Τους τελευταίους μήνες, η ισπανική πυριτιδαποθήκη έχει εκραγεί, με τις κινητοποιήσεις για το δικαίωμα στην κατοικία να κλιμακώνονται όλο και περισσότερο. Από τις καλοκαιρινές διαδηλώσεις στην Πάλμα της Μαγιόρκα μέχρι τις μαζικές πορείες του Οκτωβρίου στη Μαδρίτη, ο αγώνας για το δικαίωμα στην κατοικία και η αντίσταση στην άκρατη τουριστικοποίηση έχουν φέρει συνολικά πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στους δρόμους.
Η στεγαστική κινητοποίηση πήρε νέα δυναμική μετά τη βίαιη έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ από το σπίτι στη Μαδρίτη όπου ζούσε επί 71 χρόνια. Η ίδια πέθανε στις 7 Οκτωβρίου, χωρίς να προλάβει να επιστρέψει στο σπίτι της. Η περίπτωση της Μαρικάρμεν δεν ήταν μεμονωμένη. Μόνο το 2025 έγιναν στην Ισπανία 25.540 εξώσεις, ενώ την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει συνολικά πάνω από 425.000. Όλα αυτά μέσα σε ένα τοπίο όπου οι τουριστικές περιοχές αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως ειδικές οικονομικές ζώνες εκμετάλλευσης και το σπίτι όχι ως ο χώρος στον οποίο δικαιούμαστε να ζούμε, αλλά ως ένα επενδυτικό πακέτο μετοχών. Το αν θα υπάρχει πρόσβαση στην κατοικία γίνεται υπόθεση της απόδοσης ενός χαρτοφυλακίου.
Στις 3 Οκτωβρίου, τέσσερις μεγάλες πορείες από διαφορετικά σημεία της Μαδρίτης συναντήθηκαν στην πλατεία Θιμπέλες. Στη συνέχεια, η αλυσίδα των κινητοποιήσεων απλώθηκε σε περισσότερες από πενήντα πόλεις (μεταξύ άλλων, στο Μπιλμπάο, στη Σεβίλλη, στη Βαλένθια και στο Κάδιθ), δείχνοντας ότι λίγες μέρες αρκούν για να ξεσπάσει με μαζικούς όρους η κοινωνική δυσφορία. Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν τα σωματεία ενοικιαστών, μαζί με την Πλατφόρμα Πληγέντων από τις Υποθήκες (PAH) και ευρύτερες κινηματικές συλλογικότητες.
Οι αγώνες για την κατοικία που έχουν ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα στην Ισπανία αποκτούν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και θέτουν, σε μαζικό κινηματικό επίπεδο, βαθιά ερωτήματα για την καθημερινότητα αλλά και, συνολικότερα, για τη ζωή που θέλουν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, οι νέοι, οι μετανάστες και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Η σύνδεση του στεγαστικού αγώνα με τις διεκδικήσεις για μισθούς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης δίνει στη σύγκρουση ευρύτερο περιεχόμενο. Δεν συζητείται μόνο πόσο κοστίζει ένα σπίτι, αλλά ποιος μπορεί να ζει στην πόλη και με ποιους όρους.
Η ευρύτερη κοινωνική πίεση από τα συνδικάτα ενοικιαστών, τις εργατικές οργανώσεις και τις δυνάμεις της Αριστεράς ανάγκασε την κυβέρνηση Σάντσεθ να φέρει δύο διατάγματα: ένα για την προστασία από τις εξώσεις και τη ρύθμιση της αγοράς κατοικίας και ένα δεύτερο για την αυτόματη ανανέωση των μισθωτηρίων. Τα συγκεκριμένα διατάγματα απορρίφθηκαν στις 2 Οκτωβρίου, με τις ψήφους του δεξιού PP (Λαϊκού Κόμματος), του ακροδεξιού Vox, της καταλανικής εθνικιστικής Δεξιάς του Junts και του συντηρητικού περιφερειακού κόμματος της Ναβάρας, UPN.
Στις 6 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση ενέκρινε νέες εκδοχές των διαταγμάτων, με τεχνικές τροποποιήσεις, επιδιώκοντας την επικύρωσή τους μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας του Κογκρέσου, του οργάνου που διατηρεί συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές αρμοδιότητες μετά τη διάλυσή του. Το βασκικό PNV έχει δηλώσει ότι θα στηρίξει το διάταγμα για την προστασία από τις εξώσεις, γεγονός που, εφόσον διατηρηθεί η στήριξη των υπόλοιπων συμμάχων της κυβέρνησης, μπορεί να εξασφαλίσει την επικύρωσή του χωρίς τις ψήφους του Junts. Έχει, όμως, δηλώσει ότι θα καταψηφίσει εκείνο για την αυτόματη ανανέωση των μισθωτηρίων. Η νέα κυβερνητική έγκριση, επομένως, δεν εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική επικύρωση του συνόλου των μέτρων.
Η κοινοβουλευτική κρίση, λοιπόν, εξελίχθηκε σε ευρύτερη πολιτική κρίση και ακολούθησε η προκήρυξη εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου. Οι εκλογές αυτές, όμως, θα γίνουν με τον κόσμο στους δρόμους. Το μαζικό λαϊκό κίνημα που αναπτύσσεται έθεσε τη γενική απεργία ως κεντρική διεκδίκηση και πέτυχε τη συνάντηση των συνδικάτων ενοικιαστών με τα εργατικά σωματεία, σε μια κατεύθυνση συντονισμού και ενοποίησης των αγώνων. Η απεργία ορίστηκε για τις 11 Νοεμβρίου, μέσα στην ευρύτερη προεκλογική συγκυρία και συνδέει τη μάχη για την κατοικία με τη διεκδίκηση καλύτερων μισθών και την αντιμετώπιση της ακρίβειας.Το στεγαστικό από ατομικό αδιέξοδο γίνεται ένα πεδίο εργατικής και κοινωνικής διεκδίκησης.
Τη γενική απεργία διεκδίκησαν δυναμικά τα μαχητικά συνδικάτα ενοικιαστών, τα οποία υποχρέωσαν τις δύο μεγαλύτερες συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες της χώρας, CCOO και UGT, να την προκηρύξουν. Η συγκεκριμένη είναι η πρώτη γενική απεργία με τη στήριξη των δύο μεγάλων συνομοσπονδιών έπειτα από 14 χρόνια και έχει ήδη βρει απέναντί της τη Δεξιά, την ακροδεξιά και τις εργοδοτικές οργανώσεις. Το PP (Λαϊκό Κόμμα) και οι νοσταλγοί του φρανκισμού του Vox επιτέθηκαν στα συνδικάτα, ενώ οι εργοδοτικές ενώσεις CEOE και Cepyme αμφισβήτησαν τον εργασιακό χαρακτήρα της απεργίας, λες και οι μισθοί είναι αποκομμένοι από το κόστος της στέγης.
Η πολιτική συζήτηση, λοιπόν, που ανοίγει μέσα στην κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και την πολιτική αναταραχή αφορά το πώς οι αγώνες αυτοί θα προετοιμαστούν ώστε να μην περιοριστούν στην οπωσδήποτε αναγκαία ανακούφιση (η οποία, για να μην ξεχνιόμαστε, αποτελεί ακόμα διακύβευμα), αλλά να κατοχυρώσουν νέες θέσεις για τα λαϊκά στρώματα. Αιτήματα όπως η απαλλοτρίωση κατοικιών των funds και των τραπεζών, η μείωση των ενοικίων στο μισό ή ο καθορισμός τους με βάση τον μισθό, τα οποία προβάλλουν πτέρυγες του κινήματος και δυνάμεις της ριζοσπαστικής – αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Μαζί με αυτά μπαίνουν αιτήματα για δημόσια κατοικία υπό τον έλεγχο κατοίκων και εργαζομένων, συμβόλαια αορίστου χρόνου και απαγόρευση των κερδοσκοπικών πωλήσεων.
Τέτοιες θέσεις οξύνουν τη σύγκρουση με τη λογική της αγοράς ακινήτων, τους ιδιοκτήτες και τα funds. Ο αγώνας αφορά, δηλαδή, την ανάκτηση του ελέγχου πάνω σε βασικούς και στοιχειώδεις όρους της ζωής των εργαζομένων, που σήμερα αποικιοποιούνται σε κάθε πτυχή τους από τις ανάγκες κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Αυτό που συμβαίνει στην Ισπανία είναι μια βασική συνιστώσα ενός νέου κύκλου αγώνων στην Ευρώπη της ακρίβειας, της μόνιμης λιτότητας, της πολεμικής προετοιμασίας και της αντιδημοκρατικής εκτροπής. Οι αγώνες αυτοί αναδεικνύουν πως ο λαϊκός παράγοντας μπορεί όχι μόνο να χαράσσει πολιτική στους δρόμους, αλλά και να αποσπά νίκες στο σήμερα, να τις κατοχυρώνει και να τις βαθαίνει.

