των, κατώρθωσαν δε ν’ ανακαλύψωσι και ετέραν βουλγαρικήν καλύβην, ονομαζομένην Αλγκίν, καθ’ ης σφοδρά έλαβεν χώραν επίθεσις τη 2α Μαΐου εκ μέρους του τουρκικού στρατού, χάρις δε εις την ανδρείαν του ως οδηγού χρησιμοποιηθέντος καπετάν Γρηγόρη Παπαδάκη, ενθαρρύνοντος απαύστως τους δειλιάσαντας και ετοίμους προς υποχώρησιν στρατιώτας, η καλύβη αύτη κατελήφθη.

Αυτή είναι η αλήθεια για τις συγκρούσεις στη λίμνη των Γιαννιτσών, επιβεβαιώνεται και από βουλγαρικές πηγές, όπως τα απομνημονεύματα δύο ντόπιων κομιτατζήδων, του Στογιάν Χατζίεφ από το Μπόζετς (τα σημερινά Άθυρα) και του Προντάν Χριστόφ από το Γερακάρτσι (ο σημερινός Γερακώνας).

Το πραγματικό «μυστικό του βάλτου», αυτή η συνεργασία, φυλάσσεται σαν επτασφράγιστο μυστικό από την επίσημη ελληνική ιστοριογραφία, το γιατί είναι προφανές. Τιμητική εξαίρεση αποτελεί το έργο του καθηγητή Βακαλόπουλου Μακεδονικός αγώνας: η ένοπλη φάση 1904-1908, ο οποίος στηρίζεται στις βασικές πηγές, στα επίσημα έγγραφα του ελληνικού προξενείου και στις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών.

Η Πηνελόπη Δέλτα, ας το ξαναπούμε, δεν έγραψε ιστορία, μυθιστόρημα έγραψε. Όμως, όπως αναφέραμε, είχε μιλήσει με αρκετούς από τους πρωταγωνιστές, γνώριζε από πρώτο χέρι τα γεγονότα. Αποτέλεσε επιλογή της να παρουσιάσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. «Στρατευμένη τέχνη», όπως θα έλεγαν και ορισμένοι αστοί διανοούμενοι, άνθρωποι δηλαδή της τάξης της. Η εκτίμηση δεν περικλείει καμία ειρωνεία.

Γράφει η Τόνια Κιουσοπούλου:

Είναι κοινός τόπος ότι ο λογοτέχνης ακόμα κι όταν μιλά για περασμένες εποχές, μιλά για την εποχή του. Και είναι επίσης κοινός τόπος ότι ένα λογοτεχνικό έργο με τις στοχεύσεις του έργου της Δέλτα αποδίδει πρόσωπα και ιδέες του παρόντος με τρόπο πολύ πιο άμεσο από ό,τι τα λιγότερο στρατευμένα λογοτεχνήματα.

Η Δέλτα στρατεύτηκε στην υπηρεσία της τάξης της, χρησιμοποιώντας τον μακεδονικό αγώνα, και δεν άφησε η ίδια κάποια αμφιβολία για αυτό. Το 1909, σε επιστολή της προς τον Φώτιο Φωτιάδη, έγραφε: «Είναι απελπιστικό να βλέπει κανείς, μέσα στα μαύρα μας χάλια, να βγαίνουν κάθε λίγο οι εφημερίδες με σοσιαλιστικά άρθρα, γυρεύοντας να γεννήσουν τάσεις που δεν έχουν καν λόγο να υπάρχουν στα μέρη μας, όπου δεν υπάρχει proletariat».

Είναι σίγουρα παράδοξο πώς η βαθιά καλλιεργημένη και πλήρως ενημερωμένη Δέλτα δεν είχε ακούσει καν πως υπήρχαν στην Ελλάδα πόλεις που ονομάζονταν Πειραιάς, Πάτρα ή Σύρος· πώς δεν είχε ακούσει καν για το Λαύριο ή για τους κολίγους των τσιφλικιών της Θεσσαλίας· πώς κανείς από τους μακεδονομάχους με τους οποίους μίλησε δεν της ανέφερε για την κολασμένη ζωή των σλαβόφωνων αγροτών στα τσιφλίκια του βάλτου των Γιαννιτσών· πώς δεν είχε διαβάσει τις αναφορές του Ίωνα Δραγούμη για τα «κτήνη», όπως αποκαλούσαν οι τσιφλικάδες της Μακεδονίας τους σλαβόφωνους χωρικούς. Κρίμα που σε όλη της τη ζωή δεν «είδε» ποτέ το proletariat των Βαλκανίων!

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ