Πηγή: Νέα Κρήτη
Η ανατριχιαστική είδηση για το απονενοημένο διάβημα δύο 17χρονων κοριτσιών είναι κάτι που θα πρέπει να μας κάνει όλους να σκεφτούμε
Υπάρχουν ειδήσεις που δεν περνούν απλώς από τα μάτια σου. Δεν είναι σαν τις άλλες. Δεν τις καταναλώνεις και συνεχίζεις. Σε σταματούν. Σε κοιτάνε πίσω. Και μένεις εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα ή για πολύ περισσότερο απ’ όσο αντέχεις να παραδεχτείς, να προσπαθείς να καταλάβεις πώς γίνεται κάτι τέτοιο να έχει συμβεί… πώς γίνεται να είναι αληθινό.
Δύο κορίτσια, 17 χρονών. Ηλικία που θεωρητικά είναι γεμάτη “ξεκινήματα ”, αγώνες, έρωτες, αγάπες, φιλιά, αγκαλιές και ταξίδια. Όχι τέλος, αμετάκλητα αντίο. Ηλικία που όλα υποτίθεται ότι ανοίγουν, δεν κλείνουν. Και όμως… κάπου εκεί, μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει πιο γρήγορα από τις λέξεις που προλαβαίνουμε να πούμε, δύο ζωές αποφάσισαν να φύγουν από τη σιωπή τους με τον πιο οριστικό τρόπο. Και πίσω μένει πάντα το ίδιο πράγμα. Όχι απάντηση. Ερώτηση. Και ένα σημείωμα. Λόγια απλά. Χωρίς υπερβολές. Χωρίς θεατρικότητα. Σχεδόν καθημερινά. Μια φωνή που δεν υψώνεται. Που δεν κατηγορεί. Που δεν κραυγάζει. Απλώς λέει: Δεν αντέχω άλλο…
«Πλέον δε με ευχαριστεί τίποτα από τη ζωή. Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό. Μαμά και μπαμπά, δε θέλω πια να ζω. Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα»… Και κάπου εκεί, όλα σταματούν να είναι “ιστορία” και γίνονται καθρέφτης. Γιατί μέσα σε αυτές τις λέξεις δεν υπάρχει μόνο ένα παιδί. Υπάρχουν μήνες. Ίσως χρόνια. Υπάρχουν πρωινά που ξεκινούν με βάρος στο στήθος. Βράδια που δεν τελειώνουν. Σκέψεις που δε λέγονται σε κανέναν. Και μια προσπάθεια, αθόρυβη, επίμονη, εξαντλητική, να φαίνεται ότι όλα είναι εντάξει. Ότι “τα καταφέρνω”. Ότι “είμαι καλά”. Και κάπου εκεί αρχίζει μια από τις πιο ύπουλες παγίδες της εποχής μας. Το να φαίνεσαι καλά, αντί να είσαι καλά. Και δε συμβαίνει μόνο στα παιδιά. Αλλά στα παιδιά… κοστίζει πιο πολύ.
Γιατί είναι ακόμη στη στιγμή που διαμορφώνεται το μέσα τους. Και εκεί, κάθε πίεση, κάθε προσδοκία, κάθε “πρέπει”, δεν είναι απλώς λέξεις. Γίνονται βάρη που δεν έχουν ακόμη μάθει να σηκώνουν. Πανελλήνιες. Εξετάσεις. Αριστεία. Επιτυχία. Λέξεις που ακούγονται “φυσιολογικές”, είναι όμως τα παιδιά μας άλογα κούρσας σε έναν κόσμο που τον φτιάξαμε στα μέτρα, στα χάλια μας και τις πομπές μας. Αλλά για κάποια παιδιά γίνονται ολόκληρος ο ορίζοντας. Σαν να μην υπάρχει τίποτα πέρα από αυτές. Σαν να μην επιτρέπεται να υπάρχει τίποτα πέρα από αυτές. Και όταν ένας έφηβος αρχίσει να πιστεύει ότι η αξία του κρίνεται αποκλειστικά εκεί… τότε το μέλλον δε μοιάζει με δρόμο. Μοιάζει με δοκιμασία που δεν τελειώνει ποτέ. Και εδώ δε μιλάμε για ευθύνες με την εύκολη έννοια. Δεν είναι “φταίει αυτός” ή “φταίει εκείνος”. Είναι κάτι πιο δύσκολο. Πιο συλλογικό. Πιο άβολο. Μια κοινωνία που έμαθε να ρωτάει «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» πριν μάθει να ρωτάει «είσαι καλά παιδί μου, παιδιά μας, όπως είσαι τώρα;». Γονείς που παλεύουν να προστατεύσουν, αλλά πολλές φορές μέσα στην πίεση ξεχνούν να παρατηρήσουν τη σιωπή. Σχολεία που μετρούν επιδόσεις, αλλά όχι πάντα το βάρος πίσω από αυτές, όχι ψυχές, συναίσθημα, αντίλογο. Και παιδιά που μαθαίνουν να αντέχουν… μέχρι που κάποια στιγμή δεν αντέχουν άλλο. Και το πιο δύσκολο σημείο δεν είναι πάντα το «φαίνεται χαρούμενο». Είναι το άλλο. Το παιδί που δε δημιουργεί πρόβλημα. Που δε φωνάζει. Που δεν αντιδρά. Που είναι “εύκολο”, “καλό”, “ήσυχο”. Γιατί πολλές φορές, εκεί μέσα, δεν υπάρχει ηρεμία.
Υπάρχει σιωπή που έχει γίνει συνήθεια. Και αυτή η σιωπή δεν ακούγεται εύκολα. Δεν ενοχλεί. Δε χτυπάει καμπανάκι. Μέχρι που κάποια στιγμή… είναι αργά για τα καμπανάκια. Και τότε όλοι λέμε την ίδια φράση: «Δεν το περιμέναμε». Αλλά ίσως το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό. Ότι περιμένουμε πάντα κάτι εμφανές. Κάτι που να “φαίνεται”. Και όχι αυτό που απλώς υπάρχει. Κάπου δίπλα μας. Ήσυχα. Αθόρυβα. Επώδυνα. Και αν υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να μείνει μόνο σαν σκέψη σήμερα… είναι αυτό: Ότι τα παιδιά δε χρειάζονται να αποδείξουν την αξία τους για να έχουν δικαίωμα στη ζωή. Δε χρειάζεται να πετύχουν για να δικαιούνται φροντίδα. Δε χρειάζεται να αντέχουν τα πάντα για να θεωρούνται δυνατά. Χρειάζονται χώρο. Ανάσα. Και ανθρώπους που θα αντέξουν να τα ακούσουν πριν χρειαστεί να φωνάξουν. Γιατί η αλήθεια είναι απλή και βαριά μαζί: πολλά παιδιά δε “φεύγουν” ξαφνικά. Κάθονται για καιρό στην άκρη του εσωτερικού τους κόσμου. Και περιμένουν, χωρίς να το λένε, κάποιον να τα δει. Πριν γίνει το βήμα που δεν επιστρέφει. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο καθήκον των μεγάλων. Όχι να έχουν όλες τις απαντήσεις. Αλλά να είναι παρόντες στις ερωτήσεις. Να αντέχουν τη σιωπή. Να ρωτούν ξανά. Να μένουν. Γιατί καμιά φορά, δε χρειάζεται κάτι μεγάλο για να αλλάξει μια ιστορία. Χρειάζεται μια στιγμή που κάποιος είπε: «Σε βλέπω». «Σε ακούω». «Μείνε εδώ λίγο ακόμα».
Είμαι πατέρας 4 παιδιών, 4 κοριτσιών, θέλω να το πω με όλη μου τη δύναμη. Ας κρατήσουμε κάτι απλό, σχεδόν αυτονόητο, αλλά τόσο συχνά ξεχασμένο: πριν από κάθε στόχο, πριν από κάθε επιτυχία, πριν από κάθε “μετά”… υπάρχει το τώρα. Και μέσα στο τώρα υπάρχουν παιδιά. Όχι αριθμοί. Όχι επιδόσεις. Όχι προσδοκίες, ειδικά οι δικές μας. Παιδιά. Και αυτά… δεν τα χάνεις χωρίς να χαθεί κάτι μέσα σε όλους μας. Και ίσως τώρα να μη χρειάζονται άλλα λόγια. Ίσως χρειάζεται μόνο να μείνουμε λίγο εκεί. Στη σιωπή. Γιατί εκεί, καμιά φορά, ακούγονται όλα όσα δεν ειπώθηκαν: «Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα»…

