Τέτοιες μέρες, είκοσι χρόνια πριν, βρισκόταν σε εξέλιξη το μεγαλύτερο φοιτητικό κίνημα στην ιστορία της χώρας μας. Και έχει θαρρώ μια σημασία να μιλήσουμε για εκείνες της μέρες, όχι για να θρηνήσουμε κάποιοι μια, τάχα, χαμένη νεότητα ή να αναπολήσουμε μια Ελλάδα που και τότε δεν μας χωρούσε ή ακόμα και να αναζητήσουμε κάποιο ελαφρυντικό για τους κατοπινούς μας δρόμους, αλλά για να μελετήσουμε τι σημαίνει μαζική πολιτική δουλειά, μετατόπιση συνειδήσεων, οικοδόμηση συμμαχιών. Να μιλήσουμε δηλαδή για το παρών.
Το 2006 φαντάζει ασφαλώς μακρινό και πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Το δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας» του €υρώ των ολυμπιακών αγώνων, του Εύρο 2004, του Ευρωμπάσκετ του 2005 και του Μουντομπάσκετ είχε ακόμα υλική υπόσταση. Τα ιδεολογήματα του ατομικού δρόμου και του καριερισμού αποτυπώνονται και μέσα στις σχολές με την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία των ΔΑΠ και ΠΑΣΠ. Η νέα γενιά πιστεύει ακόμα πως θα ζήσει καλύτερα από εκείνη των γονιών της, πως δικαιούται να ζήσει καλύτερα. Παρ’ όλα αυτά τα σύννεφα έχουν ήδη αρχίσει να πυκνώνουν και οι ευαίσθητες κεραίες της το διαισθάνονται. Η γενιά που αρχικά ονομάστηκε αυτή των 1.200€, γίνεται εκείνη των 1.000€, εκείνη των 800€. Το ρήγμα έχει πλέον ανοίξει, αν και δεν είναι απαραίτητα ορατό.
Η επίθεση όμως στις εργατικές κατακτήσεις είναι συνολικότερη. Οι αστικές δυνάμεις επιδιώκουν την δημιουργία ενός νέου μοντέλου εργαζομένου, πιο φθηνού, πιο «ευέλικτου», πιο πειθαρχημένου. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας πρέπει να καταργηθούν ή να απαξιωθούν, το ασφαλιστικό (αρχής γενομένης από εκείνο των τραπεζικών) να υπονομευτεί, οι ΔΕΚΟ να ιδιωτικοποιηθούν. Ο τρόπος ένταξης της νέας γενιάς εργαζομένων στην παραγωγή πρέπει να αλλάξει: οι προσδοκίες τους να τσακιστούν, η ισχύς των πτυχίων τους να κουρελιαστεί. Αυτό περνά μέσα από την αναθεώρηση του Άρθρου 16, τη σύνδεση του Πανεπιστημίου με την αγορά και την εισαγωγή κριτηρίων ανταποδοτικότητας και την αυταρχικοοποίηση της λειτουργίας του, την πρόσληψη μάνατζερ και μια πρωτοφανή προσπάθεια εντατικοποίησης, που περιελάβανε την εισαγωγή κύκλων σπουδών, τις αλυσίδες μαθημάτων, τις πιστωτικές μονάδες, τη διαγραφή των φοιτητών στα ν+2 έτη ή μετά την τρίτη φορά που θα κόβονταν σε ένα μάθημα, τα πειθαρχικά, την αλλαγή της εκπροσώπησης τους στα όργανα διοίκησης, το κόψιμο των δωρεάν συγγραμμάτων, την περικοπή των κοινωνικών παροχών, την αξιολόγηση, τη δια βίου συλλογή προσόντων, την αναγνώριση 3ετών μπάτσελορ του εξωτερικού όπως και των ΚΕΣ (των κέντρων ελευθέρων σπουδών). Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν αποκλειστικά εμπνεύσεις του ελληνικού αστισμού αλλά ντιρεκτίβες της Ε.Ε,, βλ. οδηγίες της Μπολόνια για την μεγαλύτερη συνοχή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης βάση της ευρύτερης «στρατηγικής της Λισαβόνας» για μια «ολοκληρωμένη και πλήρως λειτουργική ενιαία ευρωπαϊκή αγορά». Αυτά τα σχέδια προσκρούουν όμως και σε αντιδράσεις: στη Γαλλία η νεολαία σε συντονισμό με τα συνδικάτα και τους εργαζομένους έχει ήδη βγει μαζικά στους δρόμους προκειμένου να ανατρέψει αυτές τις μεταρρυθμίσεις, αγώνες που στη συνέχεια θα εμπνεύσουν τους φοιτητές και στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση ξεκινά την επίθεση της στο τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς 2004/05 με την ψήφιση του νόμου για τον ΔΟΑΤΑΠ (Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης). Στη συνέχεια το θερινό τμήμα της Βουλής ψηφίζει το νόμο για τα ΙΔΒΕ (Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης) και την αξιολόγηση. Ταυτόχρονα εξαγγέλλει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Οι πρώτες κινητοποιήσεις σημειώνονται ήδη από την άνοιξη του 2005, όμως δεν θα καταφέρουν να γενικευτούν. Θεωρώντας πως μπορεί να ελέγξει τις αντιδράσεις, η Νέα Δημοκρατία αρχίζει από την άνοιξη του 2006 την προετοιμασία για την ψήφιση του νομοσχεδίου το καλοκαίρι.

Τα πράγματα όμως θα εξελιχθούν διαφορετικά από τις βουλές της….
Υπό σαφή ηγεμονία των, τότε ενιαίων, ΕΑΑΚ, ξεδιπλώνεται ένα πολιτικό σχέδιο υπεράσπισης του δημόσιου Πανεπιστημίου. Προτάσσει τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα πολιτικών δυνάμεων, κάτι καθόλου αυτονόητο για το ίδιο το μόρφωμα, πάνω σε ένα μάχιμο πλαίσιο δράσης ικανό να συσπειρώνει την πλειοψηφία των πληττόμενων φοιτητών – λογική που αποτυπώνεται στα ανοιχτά ενωτικά πλαίσια αγώνα μέσω αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών (συντονιστικές επιτροπές κατάληψης, συντονιστικά σχολών), ενώ καταβάλεται επίσης προσπάθεια για να συγκροτηθεί πανεκπαιιδευτικό μέτωπο. Αλλά το κίνημα που μέσα σε λίγες εβδομάδες θα σηκωθεί δεν μπορούσαν ούτε οι πιο αισιόδοξοι να το ονειρευτούν, με πολλές δεκάδες χιλιάδες φοιτητές να κατακλύζουν τα αμφιθέατρα των συνελεύσεων και τους δρόμους, ενώ και η συμμετοχή στις καταλήψεις είναι μαζικότατη.
Το χορό των καταλήψεων ανοίγει στις 3 Μάιου ο φοιτητικός σύλλογος Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης των Ιωαννίνων, αποφασίζοντας εβδομαδιαία κατάληψη έως τις 10/5. Ο σύλλογος Μηχανικών Επιστήμης Υλικών των Ιωαννίνων αποφασίζει κατάληψη από 8/5 έως 12/5. Θα ακολουθήσει το Πολυτεχνείο Κρήτης και σιγά-σιγά σε εκατοντάδες ακόμα τμήματα και σχολές οι φοιτητές πραγματοποιούν μαζικές συνελεύσεις, στις οποίες υπερψηφίζονται με συντριπτικά ποσοστά τα ανοιχτά ενωτικά πλαίσια. Κατόπιν στον αγώνα μπαίνουν η Νομική, η Ιατρική της Αθήνας, οι περισσότερες σχολές του ΕΜΠ, αργότερα και η Φιλοσοφική. Με ενθουσιασμό, μαχητικότητα και ζωντάνια η σπουδάζουσα νεολαία, κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, υπερασπίζεται τη δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, τα ενιαία πτυχία, τη μόνιμη και σταθερή δουλειά, τους αξιοπρεπείς ρυθμούς σπουδών. Στις 25/5 το ΔΣ της ΠΟΣΔΕΠ αποφασίζει να κηρύξει απεργία από 1-15 Ιούνη. Στις 12 Ιούνη η υπουργός παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου ανακοινώνει πως ο νόμος-πλαίσιο δεν θα κατατεθεί προς ψήφιση στο θερινό τμήμα της Βουλής, μια πρώτη νίκη των αγωνιζόμενων φοιτητών.

Στις 17 Ιούνη η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ ανακοινώνουν ότι από το Σεπτέμβρη θα μπουν και αυτές σε κινητοποιήσεις. Η μεγάλη πανεκπαιδετική απεργία στις 22 Ιούνη και οι κινητοποιήσεις ενάντια στη σύνοδο του ΟΟΣΑ στο Λαγονήσι και την Αθήνα κλείνουν αγωνιστικά τη χρονιά. Εκείνη τη περίοδο 429 από τις 454 σχολές ΑΕΙ—ΤΕΙ τελούν υπό κατάληψη, δηλαδή το 95%!
Απέναντι σε αυτό το ποτάμι η ΔΑΠ αποδεικνύεται ανίκανη να οργανώσει ένα μπλοκ υπέρ της αναδιάρθρωσης. Πανικόβλητη βλέπει τους ίδιους της τους φίλους, ακόμα και τα ίδια της τα μέλη, που φέρνει στις συνελεύσεις να στηρίζουν τα αγωνιστικά πλαίσια, καθώς πείθονται κατά την διάρκεια τους ότι όσα σχεδιάζονται πλήττουν και αυτούς. Ειδικά η προσπάθεια της να διοργανώσει «πορεία» υπέρ της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης στο κέντρο της Αθήνας ξεπερνά τα όρια του γελοίου και, φυσικά, στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία. Έτσι όχι μόνο παραδοσιακά της «κάστρα», όπως το ΠΑΠΕΙ και το ΠΑΜΑΚ, «πέφτουν» αλλά και σχολές (κυρίως) επαρχιακών πόλεων όπως της Χαλκίδας, της Κεφαλονιάς, της Σάμου, της Χίου και της Κοζάνης, πολλές χωρίς πραγματικό φοιτητικό συνδικαλισμό ή παρέμβαση αγωνιστικών δυνάμεων, μπαίνουν στον αγώνα, υιοθετώντας το πλαίσιο και τις πρακτικές των σχολών των μεγάλων Πανεπιστημίων.
Η ΠΑΣΠ βρίσκεται διχασμένη και, εν μέρει καιροσκοπικά, σε κάποιες σχολές στηρίζει το νομοσχέδιο, ενώ σε άλλες τα αγωνίστηκα πλαίσια. Αλλά και η ΠΚΣ ταλαντεύεται και ενώ αρχικά κατέβαζε δικά της πλαίσια και καταψήφιζε μαζί με τη ΔΑΠ ή την ΠΑΣΠ ως τις αρχές Ιούνη τις καταλήψεις, επικαλούμενη τη «λαϊκή οικογένεια που δεν αντέχει οικονομικά να χαθεί η εξεταστική», αναγκάζεται να στηρίξει τα ενιαία αγωνιστικά πλαίσια. Θα έχει ομολογουμένως κρίσιμη συμβολή το Γενάρη – Μάρτη, μια περίοδο λιγότερο μαζική από το Μάη – Ιούνη, επιμένοντας όμως σε ξεχωριστές πορείες και ξεχωριστό συντονιστικό των συλλόγων που επηρεάζει. Βέβαια, ενώ στηρίζει τα ενιαία πλαίσια, δηλαδή ένα σχέδιο που δεν προέρχεται από την ίδια, επιμένει να αυτοπροβάλλεται ως η πρωτοπορία του κινήματος. Αποτιμώντας ως υπερβολικά ενωτική αυτήν την επιλογή το ΚΚΕ θα διαγράψει μετά το τέλος του κινήματος την πλειοψηφία της ηγεσίας της ΚΝΕ που είχε προτάξει αυτή τη γραμμή.

Και η νέα ακαδημαϊκή χρονιά θα αρχίσει αγωνιστικά. Στις 18 Σεπτέμβρη ξεκινά η μεγάλη απεργία των δασκάλων. Θα κρατήσει έξι εβδομάδες και θα κορυφωθεί στις 18 Οκτωβρίου με μια μεγάλη πορεία με συμμετοχή 50.000 διαδηλωτών στο κέντρο της Αθήνας. Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις από την άλλη θα συνεχιστούν από το Γενάρη του 2007, όταν και πλησίαζε η ώρα της συνταγματικής αναθεώρησης. Και ενώ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν συγκεντρώσει μαζί κοντά στο 86% στις εκλογές και έμοιαζαν να έχουν εξασφαλίσει τη συναίνεση της κοινωνικής πλειοψηφίας, το φοιτητικό κίνημα με τη δυναμική του και τα επιχειρήματα των εκπροσώπων του, που κάθε βράδυ έμπαιναν σε όλα τα σπίτια από τα δελτία των 8, καταφέρνει να κάνει τα ζητήματα των φοιτητών υπόθεση όλης της κοινωνίας και να ανατρέψει υπέρ του το κλίμα. Και αυτό το νοιώθει ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ, που πιεζόμενο ασφυκτικά πολιτικά αναγκάζεται να αποχωρήσει από τη διαδικασία. Με αποτέλεσμα ολόκληρη η προσπάθεια συνταγματικής αναθεώρησης, που περιελάμβανε και άλλες αντιδραστικές τομές όπως πχ. σε θέματα περιβάλλοντος, να ακυρωθεί. Ο νόμος-πλαίσιο από την άλλη ψηφίζεται στις 8 Μαρτίου του 2007, μέσω πρωτόγνωρης, για την εποχή, καταστολής. Η εφαρμογή του όμως θα είναι μια μακρόχρονη διαδικασία, με τα Πανεπιστήμια ακόμα και σήμερα να μην λειτουργούν απόλυτα σύμφωνα με τις ονειρώξεις των εμπνευστών του. Με το νόμο όμως να έχει πλέον ψηφιστεί και τα αγωνιστικά μπλοκ να παρουσιάζουν σαφή σημάδια κόπωσης και απομαζικοποίησης, το δίλλημα σχετικά με το μέλλον του κινήματος διαπερνά και τα ίδια τα ΕΑΑΚ, οδηγώντας σε εκφυλιστικές πρακτικές που τραυματίζουν την ενότητα και τη συντροφικότητα στο εσωτερικό τους, που τόσο είχαν δυναμώσει κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.
Αυτό νομίζω πως πρέπει κυρίως να κρατήσουμε από την εμπειρία του 2006-07 είναι πως οι συμμαχίες μεταξύ πολιτικών δυνάμεων, η διαμόρφωση μαζικών αγωνιστικών κοινωνικών μπλοκ, χτίζεται πάνω σε συγκεκριμένα επίδικα, πάνω σε συγκεκριμένες μορφές πάλης και πρακτικές, όχι τη γενικόλογη διαμαρτυρία ή την πρωταρχική συμφωνία πάνω σε ένα μαξιμαλιστικό πλαίσιο αρχών. Ομοίως, μια δύναμη δεν είναι από τα πριν πρωτοπόρος, αλλά κατακτά αυτόν τον ρόλο στην πορεία, όντας συνεχώς αναγκασμένη να τον επιιβεβαιώνει καθώς εξελίσσεται ο αγώνας και μετακινούνται τα «στρατόπεδα». Έτσι και οι πολιτικές συμμαχίες του 2006-07 δεν υπήρχαν από την αρχή αλλά σφυρηλατήθηκαν μέσα στον αγώνα, παρά την ύπαρξη (και) αντιθετικών συμφερόντων μεταξύ των διαφορετικών αγωνιζόμενων κομματιών της εκπαίδευσης και, φυσικά, την ύπαρξη διαφορετικών αναλύσεων. Αυτό όμως που κατάλαβαν οι δυνάμεις που αναδείχθηκαν σε πρωτοπορία του είναι πως μια αντιαναδιαρθρωτική στρατηγική για να είναι πετυχημένη δεν μπορεί να είναι ένα απλό «όχι», θα πρέπει να ορίζει ένα δίπολο, αναδεικνύοντας την αντίθεση συμφερόντων αναφορικά με τη συγκεκριμένη αναδιάρθρωση και να συγκρούεται με αποφασιστικότητα με τον πυρήνα της και όλους τους ενορχηστρωτές της.
Το κίνημα του 2006-07 έδειξε επίσης πως ένας συσχετισμός που καταγράφεται την ημέρα των εκλογών μπορεί να ανατραπεί σε περίοδο κινήματος. Αντίστοιχα, βέβαια, ο συσχετισμός που διαμορφώνεται σε περίοδο κινήματος, οι μετατοπίσεις που παράγονται και οι τοποθετήσεις των μεμονωμένων ανθρώπων στα δίπολα της συγκυρίας δεν είναι καθόλου δεδομένο πως θα παραμείνουν ενεργές και σε επόμενο χρόνο. Έτσι, παρά τις προσδοκίες πολλών από μας για ένα νέο γύρο κινήματος από τον Σεπτέμβρη του 2007, οι σχολές θα επιστρέψουν στην κανονικότητα, οι ριζοσπαστικές πρακτικές δεν θα γίνουν κομμάτι της καθημερινότητας και η κυριαρχία των καθεστωτικών παρατάξεων θα συνεχιστεί και η μοναδική ευκαιρία για την ανασυγκρότηση των δομών του φοιτητικού συνδικαλισμού, ιδιαίτερα της ΕΦΕΕ, θα σπαταληθεί. Το ρήγμα όμως που γέννησε το συγκεκριμένο κίνημα, η αδυναμία του συστήματος να ηγεμονεύσει με τον τρόπο που θα ήθελε πάνω στη νεολαία, θα συνεχίσει να παραμένει ενεργό. Είναι το ίδιο ρήγμα που θα παράξει, αν και με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά, και τον Δεκέμβρη του 2008, θα τροφοδοτήσει τους μετέπειτα λαϊκούς αγώνες της μεγάλης διετίας 2010-12 αλλά και όσους ακολούθησαν.

