Δεν πρόκειται για κάποιο «έγκλημα πάθους», ούτε για τη «στιγμιαία έκρηξη» ενός ψυχικά διαταραγμένου ατόμου. Ακόμα κι αν υφίστανται ατομικές παθολογίες, αυτές λειτουργούν μονάχα ως επιταχυντές, όχι ως η μήτρα του φαινομένου. Η γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία επιβεβαίωση της ιδιοκτησιακής λογικής που διέπει ιστορικά τις σχέσεις των φύλων. Όταν ο άντρας οπλίζει το χέρι του απέναντι στη γυναίκα, την οποία αντιλαμβάνεται ως «κτήμα» του, δεν δρα παραλογιζόμενος. Τουναντίον, ορθώνεται ως συνειδητός φορέας ενός συστήματος εξουσίας (της πατριαρχίας) που, επί σειρά αιώνων, του εκχωρεί δικαιώματα απόλυτης κυριότητας πάνω στο σώμα, τη βούληση και την ίδια της την ύπαρξη.
Αυτή η δομική στρέβλωση, άλλωστε, διαπερνά ολόκληρο το πλέγμα των εξουσιαστικών σχέσεων, μην αφήνοντας ανέπαφο ούτε τον θεσμό της μητρότητας. Ας αναλογιστούμε τη συσχέτιση που αναδύεται όταν ένας γονιός ασκεί σωματική βία στο παιδί του. Ούτε εδώ έχουμε να κάνουμε απλώς με μια «παιδαγωγική αστοχία». Όπως ακριβώς ο άντρας θεωρεί τη βία ως το ενδεδειγμένο εργαλείο για να επαναφέρει τη γυναίκα στη «θέση της», έτσι και η μάνα, έχοντας αφομοιώσει την ίδια κτητική λογική, αντιμετωπίζει το τέκνο της ως ιδιοκτησία. Η κανονικοποίηση της βίας ως «κατάλληλης» μεθόδου διαπαιδαγώγησης αποκαλύπτει το ίδιο εξουσιαστικό υπόβαθρο· την πεποίθηση πως ο ισχυρός νομιμοποιείται να καθυποτάξει τον αδύναμο, μετατρέποντάς τον από αυθυπόστατο υποκείμενο σε πειθήνιο αντικείμενο συμμόρφωσης.
Τη γυναίκα δεν τη δολοφονούν «επειδή είναι γυναίκα», αυτό θα αποτελούσε έναν απλουστευτικό βιολογισμό. Τη δολοφονούν γιατί τόλμησε να αποκλίνει από τον επιβεβλημένο κοινωνικό της ρόλο· γιατί τόλμησε να απομακρυνθεί κοινωνικά από τις «φυσικές της καταβολές», να απορρίψει και να αμφισβητήσει τον θρόνο που η πατριαρχία τής έστησε για να την κρατά υποτελή. Σε αυτό το πλαίσιο, για τον φαλλοκράτη, η γυναικεία «εξέγερση» και ανυπακοή δεν βιώνεται ως απλή προσβολή, αλλά ως άρνηση της γυναίκας να παραμείνει το έμφυλο αντικείμενο της εξουσίας του, ως υποβάθμιση της ιδιοκτησίας του, ως απόρριψη και συντριβή της κυριαρχίας του. Η βία, τότε, επιστρατεύεται ως το εργαλείο διατήρησης μιας τάξης πραγμάτων που ο ίδιος βλέπει να απειλείται.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν έχει ανάγκη να θανατώνει τις γυναίκες· αντίθετα, τις χρειάζεται ζωντανές και λειτουργικές προκειμένου να αναπαράγουν την εργατική δύναμη και για να αποσπά, μέσω της απλήρωτης οικιακής εργασίας, υπεραξία. Όμως, το εποικοδόμημα της πατριαρχίας -αυτό το βαθιά ριζωμένο σύμπλεγμα μισογυνισμού και ομοφοβίας- δεν συγχρονίζεται αυτόματα με τις επιταγές της σύγχρονης αγοράς. Απαιτεί χρόνο, διαπαιδαγώγηση και διαρκή καταστολή για να μεταλλαχθεί. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και ο ρόλος των δήθεν σύγχρονων προτύπων. Μέσα από τα πανεπιστήμια και τα κοινωνικά δίκτυα, μέχρι την πολιτιστική βιομηχανία, προάγεται μια αντίληψη του σώματος, η οποία, αντί να ανοίγει δρόμους στη χειραφέτηση, αναπαράγει με νέους, εκλεπτυσμένους όρους την εμπορευματοποίηση και την ιδιοκτησιακή λογική.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, κι ενώ οι μισογυνικές αντιλήψεις ξεπηδούν διαρκώς από τα στόματα εκφωνητών, δημοσιογραφίσκων και ανθρώπων της διπλανής πόρτας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι το ρηχό αίτημα για «καλή διαγωγή και σεβασμό». Ούτε αρκεί η ηθικοπλαστική προτροπή προς τους άντρες «να εκπολιτιστούν και να γίνουν μη βίαιοι», μια προσέγγιση που νομιμοποιεί έναν βολικό διαχωρισμό ανάμεσα στη σωματική και την ψυχολογική κακοποίηση. Μια τέτοια ανάγνωση παραμένει βαθιά πατριαρχική, καθώς υποβαθμίζει ένα αυστηρά δομικό ζήτημα, μεταθέτοντας το βάρος της ευθύνης αποκλειστικά στην ατομική βούληση. Αλίμονο αν η επιβίωση των γυναικών εξαρτηθεί από τον προαιρετικό «σεβασμό» και την καλή προαίρεση των θυτών.
Η εξάλειψη των γυναικοκτονιών προϋποθέτει τη μετωπική σύγκρουση με το οικοδόμημα της πατριαρχίας στο σύνολό του. Απαιτεί την έμπρακτη αμφισβήτηση της ίδιας της έννοιας της ιδιοκτησίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο αγώνας για τη χειραφέτηση της γυναίκας από τα δεσμά της πιο αρχέγονης σκλαβιάς στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν αποτελεί κάποιο δευτερεύον μέτωπο του ταξικού αγώνα· αντίθετα, συνιστά αναγκαία του προϋπόθεση. Όσο η κοινωνική αναπαραγωγή παραμένει εγκλωβισμένη στους τέσσερις τοίχους της πυρηνικής οικογένειας, η βία θα βρίσκει εκεί το ασφαλέστερο καταφύγιό της. Η κοινωνικοποίηση αυτής της λειτουργίας, η απόσπασή της από τα χέρια του «πατριάρχη» και η ανάθεσή της στην κοινότητα αποτελούν τον μοναδικό δρόμο για να ξεριζωθούν οριστικά οι υλικοί όροι που γεννούν και θρέφουν τον μισογυνισμό.

