Μια ξεχασμένη επέτειος του Κωνστ. Μητσοτάκη και μια κάλπικη «συνέπεια σε αρχές», του Διονύση Ελευθεράτου

Η Ιστορία διαθέτει σημειολογία και ορόσημα. Μερικά τα «τρώει» η λήθη, άλλα όχι. Ορισμένα δεν καταγράφηκαν καν ως ορόσημα στην εποχή τους αλλά κάτι έχουν «να πουν» σήμερα, διότι το νόημά τους μετριέται ξανά. Με μεζούρα τα μετέπειτα και τα τωρινά. Αυτά τα «διακριτικά» γεγονότα πότε επιβεβαιώνουν και πότε διαψεύδουν ισχυρισμούς ιστοριογράφων και δημοσιογράφων. Αλλά πάντα «ζορίζουν» τα κλισέ των… «αγιογράφων».

Το ημερολόγιο στις 22 Οκτωβρίου μας «σκουντά», για να ασχοληθούμε με μια διαδεδομένη «αγιογραφία». Με τον έναν από τους δυο βασικότερους μύθους, στους οποίους στηρίζεται ο εξωραϊσμός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (στη συνέχεια ΚΜ). Του αυθεντικότερου και επιφανέστερου εκπροσώπου που είχε ποτέ ο νεοφιλελευθερισμός στην Ελλάδα. Και επειδή η εν λόγω –  εσαεί προβαλλόμενη – «αγιογραφία» μοιραία αντανακλάται στον ίδιο το νεοφιλελευθερισμό,  αξίζει να ασχοληθούμε.

Σε ποιο κλισέ – μύθο αναφερόμαστε εν προκειμένω; Στο στερεότυπο πως ο ΚΜ ήταν ένας πολιτικός πιστός στις αρχές του. Πως παρέμενε «άτεγκτος» και «αταλάντευτος» σε αυτές. Πως έπραττε και έλεγε ανέκαθεν αυτά που πίστευε, δίχως να λογαριάζει το πολιτικό κόστος.

Θα επικεντρωθούμε εδώ στον μεταπολιτευτικό ΚΜ. Όχι στον προδικτατορικό ΚΜ, του οποίου η… σταθερότητα σε αρχές μετρήθηκε για τα καλά όταν από  αδιάλλακτος αντι-δεξιός και μαχητής του «ανένδοτου» (ως «έξαλλος» της Ένωσης Κέντρου καταγράφεται στο «Αρχείο Καραμανλή») έγινε κεντρικό πρόσωπο της αποστασίας.

«Φλας μπακ» στην Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 1985. Ήταν η επόμενη ημέρα μιας πανελλαδικής απεργίας που στρεφόταν εναντίον των μέτρων λιτότητας, τα οποία είχε ανακοινώσει δέκα ημέρες νωρίτερα ο Κώστας Σημίτης. «Φρέσκος» υπουργός Εθνικής Οικονομίας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (και «εξεπιτούτου» τοποθετημένος στο συγκεκριμένο πόστο, στις 26 Ιουλίου).

 

Στην εποχή του «όχι θυσίες χωρίς ελπίδα»…

Τα μέτρα είχαν ξεκάθαρο νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα. Με αυτά, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου (σοκάροντας την κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο πλέον εισερχόταν σε περίοδο αποχωρήσεων, διαγραφών και εντονότατων εσωτερικών διαμαχών) επεδίωκε να μειώσει τα ελλείμματα, να τιθασεύσει τον πληθωρισμό και να τονώσει «την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας», μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας.

Επρόκειτο για το «σταθεροποιητικό οικονομικό πρόγραμμα» λιτότητας του 1985 – που θα διαρκούσε μία διετία. Εκείνο που σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές σηματοδότησε το ουσιαστικό τέλος του κύκλου της Μεταπολίτευσης – αν και για αυτό το ζήτημα έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις.

Εκείνη την Τρίτη λοιπόν (22/10/1985), στον απόηχο της πανελλαδικής απεργίας και ενώ όλα έδειχναν κλιμάκωση του κοινωνικού αναβρασμού, ο ΚΜ εκφώνησε πύρινο λόγο εναντίον των μέτρων λιτότητας. Στην πλατεία Συντάγματος, σε μεγάλη συγκέντρωση της ΝΔ, της οποίας είχε γίνει αρχηγός 13 μήνες και τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Στη συγκέντρωση εκείνη κυριάρχησαν συνθήματα, όπως: «Ανδρέα – Σημίτη, μας κλείσατε το σπίτι», «όχι θυσίες χωρίς ελπίδα».

Πόσες πιθανότητες δίνει κανείς στην εκδοχή πως ο ΚΜ χάραξε τέτοια «γραμμή» λόγω των… αυθεντικών αντιλήψεών του και όχι ένεκα πολιτικού καιροσκοπισμού;

Ο «πρύτανης» του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα απέρριπτε… με την καρδιά του μια δέσμη μέτρων, που τα υποδέχονταν με μεγάλη ικανοποίηση οι βιομήχανοι και τα υψηλότερα «κλιμάκια» της οικονομικής ελίτ;

Στη διαμόρφωση αυτών των μέτρων είχαν καθοριστική συμμετοχή τραπεζίτες όπως οι Νίκος Γκαργκάνας και Δημήτρης Χαλικιάς (διοικητής της ΤτΕ), καθώς και ο τεχνοκράτης – καθηγητής Γιάννης Σπράος – ναι, αυτός που γίνει διάσημος το 1997, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, λόγω του σχεδίου του για το ασφαλιστικό. Τα μέτρα είχαν επαινεθεί ως «θαρραλέα», τόσο από την Επιτροπή της ΕΟΚ, όσο και από Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Ο Δ. Χαλικιάς τα θεωρούσε μονόδρομο, συν τοις άλλοις για τη χορήγηση δανείου εκ μέρους της ΕΟΚ.  Ο κεντρικός τραπεζίτης  έκρινε απαραίτητο το δάνειο εκείνο για την αποφυγή της χρεοκοπίας, καθώς ο δανεισμός από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές θα γινόταν με δυσμενέστερους όρους.

 

«Αποκηρύσσοντας» καθαρόαιμα νεοφιλελεύθερα μέτρα

Τα μέτρα είχαν ανακοινωθεί σε δύο «ομάδες». Η πρώτη στις 13 Αυγούστου, η δεύτερη στις 11 Οκτωβρίου. Σκληρότερα ήταν τα του Οκτωβρίου. Αυτά περιλάμβαναν, πέραν της υποτίμησης της δραχμής- κατά 15%: Τη φαλκίδευση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), η οποία στο εξής θα υπολογιζόταν βάσει, όχι του πραγματικού πληθωρισμού του προηγούμενου τετραμήνου, αλλά των κυβερνητικών… προβλέψεων για το επόμενο τετράμηνο (και από την όποια αύξηση θα «κοβόταν» ο εισαγόμενος πληθωρισμός). Την περικοπή κρατικών δαπανών. Την επιβολή έκτακτης εισφοράς στους ελεύθερους επαγγελματίες. Το «πάγωμα» των προσλήψεων στο Δημόσιο.

Μία εβδομάδα αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου 1985 (κατά σύμπτωση, ήταν η επέτειος της μεγάλης εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ, το 1981) δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ πράξη νομοθετικού περιεχομένου που απαγόρευε, ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα, μισθολογικές αυξήσεις μεγαλύτερες από εκείνες, τις οποίες θα καθόριζε η κυβέρνηση, για διάστημα δυο ετών. Και μάλιστα επί ποινή προστίμου «μέχρι 5% επί των ακαθαρίστων κερδών», σε όσες επιχειρήσεις ή όσους εργοδότες χορηγούσαν αυξήσεις άνω του επιτρεπόμενου ορίου.

Ο ΚΜ είχε κάθε δίκιο να επικρίνει το ΠΑΣΟΚ – άλλωστε το έκανε, όπως το έπραξε και η Αριστερά – για πολιτική εξαπάτηση, καθώς το κυβερνών κόμμα είχε επιμελώς αποκρύψει πριν από τις εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985 ποια οικονομική και εισοδηματική πολιτική σκόπευε να εφαρμόσει αμέσως μετά. Μπορούσε επίσης ο ΚΜ να προβάλλει – και το έκανε – την οικονομική κατάσταση της χώρας ως «απόδειξη της χρεοκοπίας των σοσιαλιστικών πολιτικών», με ισχυρισμούς και ερμηνείες που θα αντλούσε από το νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό οπλοστάσιο. Άλλο θέμα το κατά πόσο θα ευσταθούσαν ή όχι. Αλλά ο ΚΜ που απέρριπτε… μετά βδελυγμίας τους βασικούς πυλώνες ενός διαυγέστατα νεοφιλελεύθερου «σταθεροποιητικού προγράμματος» («στολισμένου» και με τα «μπράβο» της ΕΟΚ και του ΔΝΤ), ε, αυτός αν μη τι άλλο καθιστούσε γκροτέσκο το αγαπημένο του «διατί να το κρύψωμεν άλλωστε». Έκρυβε το ίδιο του το… είναι.

Η «φιλολαϊκή» μεταμφίεση του 1985 δεν ήταν ουρανοκατέβατη, ούτε έμεινε χωρίς συνέχεια. Ας πιάσουμε λοιπόν το κουβάρι από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια.  Τότε που ο  ΚΜ ήταν θυμωμένος με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που δεν του είχε ανοίξει – ακόμη – την πόρτα για να εισέλθει στη ΝΔ.

 

Ένα κόμμα… ειδικού σκοπού και σκόπιμης θολούρας  

Ο ΚΜ ήταν ασφαλώς πιστός στις ιδέες του όταν επέκρινε τις κρατικοποιήσεις – εθνικοποιήσεις, τις οποίες είχε κάνει η κυβέρνηση Καραμανλή (κυρίως το 1976). Όταν ταυτιζόταν με το επιχειρηματικό και πολιτικό μπλοκ που κατηγορούσε για «σοσιαλμανία» τον τότε πρωθυπουργό και ιδρυτή της ΝΔ. Αλλά η λατρεία στο «μικρότερο κράτος» επρόκειτο να υποστεί ορισμένες… προσαρμογές.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1977, ημέρα Δευτέρα, ο ΚΜ ανακοίνωσε την ίδρυση νέου πολιτικού φορέα. Του Κόμματος των Νεοφιλελευθέρων. Ο τίτλος δεν εννοούσε αυτό που ο όρος αποδίδει σήμερα, αλλά την «ανασύσταση» του βενιζελικού κόμματος, «προσαρμοσμένου στις ανάγκες» του 1977.

Προσδιόρισε το κόμμα ως κεντροδεξιό, που απευθυνόταν «στο 55% της ΝΔ» (την οποία χαρακτήρισε «ανεπαρκή») και «στο 20% της ΕΔΗΚ» (την έκρινε «ανίκανη»). Ανέφερε κάποιες γενικές έννοιες ως αρχές των Νεοφιλελευθέρων, πχ «ανανέωση και εκσυγχρονισμό της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου». Όχι όμως και  προγραμματικές θέσεις. Γι’ αυτές παρέπεμψε σε δουλειά που θα έκαναν ειδικές επιτροπές του κόμματος, αλλά και σε συνέδριο, το 1978.

Ποιο συνέδριο και ποιο 1978… Πραγματικός σκοπός της σύστασης του κόμματος ήταν να λειτουργήσει ως όχημα που θα έφερνε ξανά τον ΚΜ στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η αποστολή των Νεοφιλελευθέρων περιοριζόταν στην είσοδο Βουλή κι αυτό θα κρινόταν μέσα στο 1977, καθώς ήταν διάχυτη η βεβαιότητα ότι οι εκλογές θα διεξάγονταν εντός του έτους. Και έγιναν, όντως, το Νοέμβριο.

Την απροθυμία του ΚΜ να ξεκαθαρίσει τις θέσεις του ακόμη και σε  θεμελιώδη ζητήματα εξωτερικής πολιτικής σημείωσε και η εφημερίδα «Μακεδονία», στις 6/9/1977: «Κληθείς να καθορίσει την πολιτική θέση του κόμματός του έναντι του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, απέφυγε να δώσει συγκεκριμένη απάντηση, είπε όμως ότι η θέση του έναντι της ΕΟΚ είναι δεδομένη και θετική».

 

«Διορίστε Κρητικούς στο Δημόσιο…»  

Η ασάφεια του ΚΜ ίσως αποδεικνυόταν «δημιουργική» από ψηφοθηρικής πλευράς, αλλά σίγουρα δεν θα επαρκούσε. Χρειαζόταν και κάτι απτό. Και αυτό ήταν το αίτημα για αθρόες προσλήψεις Κρητικών στο Δημόσιο. Διότι, κακώς μεν μεγέθυνε τον δημόσιο τομέα ο Καραμανλής, αλλά αφού το έκανε, ε, δεν επιτρεπόταν να αδικηθεί η Κρήτη. Η οποία θα όριζε τη μοίρα του κόμματος – οχήματος στις εκλογές.

Το κράμα ωμού τοπικισμού και αξιώσεων για μαζικούς διορισμούς Κρητικών ήταν το μοναδικό… ξεκάθαρο στοιχείο στη φυσιογνωμία του κόμματος – Μητσοτάκη. Οι προκηρύξεις, οι αφίσες και τα φέιγ βολάν των υποψηφίων του θα άξιζαν θέση σε κάποιο ειδικό μουσείο, υπό τον σκωπτική επιγραφή «ο ανένδοτος κατά του πελατειακού κράτους».

 

Ενδεικτικά- από τέτοιο έντυπο υλικό: Ο Μανώλης Δεληγιαννάκης, στενός πολιτικός φίλος και σύμβουλος του ΚΜ (επί πρωθυπουργίας του οποίου, το 1990, θα γίνει Γενικός Διευθυντής του ΕΛΚΕΠΑ), έκανε υπολογισμούς και συμπέραινε πως θα έπρεπε να είχαν διοριστεί 3.600 Κρητικοί σε δημόσιους οργανισμούς, από το 1975 ως και τον Νοέμβριο του 1977. Κατέληγε δε σε ένα ερώτημα και σε ένα συμπέρασμα: «Ξέρετε εσείς κανένα Κρητικό που να διορίστηκε; Όποιος ψηφίζει Νέα Δημοκρατία ψηφίζει την ερήμωση της Κρήτης».

Σχεδόν σπαραξικάρδιο ήταν το φυλλάδιο άλλου υποψήφιου, του Κώστα Μαρή. Πολιτικού που εκλεγόταν βουλευτής από το 1951 (τότε με την ΕΠΕΚ) και ο οποίος στη δεκαετία του 1960 επετύγχανε το ίδιο-  ανελλιπώς –  με την Ένωση Κέντρου, έως ότου προσχώρησε στους αποστάτες και έγινε υπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου.  Ο μακροσκελέστατος κατάλογος των λόγων, για τους οποίους ο Κ. Μαρής έκρινε πως έπρεπε να βρεθεί ξανά στη Βουλή, κατέληγε ως εξής:

«Ο βουλευτής που διόρισε χιλιάδες νέους του Ηρακλείου. Ο βουλευτής που εβοήθησε όλες τις εκκλησίες της Κρήτης, άλλες να τελειώσουν, άλλες να αγιογραφηθούν, κλπ. Έχει έγγραφο του πατριάρχου Αθηναγόρα που τον ανακηρύσσει μέγα προστάτη της εκκλησίας».

Η… ιερή «συστατική επιστολή» δεν αποδείχθηκε αρκετή για τον Μαρή. Στη Βουλή μπήκαν μόνο δυο. Ο ΚΜ (Χανιά) και ο Παύλος  Βαρδινογιάννης (Ρέθυμνο). Το κόμμα συγκέντρωσε πανελλαδικά μόλις το 1,08% των ψήφων, αλλά οι επιδόσεις του στην Κρήτη εξασφάλισαν την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

 

Υπέρ του ανεμπόδιστου δικαιώματος απεργίας στο Δημόσιο

Αποστολή εξετελέσθη. Το κόμμα που φώναζε δυνατά και… αποκλειστικά «εδώ οι καλοί διορισμοί Κρητικών» δεν είχε πια λόγο ύπαρξης. Τον Μάιο του 1978 ο ΚΜ κατάφερε, επιτέλους, να γίνει δεκτός στη ΝΔ και μάλιστα να αναλάβει το υπουργείο Συντονισμού. Κατόπιν το Εξωτερικών – τον Μάιο του 1980, όταν ο Καραμανλής μεταπήδησε στην προεδρία της Δημοκρατίας κι άφησε τον Γεώργιο Ράλλη (νέο αρχηγό της ΝΔ και νέο πρωθυπουργό) να χρεωθεί την επερχόμενη, αναπόφευκτη εκλογική ήττα.

Έπειτα από την ήττα (Οκτώβριος 1981) παραιτήθηκε ο Γ. Ράλλης κι έγινε πρόεδρος του κόμματος ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Στη ΝΔ που ήταν πια αξιωματική αντιπολίτευση, ο ΚΜ ανέλαβε χρέη κοινοβουλευτικού εκπροσώπου.

Ανέλαβε και κάτι ξεχωριστό, στις 29 Μαΐου του 1983, ο ΚΜ: Να υπερασπιστεί το απεργιακό δικαίωμα στο Δημόσιο και την Κοινή Ωφέλεια. Και να πείσει ότι ήταν αντιδημοκρατική η ρύθμιση την οποία προωθούσε τότε – πυροδοτώντας σφοδρές αντιδράσεις – η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ρύθμιση (το περιβόητο «άρθρο 4» του κατοπινού νόμου 1365/1983) που έθετε τεράστιους περιορισμούς στην κήρυξη απεργίας, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Εκείνη η τηλεοπτική συζήτηση χαρακτηρίζεται ιστορική, αλλά θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως… διπλά ιστορική. Εξηγούμαστε: Για πρώτη φορά στην ελληνική τηλεόραση προβλήθηκε τότε «ντιμπέιτ», μια διακομματική συζήτηση, η οποία μάλιστα «έφερε» και υψηλότατη τηλεθέαση. Ιστορική η «πρεμιέρα», σίγουρα. Δεν αξίζει όμως τον τίτλο του ιστορικού ντοκουμέντου και η εικόνα ενός Μητσοτάκη να υπερασπίζεται με πάθος το απεργιακό δικαίωμα και μάλιστα στον δημόσιο τομέα; Πόσο… αυθεντικός Μητσοτάκης να ήταν, άραγε, τότε ο ΚΜ;

 

«Φιλολαϊκές» παραστάσεις

«Μα ο ΚΜ ήταν τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, άρα υποχρεωμένος να εκφράσει την κομματική γραμμή», θα πει κάποιος. Σωστά, αλλά δεν μαθεύτηκε ποτέ κάποια (εσωκομματική) διαφωνία ή επιφύλαξή του για την απόρριψη του «άρθρου 4».

Ήταν ήδη σημαντικότατο στέλεχος. Δεν θα του… έπαιρναν το κεφάλι αν εξέφραζε διαφωνία εντός των κομματικών τειχών. Σε τελική ανάλυση, φανερά… ανόρεκτη ήταν η απόρριψη του «άρθρου 4» εκ μέρους της κομματικής ηγεσίας. Συνδυαζόταν δε με την τήρηση καθαρών αποστάσεων από το «πεζοδρόμιο». Μιλώντας στη Βουλή, ο Ευ. Αβέρωφ επέκρινε τα συνδικάτα που προειδοποιούσαν πως θα ακύρωναν στην πράξη το «άρθρο 4» (όπως κι έγινε). «Δεν θα καλέσουμε τους εργάτες να μην πειθαρχήσουν, θα τους καλέσουμε να εργαστούν», είπε χαρακτηριστικά.

Προφανώς ο ΚΜ προσποιήθηκε τον υπερασπιστή του απεργιακού δικαιώματος στον δημόσιο τομέα, όχι για λόγους «κομματικής τάξης», αλλά επειδή πίστευε ότι στη δεκαετία του 1980 θα χρειάζονταν μπόλικες… προσποιήσεις, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του. Θα τα επιβεβαίωνε αυτό, δυο χρόνια αργότερα, η προαναφερθείσα στάση του απέναντι στο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» του Κ. Σημίτη.

Ο ΚΜ έγινε αρχηγός της ΝΔ την 1η Σεπτεμβρίου 1984, επικρατώντας με άνεση (70 ψήφοι έναντι 41) του Κωστή Στεφανόπουλου. Διαδέχθηκε τον Ευ. Αβέρωφ, που «αποκαθηλώθηκε» επειδή η ΝΔ απέτυχε να αναδειχθεί  πρώτο κόμμα στις Ευρωεκλογές της 17ης Ιουνίου του 1984. Με αρχηγό τον ΚΜ το κόμμα ηττήθηκε καθαρά από το ΠΑΣΟΚ στις βουλευτικές της 2ας Ιουνίου 1985, αλλά ο νέος «τιμονιέρης» ευελπιστούσε βασίμως (η εξήγηση των λόγων δεν είναι του παρόντος σημειώματος) ότι θα είχε κι άλλη ευκαιρία. Ότι δεν θα στρεφόταν αμέσως εναντίον του ο άγραφος νόμος «όποιος χάνει, φεύγει».

Αντιλαμβανόταν όμως ο ΚΜ ότι χρειαζόταν και μια σειρά «φιλολαϊκών»… παραστάσεων, για όσο χρονικό διάστημα το κόμμα του  παρέμενε στην αντιπολίτευση. Και δόθηκαν αρκετές τέτοιες, μέχρι τις εκλογές του Ιουνίου 1989, παράλληλα με τη διαλάληση της «ανάγκης» για ιδιωτικοποιήσεις, για «τόνωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας» κλπ.

 

«Με Ανδρέα και Τσοβόλα αδειάζει η  κατσαρόλα…»

Σήμερα, όταν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις για την οικονομική πολιτική φθάνουν σε ιστορικές αναγωγές, η ΝΔ κατακεραυνώνει συχνά το ΠΑΣΟΚ για «αλόγιστες παροχές» που κατά τη γνώμη της έγιναν έπειτα και από το σταθεροποιητικό  πρόγραμμα 1985 -1987. Εδώ όμως υπάρχει κάτι οξύμωρο. Διότι την εποχή εκείνη η ΝΔ του ΚΜ ζητούσε (μη ρωτήσετε με πόση ειλικρίνεια) γενναιότερες ροές δημοσίου χρήματος προς κοινωνικούς τομείς, που για κάποιους λόγους βρίσκονταν στο επίκεντρο της επικαιρότητας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εκπαίδευση. Το 1987 ήταν έτος πυκνών και μαζικότατων φοιτητικών και σπουδαστικών κινητοποιήσεων, των οποίων ο αντίκτυπος «έφερε» μια διήμερη συζήτηση – διαμάχη στη Βουλή. Στη συζήτηση εκείνη, ο ΚΜ χαρακτήρισε «τραγικό» να διατίθεται για την παιδεία μόνο το 8,7% του προϋπολογισμού. Πού να φαντάζονταν, όσοι τον άκουγαν, ότι αργότερα, επί κυβέρνησης ΚΜ, τα αντίστοιχα ποσοστά θα έπεφταν στα επίπεδα του 6,5% – 7,7%…

Τώρα, η ΝΔ «αναθεματίζει» εκείνο το «Τσοβόλα δώστα όλα» που είχε εκστομίσει ο Α. Παπανδρέου στις 20 Απριλίου 1989. Το αφορίζει ως έκφανση μέγιστου οικονομικού λαϊκισμού. Έλα όμως που το 1986 – 1989 οι προσκείμενες στη ΝΔ συνδικαλιστικές δυνάμεις – ιδίως στον τομέα των επαγγελματοβιοτεχνών – ζητούσαν… περισσότερο τέτοιο «λαϊκισμό». Και οργάνωναν κινητοποιήσεις, στις οποίες ακουγόταν στο σύνθημα «με Ανδρέα και Τσοβόλα αδειάζει η κατσαρόλα».

Ειδικά έπειτα από τη θέσπιση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (την 1η Ιανουαρίου 1987), η ΝΔ του ΚΜ κατακεραύνωνε συστηματικά την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για μεγάλη «αφαίμαξη» μέσω της έμμεσης φορολογίας. Πού να ήξερε το τότε το ακροατήριο της ΝΔ ότι η έμμεσοι φόροι, οι οποίοι το 1987 αντιστοιχούσαν στο 14,5% του ΑΕΠ και στο 1988 στο 19,1% θα έφθαναν στο 26,8% το 1991 και στο 27,5% στο 1992, δηλαδή στην περίοδο της μητσοτακικής διακυβέρνησης…

 

Το όφελος της «προσαρμοστικότητας»

Τόση κι… άλλη τόση ήταν η «συνέπεια» του αντιπολιτευόμενου ΚΜ στις αρχές του. Χωρίς αμφιβολία, όλη αυτή η «προσαρμοστικότητα» τον βοήθησε να ρυμουλκήσει την ηγεσία των κομμάτων της Αριστεράς (ΚΚΕ, Ε.ΑΡ), ώστε να κάνει πράξη τη συγκυβέρνηση και να την μετατρέψει σε βατήρα για την «καθαρή» –  άνευ «εταίρων» – κατάκτηση της εξουσίας. Οι επίγονοι του νεοφιλελευθερισμού δεν χρειάστηκε να καταστρώσουν τέτοια σχέδια. Στο δικό τους «βίο και πολιτεία», η απατηλή πεμπτουσία του νεοφιλελευθερισμού εκδηλώνεται αλλιώς και αλλού.

Πού; Ας πούμε στη δήλωση ότι με τα χρήματα από την πώληση της «Ολυμπιακής» θα χτιζόταν… ένα νοσοκομείο κάθε μήνα. Ας πούμε στην «διαβεβαίωση» ότι η πλήρης «απελευθέρωση» στην ενέργεια θα έφερνε χαμηλότερο κόστος στους καταναλωτές. Και είναι αμέτρητα τα «ας πούμε»…

Αντί επιλόγου:  Αναφέραμε στην αρχή του κειμένου ότι ο μύθος του «συνεπούς» ΚΜ είναι ο ένας από τους δυο βασικότερους της «αγιογραφίας». Ο άλλος είναι ακόμη πιο διαδεδομένος: «Ως πρωθυπουργός ο ΚΜ είχε αρχίσει να νοικοκυρεύει τα οικονομικά της χώρας και αν δεν είχε πέσει από την κυβέρνηση το 1993 πιθανότατα δεν θα φθάναμε στον εφιάλτη που ζήσαμε από το 2010».

Με το… Βατερλό που εκ των υστέρων ονομάστηκε «νοικοκύρεμα» έχουμε ήδη ασχοληθεί (εδώ ). Θα το κάνουμε και στο μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη και «νωπές» ανακρίβειες που έχουν ειπωθεί για αυτό. Διότι από τέτοιες, άλλο τίποτα…

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ