Ο διαγωνισμός που βρίσκεται σε εξέλιξη για την ιδιωτικοποίηση σχεδόν όλων των εναπομεινάντων δημόσιων περιφερειακών αεροδρομίων αποτελεί ένα γεγονός που, οφείλουμε να ομολογήσουμε, δεν είχε την προβολή που αντιστοιχεί στην τεράστια πρακτική και συμβολική του κρισιμότητά, ακόμα και στα μέσα της Αριστεράς. Η έγκριση από το Υπερταμείο της διενέργειας διεθνούς διαγωνιστικής διαδικασίας, προκειμένου να ιδιωτικοποιηθούν 22 περιφερειακά αεροδρόμια, σηματοδοτεί την έναρξη του δεύτερου κύματος ξεπουλήματος, μετά το πρώτο που δρομολόγησαν οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Σαμαρά και υλοποίησε, με μεγαλεπήβολο τρόπο, η κυβέρνηση Τσίπρα, δίνοντας το φιλέτο των δεκατεσσάρων περιφερειακών αεροδρομίων στη Fraport.
Πιο συγκεκριμένα, τα νέα αεροδρόμια που βγαίνουν στο σφυρί είναι της Αλεξανδρούπολης, του Αράξου, της Αστυπάλαιας, της Ικαρίας, των Ιωαννίνων, της Καλύμνου, της Καρπάθου, της Κάσου, του Καστελόριζου, της Καστοριάς, της Κοζάνης, των Κυθήρων, της Λέρου, της Λήμνου, της Μήλου, της Νάξου, της Νέας Αγχιάλου, της Πάρου, της Σητείας, της Σκύρου, της Σύρου και της Χίου. Τα 22 αυτά αεροδρόμια εξυπηρέτησαν το 2025 περίπου 2,44 εκατομμύρια επιβάτες, καταγράφοντας αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ η τελική ημερομηνία για την εκδήλωση ενδιαφέροντος έχει οριστεί για τα τέλη Ιουνίου, με στόχο η εκχώρηση να ολοκληρωθεί μέσα στο 2027. Οι ιδιώτες που θα τα αναλάβουν είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα στηριχθούν, άμεσα ή έμμεσα, και από δημόσιους ή ευρωπαϊκούς πόρους. Έτσι, οι ενδιαφερόμενες πολυεθνικές όχι μόνο θα αποκτήσουν τον έλεγχο αυτών των υποδομών, που λειτουργούν ως φυσικά μονοπώλια, αλλά θα επιδοτηθούν κιόλας, διαμορφώνοντας ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για τα επόμενα τουλάχιστον 40 χρόνια που προβλέπει η σύμβαση παραχώρησης. Όχι και άσχημα για τους «ρισκοβόρους» επενδυτές της ελεύθερης οικονομίας.
Επειδή όμως η κοινωνική πλειοψηφία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το νομαδικό είδος των υποψήφιων αγοραστών που λυμαίνονται τις δημόσιες υποδομές, αλλά αντιθέτως αποτελείται από τον κόσμο της εργασίας, οι προτεραιότητές της είναι ριζικά διαφορετικές. Η κοινωνία έχει ανάγκη από φθηνές, ασφαλείς και ποιοτικές μετακινήσεις και, ως εκ τούτου, από δημόσιες υποδομές με αυστηρά κοινωνικό χαρακτήρα, έξω από τη λογική του κέρδους. Γι’ αυτό ακριβώς, το νέο ξεπούλημα των δημόσιων αεροδρομίων αποτελεί ακόμη μία κίνηση της αστικής τάξης στη διαρκή ταξική επίθεση εναντίον των λαϊκών στρωμάτων και θα πρέπει να απασχολήσει πολύ σοβαρά το κίνημα και τη μαχόμενη Αριστερά στο πλαίσιο των ευρύτερων αγώνων ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις.
Η μετατροπή της ΔΕΗ από δημόσιο πάροχο ρεύματος σε ανταγωνιστικό μαγαζάκι μεταξύ άλλων ιδιωτών, η εξωφρενική ύπαρξη του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, η κερδοσκοπία των διυλιστηρίων εν μέσω μεγάλων ενεργειακών κρίσεων, καθώς και οι υψηλές τιμές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην παροχή τηλεπικοινωνιών από το παράρτημα της Deutsche Telekom που λέγεται ΟΤΕ, αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα που ίσως κάποτε φάνταζαν αδιανόητα, αλλά τώρα περνούν ως φυσική τάξη πραγμάτων. Η εκχώρηση των σιδηροδρόμων και η κατάληξή της στο συλλογικό λαϊκό τραύμα, το έγκλημα των Τεμπών, είναι ένα άλλο, σκληρά αδιανόητο γεγονός, που συμπυκνώνει απόλυτα το σύνθημα των μεγαλύτερων κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων: “Οι ιδιωτικοποιήσεις σκοτώνουν”!
Το γεγονός ότι όλα αυτά έχουν πλέον εδραιωθεί ως «κοινός νους» για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν προέκυψε αυτόματα, απλώς επειδή πέρασαν κάποια χρόνια και οι ιδιωτικοποιήσεις ξεχάστηκαν, αλλά επειδή από την πλευρά της αστικής τάξης και των πολιτικών και προπαγανδιστικών μηχανισμών της δόθηκε μια σκληρή και μανιασμένη ιδεολογική μάχη. Μια μάχη για να εξυμνηθεί η «ιδιωτική πρωτοβουλία», η «καινοτομία», η «ευελιξία» και να δικαιολογηθεί η πρεμούρα να προετοιμαστεί το έδαφος για τους περιβόητους επενδυτές (οι οποίοι, αν θυμάστε, «θα έσωζαν την παρτίδα», αλλά κατέληξαν να αγοράζουν οικόπεδα στις Κυκλάδες). Ταυτόχρονα, καθύβριζαν οτιδήποτε δημόσιο (καθώς και την υπεράσπισή του) ως συνώνυμο της «οκνηρίας», της «σπατάλης», της «γραφειοκρατίας» και, εντέλει, μιας ξεπερασμένης αντίληψης κάποιων «ιδεοληπτικών».
Μια μάχη που συνοδεύτηκε και συνοδεύεται από χημικά, ασφυξιογόνα, ξύλο, συλλήψεις και δικαστήρια. Με επιστρατεύσεις απεργών, με νομοσχέδια περί απαγόρευσης των συγκεντρώσεων, με αντισυνδικαλιστικούς νόμους, με δικαστικές αποφάσεις που έβγαζαν κάθε απεργία «παράνομη και καταχρηστική», με νόμους κατεπείγοντος και πειθαρχικά στο Δημόσιο, με εξοντωτικές αγωγές SLAPP εναντίον όσων αντιστέκονται και με άλλα, περισσότερο ή λιγότερο περίτεχνα, μέσα που χρησιμοποιούν οι μηχανισμοί εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, ώστε να εμπεδωθεί ότι τα κοινά αγαθά και η καθημερινότητά μας θα εναρμονίζονται πλήρως με τη ροή της επέκτασης του κεφαλαίου και τους όρους που αυτό θέτει.
Το κράτος στον καπιταλισμό της εποχής μας δεν αποσύρεται, αφήνοντας έναν νέου τύπου, ισχυρότερο «αυτορρυθμιζόμενο καπιταλισμό», αλλά, μεταξύ άλλων, ως μεσίτης-«dealer» του κεφαλαίου, προετοιμάζει το έδαφος, ανοίγει αγορές, μεταφέρει ζημιές στην κοινωνία και διασφαλίζει ότι οι ιδιώτες θα μπουν σε ήδη σίγουρες, οργανωμένες και συχνά επιδοτούμενες υποδομές. Η μεταβίβαση δημόσιων ροών εισοδήματος σε ιδιωτικούς ισολογισμούς είναι σχεδόν αναπόφευκτη όταν βασικές υποδομές πωλούνται από το Υπερταμείο, όταν διαλύεται το ΕΣΥ και η ιδιωτική δαπάνη για την υγεία στην Ελλάδα συγκαταλέγεται στις υψηλότερες στην ΕΕ, όταν οι μεγάλες ενεργειακές καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας την ίδια στιγμή που η χώρα κατέχει τις πρώτες θέσεις στην ενεργειακή φτώχεια, και όταν παρακάμπτεται το άρθρο 16 για να ανοίξει ο δρόμος στους κολλεγιάρχες, οι οποίοι βαφτίζουν τις σχολές τους πανεπιστήμια.
Παρά τους δύσκολους συσχετισμούς, όμως, κεντρικά και αποκεντρωμένα παραδείγματα αντίστασης είναι υπαρκτά και εκφράζουν την πολιτική των πληττόμενων. Ορισμένα από αυτά είναι το πολύμορφο κίνημα για την υπεράσπιση του νερού, οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων υγειονομικών για τη διάσωση του ΕΣΥ, οι τοπικοί και περιφερειακοί αγώνες για την υπεράσπιση των πλατειών και των πάρκων στις γειτονιές, ενάντια στην τσιμεντοποίηση και το gentrification, το κίνημα των ελεύθερων παραλιών στα νησιά και στους παραλιακούς χώρους, που συγκρούστηκε ευθέως με την αυθαιρεσία των επιχειρηματιών, καθώς και πρωτοβουλίες όπως αυτή για έναν Δημόσιο, Ασφαλή και Ποιοτικό Σιδηρόδρομο, που αναδεικνύει τις τραγικές συνέπειες της ιδιωτικοποίησης και προτείνει, με κινηματικούς όρους, έναν σιδηρόδρομο δημόσιο, με ουσιαστικό έλεγχο των εργαζομένων και φορέων κοινωνικού συμφέροντος.
Η αντίθεση στις ιδιωτικοποιήσεις, οι αγώνες για τα δημόσια αγαθά και για μια οικειοποίηση του δημοσίου από τα λαϊκά στρώματα, με όρους που να εξασφαλίζουν όλο και περισσότερο τον ουσιαστικό έλεγχο από όσους εργάζονται σε αυτό, αποτελούν βασικό όρο για την πολιτική αντιστροφή των ηττών. Ο συντονισμός και η ενοποίηση των επιμέρους αγώνων (παράγοντες που λειτουργούν από μόνοι τους ως πολλαπλασιαστικός παράγοντας), καθώς και η εμφάνιση νέων, συνιστούν το διαρκές στοίχημα για μια Αριστερά που διεκδικεί νίκες και κατακτήσεις στο σήμερα, ως αφετηρία για βαθύτερες και γενικευμένες ρήξεις προς όφελος του λαού.

