Το γεγονός καθεαυτό έχει πολλές όψεις, και συνεπώς με πολλούς τρόπους μπορείς να το ερμηνεύσεις και να μάθεις απ’ αυτό. Και όπως συμβαίνει πάντα, ένα συμβάν δεν είναι απλώς ένα συμβάν. Εμπεριέχεται σε ένα πλαίσιο και εμπεριέχει πολλά άλλα δεδομένα, κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά.
Παίρνω αφορμή και αιτία από το φονικό στην Κρήτη. Μετά τρία χρόνια ο πατέρας, που δεν μπορεί να διαχειριστεί το πένθος από το θάνατο του γιού του, εστιάζει την προσοχή του στον φίλο που θεωρεί αιτία για το χαμό. Και τον σκοτώνει. Για να ησυχάσει η ψυχή του παιδιού του; Για να θεωρήσει πως έχει κάνει το καθήκον του απέναντι στο παιδί του; Γιατί έτσι επιτάσσουν τα έθιμα της περιοχής του; Γιατί …
Η φρίκη είναι παρούσα. Παρούσα και η βαρβαρότητα. Ένα ακόμη παιδί είναι νεκρό. Μια ακόμη χαμένη δυνατότητα του κόσμου. Μια ακόμη οικογένεια και ένας κύκλος ανθρώπων βουλιάζουν στο πένθος.
Τα «μέσα» και οι Ευαγγελάτοι έχουν θέμα. «Ερευνητές δημοσιογράφοι», ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, και αστυφύλακες σε μιντιακή υπηρεσία αναλύουν τα περιστατικά. Η φρίκη πολλαπλασιάζεται και κυρίως πολλαπλασιάζεται το αίσθημα ασφυξίας και αδιεξόδου. Το καλύτερό τους. Έτσι επιβιώνουν τα κάθε είδους παρόμοια πρόσωπα του «γενναίου νέου κόσμου» μας και τα κανάλια τους.
Δεν περνά από το μυαλό τους η σκέψη πως είναι συστατικό μέρος του προβλήματος και πως ταυτόχρονα αναπαράγουν την παθογένεια; Δεν τους ξέρω για τόσο αφελείς!
Το νόσημα είναι μεταδιδόμενο μέσω εικόνας και λόγου. Είναι σκοπός, δεν είναι απλώς ο τρόπος: Η κατάτμηση της πραγματικότητας σε περιστατικά μη συνδεόμενα, σε ατομικές περιπτώσεις που δεν έχουν συλλογικό υπόβαθρο, σε συμβάντα που δεν συνιστούν κοινωνικό είδος, σε εύκολες απαντήσεις που δεν χρειάζονται τη βάσανο της σκέψης.
Τι οδηγεί στην πράξη; Την κάθε φορά. Είναι εύκολη η απάντηση. Η ψυχολογική κατάσταση του δράστη. Τι είναι εκείνο που οδηγεί στην ψυχολογική κατάσταση; Ο χαρακτήρας του. Κάποια εξωτερικά συμβάντα επιδεινώνουν την κατάσταση. Και να λοιπόν το μοιραίο, όταν οι στιγμές συγχρονιστούν την κρίσιμη ώρα.
Το μικροκοινωνικό και το μακροκοινωνικό περιβάλλον είναι απόν. Δύσκολες συνιστώσες οι οποίες μπορεί να οδηγούν σε συσχετίσεις και συμπεράσματα. Γι’ αυτό και είναι εκείνο που ερευνάται λιγότερο. Άντε να φτάσει μέχρι της ευθύνη του δήμου που είχε τοποθετήσει την κολόνα και των δικαστηρίων που επί τρία χρόνια δεν εκδίκασαν την υπόθεση, στην περίπτωση του κρητικού φονικού. Γιατί από μικροί, οικογένεια, σχολείο, γειτονιά, συναναστροφή, μαθαίνουμε να ψάχνουμε το απλό, προσιτό και εφικτό. Οι δύσκολες συλλήψεις είναι ματαιότητα. Με ένα ναι ή ένα όχι απαντώνται όλα, όπως σε τηλεοπτικό πάνελ. Και το κύριο να βρεις την απάντηση και το δρόμο της ατομικής επιτυχίας. Εσύ είσαι το κέντρο του κόσμου.
Η διαρκής και κυρίαρχη «ορθολογικότητα» που διαχωρίζει τις συνέπειες απ’ τις αιτίες τους.
Αυτός ο κόσμος της εικόνας και του φαίνεσθαι δεν μπορεί να βρει απαντήσεις σε δύσκολα προβλήματα. Να κοπιάσει, να αναζητήσει την αλήθεια πίσω από το φαινόμενο. Δεν το έχει διδαχτεί. Δεν ξέρει πως γίνεται και καταλήγει να μη θέλει να το κάνει.
Στην περίπτωση της Κρήτης συμβαίνουν όλα αυτά. Συναιρούνται σε μια πράξη, τόσο απεχθή όσο και σχεδόν ανεξήγητη (αν χρησιμοποιήσουμε τα συνήθη εργαλεία της καθημερινής τηλεοπτικοσυστημικής μας εκπαίδευσης).
Η θλίψη δεν μπορεί να είναι εξήγηση αυτού του ειδεχθούς φόνου. Η θλίψη μπορεί να διεγείρει, ακόμη και να διαμορφώσει τις πιο δοτικές και τρυφερές συναισθηματικά και ηθικά όψεις του εαυτού, μπορεί επίσης να απελευθερώσει άγριες διαθέσεις και σκληρές επιθυμίες.
Έχει πάντα να κάνει με το συναισθηματικό, διανοητικό και κοινωνικό υπόβαθρο, τη συγκρότηση, ατομική και κοινωνική, του ανθρώπου. Αν δεν έχει μάθει να αναζητά την ευεργεσία του καλού, αν δεν ξέρει πως χρειάζεται και πως μπορεί να ανακαλύπτει τις αιτίες του κάθε φορά κακού, το μόνο που απομένει ως διέξοδος στο έτσι στενεμένο μυαλό είναι να μη δει πέρα από το άμεσα ορατό, το προσιτό, το εύκολο. Για να μπορέσει, όπως νομίζει, να το αντέξει και να το διαχειριστεί.
Μετά από αυτό ο δρόμος προς το απεχθές είναι σύντομος, αν και όχι εύκολος. Ευκολύνεται όμως αν ζεις σε μια περιοχή που όχι μόνο κρατά ζωντανή αλλά αναζωπυρώνει την παράδοση της βεντέτας, που αποθεώνει το απαραβίαστο δίκαιο της πατριαρχικής οικογένειας και που μπορεί να θεωρεί λεβεντιά το αποτρόπαιο.
Αξίζει να σημειώσει κανείς τι εννοεί η λέξη αναζωπύρωση. Εννοεί πως τα φαινόμενα αμβλύνονται, δεν εξαλείφονται όμως, σε κάποιες εποχές, ας τις ονομάσω κοινωνικής αισιοδοξίας, και ξαναζωντανεύουν όταν το κοινωνικό όλον υποχωρεί και οδεύει σε ορατό αδιέξοδο.
Κάθε φορά που οι άνθρωποι πίστεψαν και διεκδίκησαν ένα κοινωνικό όραμα, βγήκαν έξω και πάνω από τον εαυτό τους στο όνομα του συλλογικού ονείρου. Όσο σκοτώνεται το συλλογικό όνειρο, όσο λιγότερο οι άνθρωποι πιστεύουν στο συλλογικό ως πραγματική δυνατότητα ανόδου, τόσο περισσότερο στενεύει ο κόσμος και συνεπώς βουλιάζουν στο ατομικό πάθος κάθε είδους (μερικές φορές ακόμη και κάποιοι από εκείνους που υπηρετούν συλλογικά σχέδια).
«Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν», όπως έγραφε ο ποιητής.

