H 9η Μάη ως καθρέφτης των σημερινών αδυναμιών μας, του Σωτήρη Μερμίγκη

Γράφει ο Χέμινγουεϊ: «Κάθε άνθρωπος που αγαπά την ελευθερία, χρωστάει στον Κόκκινο Στρατό περισσότερα από ό,τι μπορεί ποτέ να πληρώσει»

Η μέρα της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα προς το παρόν και το μέλλον: πώς οι άνθρωποι, μέσα στις πιο σκοτεινές συνθήκες, κατόρθωσαν να ανατρέψουν αυτό που έμοιαζε ανίκητο; Η 9η Μάη προκαλεί ταυτόχρονα θαυμασμό και αμηχανία. Θαυμασμό, γιατί είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς το μέγεθος της θυσίας, της αντοχής και της συλλογικής δύναμης που χρειάστηκε για να ηττηθεί ο ναζισμός. Αμηχανία, γιατί η νίκη αυτή συνδέθηκε με ιστορικές εμπειρίες βαθιά αντιφατικές: με τη ΕΣΣΔ, με τις τραγωδίες της γραφειοκρατίας, με τον σταλινισμό, με την αποξένωση των επαναστατικών ελπίδων που είχαν γεννηθεί μέσα στον 20ό αιώνα. Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται το βάθος της Ιστορίας, ότι τα μεγάλα γεγονότα δεν είναι ποτέ καθαρά, άψογα ή μονοσήμαντα.

Η 9η Μάη δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στη σοβιετική αγιογραφία ούτε στη μεταψυχροπολεμική απονεύρωση της μνήμης. Δεν είναι ούτε απλώς η θριαμβευτική επιβεβαίωση ενός κράτους ούτε μια δήθεν ουδέτερη «ευρωπαϊκή ημέρα συμφιλίωσης». Είναι κάτι πολύ πιο επικίνδυνο και πολύ πιο ζωντανό: η απόδειξη ότι οι λαοί, όταν κινητοποιούνται ιστορικά, μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο.

Ο φασισμός δεν ηττήθηκε επειδή δήθεν επικράτησαν αφηρημένες ευρωπαϊκές αξίες, πράγμα που αποτελεί την κυρίαρχη αφήγηση περί του τέλους του πολέμου από την φιλελεύθερη σκοπιά. Ηττήθηκε ακριβώς επειδή εκατομμύρια επί εκατομμυρίων εργάτες, αγρότες, αντάρτες, γυναίκες, φοιτητές και στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τελικής πτώσεως. Ηττήθηκε στα εργοστάσια που παρήγαγαν αδιάκοπα μέσα σε συνθήκες πείνας, στα βουνά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, στους δρόμους του Στάλινγκραντ, στα στενά των παρτιζάνων, στις κατεχόμενες πόλεις όπου άνθρωποι χωρίς καμία βεβαιότητα για το αύριο αποφάσισαν να αντισταθούν.

Και ίσως αυτό είναι που δυσκολεύει ακόμη και σήμερα τη Δύση να συμφιλιωθεί πραγματικά με τη μνήμη της 9ης Μάη. Γιατί η πραγματική ιστορία της Αντιφασιστικής Νίκης αντί για τις αγορές, τους θεσμούς ή τις διπλωματικές ισορροπίες, φέρνει στο προσκήνιο τους λαούς όλους του κόσμου, τους ταπεινούς και καταφρονεμένους ως ιστορικό υποκείμενο. Φέρνει στο προσκήνιο τον κομμουνιστή αντάρτη, τον ανώνυμο εργάτη, τη γυναίκα της Αντίστασης, τον στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού, τον εξεγερμένο άνθρωπο που αρνήθηκε να αποδεχτεί τη βαρβαρότητα ως φυσική κατάσταση.

Αυτό προφανώς δεν σημαίνει αποσιώπηση των εγκλημάτων, των εκκαθαρίσεων ή των αυταρχικών μορφών εξουσίας που αναπτύχθηκαν στους Βρετανούς και στους Αμερικάνους, αλλά και στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Η ιστορική ωριμότητα απαιτεί να βλέπεις ταυτόχρονα τη μεγαλουργία και την τραγωδία. Όμως υπάρχει κάτι βαθιά αντιιστορικό και αντιδραστικό στην προσπάθεια να μετατραπεί η Αντιφασιστική Νίκη απλώς σε μία σύγκρουση ολοκληρωτισμών ή σε μια νίκη δίχως υποκείμενο, χωρίς κοινωνικές δυνάμεις, χωρίς λαούς.

Οι στοχαστές και διάφορες σχολές του 20ού αιώνα προσπάθησαν να κατανοήσουν τι αποκάλυψε ο φασισμός για τη νεωτερική κοινωνία. Μας προειδοποίησαν ότι η βαρβαρότητα δεν έρχεται μόνο απ’ έξω διότι μπορεί να γεννηθεί μέσα στην ίδια την πρόοδο, μέσα στην εργαλειακή λογική, στην αλλοτρίωση, στη γραφειοκρατία, στην πειθαρχία και στη μαζική κοινωνία. Πως είναι κομμάτι των δομων που συντηρούν την οικονομική βάση. Είχαν δίκιο. Κι όμως, ορισμένες φορές, η εύλογη δυσπιστία τους απέναντι στις κρατικές μορφές εξουσίας οδηγούσε σε μια υποτίμηση του ίδιου του ιστορικού γεγονότος της νίκης.

Γιατί η 9η Μάη δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο θεωρητικής αποδόμησης, μα ένα πραγματικό γεγονός. Συνέβη. Ο ναζισμός πράγματι ηττήθηκε. Η κόκκινη σημαία υψώθηκε στο Ράιχσταγκ. Οι λαοί της Ευρώπης ανάπνευσαν έπειτα από χρόνια τρόμου και φρίκης. Και αυτή η πραγματικότητα, όσο αντιφατική κι αν είναι, δεν μπορεί να διαγραφεί.

Στην Ελλάδα, η σημασία της ημέρας αποκτά ακόμη βαθύτερο χαρακτήρα. Η Αντίσταση δεν ήταν μόνο εθνική επιβίωση. Ήταν η στιγμή όπου οι απόκληροι πίστεψαν ότι μπορούν να οικοδομήσουν έναν διαφορετικό κόσμο. Το ΕΑΜ, οι λαϊκές συνελεύσεις, η αυτοοργάνωση, οι αντάρτικες δομές, η πολιτιστική άνθηση μέσα στην Κατοχή, συγκρότησαν μια ιστορική εμπειρία που ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή στρατιωτική αντίσταση.

Γι’ αυτό και η ήττα που ακολούθησε υπήρξε τόσο βαθιά. Τα δεκεμβριανά, η λευκή τρομοκρατία, ο εμφύλιος, τα πέτρινα χρόνια, η καταστολή, η ήττα, αλλά και αργότερα με την μεταπολίτευση η ενσωμάτωση, η διάσπαση, η γραφειοκρατικοποίηση και τελικά η στρατηγική κατάρρευση, ειδικά μετά το 2015, δημιούργησαν μια ολόκληρη εποχή απογοήτευσης και κατακερματισμού. Η Αριστερά σήμερα μοιάζει συχνά ανίκανη να μιλήσει ως ιστορική δύναμη. Σκορπισμένη ανάμεσα σε μικροηγεμονισμούς, ηθικές αυταρέσκειες, ιδεολογική κόπωση και πολιτική αμηχανία, μοιάζει να έχει χάσει την πίστη ότι μπορεί πραγματικά να μετασχηματίσει την κοινωνία.

Κι όμως, η 9η Μάη στέκεται απέναντι σε αυτή την παραίτηση. Υπενθυμίζει ότι υπήρξαν στιγμές όπου οι συσχετισμοί έμοιαζαν πολύ πιο απελπιστικοί απ’ ό,τι σήμερα. Ότι οι άνθρωποι αγωνίστηκαν χωρίς καμία εγγύηση νίκης. Ότι η Ιστορία δεν κινείται γραμμικά ούτε χαρίζεται σε κανέναν. Και κυρίως, υπενθυμίζει πως τίποτα μεγάλο δεν γεννήθηκε ποτέ από τον κατακερματισμό και την αυτάρεσκη καθαρότητα.

Η μεγάλη τραγωδία της μεταψυχροπολεμικής Αριστεράς ήταν πως, μετά την κατάρρευση της απόπειρας οικοδόμησης κομμουνιστικών κοινωνιών στον 20ό αιώνα, δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει συλλογικά και δημιουργικά την ίδια της την ήττα. Πολλοί αρκέστηκαν να μιλούν για προδοσία, λες και η Ιστορία εξηγείται μέσα από πρόσωπα και συνωμοσίες σα του Κατιλίνα. Άλλοι περιορίστηκαν στη δικαίωση του «εμείς τα λέγαμε», ακόμη κι όταν τα ίδια τα ρεύματα που υποτίθεται ότι δικαιώθηκαν είχαν ιστορικά εξαντληθεί και παρασυρθεί στην ήττα. Κι ένα μεγάλο κομμάτι της ριζοσπαστικής Αριστεράς παρέμεινε εγκλωβισμένο σε καταγωγικές ταυτότητες—τροτσκισμός, μαοϊσμός, σταλινισμός, ευρωκομμουνισμός—χωρίς να κατορθώσει να υπερβεί πραγματικά τις αρνητικές κληρονομιές του 20ού αιώνα.

Αντί να ανοίξει μια βαθιά, συλλογική και δημόσια συζήτηση για το τι απέτυχε, γιατί απέτυχε και τι σημαίνει κομμουνιστική πολιτική μετά την κατάρρευση, κυριάρχησε η σιωπή. Ναι, βιβλία γράφτηκαν, αναλύσεις κατατέθηκαν, αγωνιστές προσπάθησαν να ξανασκεφτούν τη στρατηγική, τη δημοκρατία, την επανάσταση, τη σχέση κινήματος και εξουσίας. Όμως σπάνια υπήρξε πραγματική θεωρητική και πολιτική αναμέτρηση. Η κουλτούρα της κατακερματισμένης αυτάρκειας αποδείχθηκε ισχυρότερη από την ανάγκη ιστορικής αυτογνωσίας.

Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, παρέμεινε κάτι πολύτιμο: η αγωνιστικότητα, η επιμονή ανθρώπων που, παρά τις ήττες, συνέχισαν να αναζητούν δρόμους συλλογικής χειραφέτησης, διότι πολυ απλά οι συνθήκες δεν ήταν καλύτερες, δεν τελείωσε η ιστορία όπως είπε ο Φουκουγιάμα, παρά μόνο άρχισε η πιο βίαιη και κυνική φάση της. Εκεί βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο μάθημα της 9ης Μάη για το σήμερα. Ότι καμία ιστορική νίκη δεν γεννιέται από μικρές περιχαρακωμένες αλήθειες. Η Αντιφασιστική Νίκη υπήρξε προϊόν ιστορικής ενότητας μέσα στην αντίφαση. Κομμουνιστές, σοσιαλιστές, δημοκράτες, ανένταχτοι αγωνιστές, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και λαϊκές οργανώσεις συγκρότησαν, παρά τις τεράστιες διαφορές τους, ένα μέτωπο απέναντι στη βαρβαρότητα.

Αυτό ακριβώς μοιάζει σήμερα δραματικά απόν. Σε μια εποχή όπου η νέα ακροδεξιά επανεμφανίζεται διεθνώς, όπου ο πόλεμος παρουσιάζεται ξανά ως φυσική συνέχιση της πολιτικής, όπου ο ρατσισμός, η εξαθλίωση και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής επιστρέφουν στο κέντρο της παγκόσμιας πραγματικότητας, η Αριστερά αδυνατεί να εμφανιστεί ως δύναμη ιστορικής διεξόδου.

Και τότε αναδύεται το πιο οδυνηρό ερώτημα: «Ποια Αριστερά;»

Ερώτημα που δεν προκύπτει ως ειρωνεία των αντιπάλων της, αλλά ως πραγματικό πολιτικό αδιέξοδο. Γιατί όσο δεν συγκροτείται ένα κοινό μέτωπο κοινωνικής προοπτικής, όσο οι επιμέρους χώροι αδυνατούν να συνδεθούν σε ένα πειστικό ιστορικό σχέδιο, τόσο η κοινωνική απελπισία θα διοχετεύεται είτε στην αποστράτευση είτε στην αντιδραστική δημαγωγία.

Η 9η Μάη, λοιπόν, δεν είναι μόνο μνήμη μιας νίκης. Είναι και καθρέφτης των σημερινών αδυναμιών μας.

Μας θυμίζει ότι οι λαοί μπορούν να νικούν, αλλά μόνο όταν κατορθώνουν να υπερβαίνουν τον κατακερματισμό τους και να μετατρέπουν την κοινή ανάγκη σε συλλογική ιστορική δύναμη. Μας θυμίζει ότι ακόμη και οι πιο μεγάλες ήττες δεν αποτελούν το τέλος της Ιστορίας. Και μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν υπάρχει ακόμη η βούληση να ξανασκεφτούμε την πολιτική όχι ως διαχείριση μικρών χώρων και μηχανισμών, αλλά ως υπόθεση ιστορικής χειραφέτησης.

Γιατί τελικά το βαθύτερο νόημα της 9ης Μάη δεν βρίσκεται μόνο στο ότι ο φασισμός ηττήθηκε. Βρίσκεται στο ότι, κάποτε, εκατομμύρια άνθρωποι πίστεψαν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, και, έστω μέσα στις αντιφάσεις και τις τραγωδίες τους, το κατάφεραν.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ