Τον Γιάννη Κιμπουρόπουλο δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Δεκαετίες όμως διαβάζω προσεκτικά τις στήλες του στα διάφορα Μέσα όπου εργάστηκε. Η πρωτοτυπία των θεμάτων που έθιγε, το στυλ του και πάνω απ’ όλα η ριζοσπαστική του οπτική, συχνά απροσδόκητη με ένα στοιχείο έκπληξης χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτική, τον κατέτασσε τον στους σπουδαιότερους Έλληνες δημοσιογράφους, που τιμούσαν και βάθαιναν την κριτική σκέψη με την δουλειά και την έρευνά τους.
Υπό αυτό το πρίσμα η λογοκρισία που υπέστη από τη νέα ιδιοκτησία της Εφημερίδας των Συντακτών, συμφερόντων Μελισσανίδη, είναι καθαρά πολιτική και σκοπό έχει να οδηγήσει στην σιωπή μια φωνή η οποία παρεμβαίνοντας στην καθημερινότητα αποκαλύπτει οικονομικά εγκλήματα σε βάρος της κοινωνίας. Το ζητούμενο είναι δημοσιογραφία κατά παραγγελία των ολιγαρχών που θα διαμορφώνει μια δημόσια σφαίρα, με βάση τις δικές τους οικονομικές και πολιτικές επιλογές.
Η λογοκρισία και η απόλυση του Γιάννη Κιμπουρόπουλου αποδεικνύεται σημείο τομής στην ελληνική δημοσιογραφία για έναν ακόμη λόγο. Ο Τύπος στη χώρα μας για λόγους κυρίως ιστορικούς, που σχετίζονται τόσο με τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό όσο και με επί μέρους συμφέροντα, επιδιώξεις, συμμαχίες της αστικής μας τάξης, επεδείκνυε μια ασυνήθιστη για τα διεθνή δεδομένα ανεκτικότητα απέναντι στην Αριστερά. Οι αριστερές απόψεις στις εφημερίδες και άλλα Μέσα συχνά ήταν ευπρόσδεκτες από την ιδιοκτησία επειδή επιπλέον είχαν το δικό τους κοινό, συχνά μάλιστα απαιτητικό, κι επέτρεπαν στο Μέσο να διεισδύσει σε ένα ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο, στη δε αστική τάξη να αναπτύσσει τη δική της διαβρωτική παρέμβαση.
Οι εποχές άλλαξαν, καινούργια τζάκια πήραν την σκυτάλη στην αστική τάξη και ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός άλλαξε περιεχόμενο και προσανατολισμό. Ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος αποτέλεσε τον αντικατοπτρισμό στα Μέσα των νέων ορίων που θέτει η σύγχρονη αστική τάξη (αποτελούμενη κυρίως από ολιγάρχες της ενέργειας με πρωτοφανή σχέση εξάρτησης από τις ΗΠΑ) απέναντι στην διαφορετική άποψη. Δηλαδή, αναδεικνύει τον βαθύ αυταρχισμό που την χαρακτηρίζει, σε πλήρη αναλογία με τον αυταρχισμό στους χώρους εργασίας, το πολιτικό σύστημα, τα συλλογικά δικαιώματα κ.α.
Όλες αυτές τις μέρες που παρακολουθώ από μακριά τις εξελίξεις για την απόλυση του Γ. Κιμπουρόπουλου παρατήρησα κάτι ακόμη: Ενώ το θέμα της λογοκρισίας και της απόλυσης αναπαράγονταν σε όλα τα εναλλακτικά Μέσα, στα κυρίαρχα Μέσα επικρατούσε …άκρα του τάφου σιωπή. Την συνένοχη ομοφωνία ακολούθησαν ακόμη και Μέσα ενημέρωσης αντίπαλων ολιγαρχών που με κάθε ευκαιρία εκθέτουν τα ολισθήματα του Μελισσανίδη, γιατί ναι μεν υπάρχει ο Τσίπρας που όλους (τους ολιγάρχες) τους ενώνει, αλλά και οι ανταγωνισμοί είναι πολύ βαθείς για να κλείσουν με αφορμή την υποστήριξη σε έναν πρόθυμο και παντός καιρού οσφυοκάμπτη αχυράνθρωπο όπως είναι ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε κανένα ανταγωνιστικό Μέσο δεν βρήκε το πολιτικό θάρρος να αποκαλύψει ότι ο Κιμπουρόπουλος λογοκρίθηκε και απολύθηκε επειδή ανέδειξε το οικονομικό έγκλημα της Νεοδημοκρατικής ηγεσίας της ΔΕΗ να ανατινάξει μηχανολογικό εξοπλισμό από τα λιγνιτικά εργοστάσια αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η συγκάλυψη της απόλυσης Κιμπουρόπουλου φέρνει στην επιφάνεια ένα άλλο βαθύτατο χάσμα που διαπερνά και καθορίζει πλέον την ενημέρωση. Συχνά τα ΜΜΕ διακρίνονται σε παλιά (εφημερίδες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα κ.α.) και νέα (ιστοσελίδες, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κ.α.). Ωστόσο από κοινού τα Μέσα που ανήκουν σε ολιγάρχες (παλιά και νέα) αποσιώπησαν την απόλυση του Κιμπουρόπουλου ενώ από κοινού τα εναλλακτικά Μέσα πρόβαλλαν κατ’ επανάληψη (όπως έπρεπε δηλαδή) την δίωξή του, όπως πιο πρόσφατα είχαν κάνει με την περίπτωση του Μάριου Διονέλλη και του Τάσου Τσακίρογλου. Αυτή η ευαισθησία μετατοπίζει την διαχωριστική γραμμή των Μέσων από παλιά – νέα σε συστημικά – εναλλακτικά.
Προφανώς, η εναλλακτική ενημέρωση στην Ελλάδα έχει αδυναμίες, όπως χαμηλή θεματική πληρότητα βάσει των ρεπορτάζ που καθορίζουν την ύλη ενός Μέσου, συχνά ειδήσεις χωρίς έλεγχο και διασταύρωση, χρονική υστέρηση στην μεταφορά μιας είδησης κι άλλες πολλές. Έχει όμως να προσφέρει πολιτική αξιοπιστία, κοινωνική ευαισθησία, τεχνολογική καινοτομία και, το σημαντικότερο, ανεξαρτησία. Επιπλέον, οι αδυναμίες των συστημικών Μέσων – οργάνων των ολιγαρχών είναι τόσες πολλές (από την επιλογή και ιεράρχηση των θεμάτων, που έχει αφαιρέσει από την δημόσια συζήτηση ακόμη και τους όρους διαμόρφωσης των τιμών στα καύσιμα μην τυχόν και δυσαρεστηθούν οι ιδιοκτήτες των διυλιστηρίων και πρατηρίων, μέχρι την σκανδαλώδη φιλοκυβερνητική μονομέρεια για να συνεχίσουν να ρέουν οι κρατικές χρηματοδοτήσεις και την δουλική υποταγή στις ΗΠΑ), που υπερβαίνουν κατά πολύ τις αδυναμίες των εναλλακτικών Μέσων Ενημέρωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο η απόλυση του Γιάννη Κιμπουρόπουλου συμβολίζει το τέλος μιας εποχής και υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχουν παλιά και νέα Μέσα, αλλά συστημικά, ολιγαρχικά από την μια και από την άλλη εναλλακτικά, κριτικά, ριζοσπαστικά κι ας μην εντάσσονται στην Αριστερά.

