Με ποιο πρόγραμμα οφείλει να κυβερνήσει η γαλλική Αριστερά; Του Νίκου Δαμιανάκη

Κοινωνικές κατακτήσεις, παραγωγική ανασυγκρότηση και κοινωνικός μετασχηματισμός

Εισαγωγή

Ενόψει της γαλλικής πολιτικής αναμέτρησης του 2027, το καθοριστικό ερώτημα για την Αριστερά δεν είναι ποιος υποψήφιος μπορεί να συγκεντρώσει περισσότερες ψήφους, αλλά ποια κυβέρνηση θα ήταν ικανή να μεταβάλει τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν ανασφάλεια, ανισότητα και πολιτική απογοήτευση. Η εκλογική επικράτηση αποκτά προοδευτικό περιεχόμενο όταν συνδυάζει άμεσες υλικές κατακτήσεις με ανακατανομή της εξουσίας πάνω στην παραγωγή, τη χρηματοδότηση και τις δημόσιες υπηρεσίες. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, ακόμη και γενναιόδωρα κοινωνικά μέτρα κινδυνεύουν να εξανεμιστούν από τις αγορές, την εργοδοτική αναδιάρθρωση και τη διοικητική αδράνεια.

Η κεντρική θέση είναι ότι ένα αξιόπιστο κυβερνητικό πρόγραμμα χρειάζεται τρεις αλληλοεξαρτώμενους παράγοντες. Τα καθολικά κοινωνικά δικαιώματα, τον δημόσιο σχεδιασμό στρατηγικών επενδύσεων και τους θεσμούς ουσιαστικού εργατικού και κοινωνικού ελέγχου. Ο τρίτος παράγοντας δεν αποτελεί ηθικό συμπλήρωμα. Καθορίζει το αν οι πολίτες θα παραμένουν αποδέκτες κυβερνητικών παροχών ή θα αποκτούν συλλογική ικανότητα να υπερασπίζονται και να διευρύνουν τις κατακτήσεις τους.

 

Τα πραγματικά όρια της πολιτικής ενότητας

Το κοινό πρόγραμμα του Νέου Λαϊκού Μετώπου του Ιουνίου 2024 αποτέλεσε συγκεκριμένη συμφωνία κοινοβουλευτικής συνεργασίας και όχι δεδομένο κυβερνητικό συμβόλαιο για το 2027. Περιελάμβανε κατώτατο μισθό 1.600 ευρώ καθαρά, αντιμετώπιση της ακρίβειας, ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας και δημόσιων υπηρεσιών. Οι μεταγενέστερες δηλώσεις στελεχών ή οργανώσεων πρέπει να διακρίνονται από εκείνο το συμφωνημένο κείμενο. Εξίσου αναγκαία είναι η διάκριση ανάμεσα σε πολιτική σύγκλιση, εκλογική συνεργασία και συγκρότηση κυβέρνησης. [1]

Οι συγκλίσεις στα κοινωνικά δικαιώματα δεν αρκούν για να λύσουν τρία στρατηγικά ερωτήματα. Ποιος ελέγχει τις επενδύσεις, τι συμβαίνει όταν οι επιχειρήσεις αρνούνται δεσμεύσεις και πώς αντιμετωπίζονται οι ευρωπαϊκοί περιορισμοί; Κάθε συμφωνία οφείλει να διακρίνει δεσμευτικά μέτρα, ανοιχτές διαπραγματεύσεις και αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα. Η κυβερνητική συνεργασία δεν συνεπάγεται ιδεολογική ταύτιση.

Η Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) συνδέει την αναδιανομή και τον οικολογικό σχεδιασμό με βαθιά θεσμική αλλαγή. Το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) προτείνει δημόσια πίστωση, παραγωγική ανασυγκρότηση και νέες εξουσίες των εργαζομένων, ακόμη και εθνικοποιήσεις όταν κρίνονται αναγκαίες. Το εγκεκριμένο σχέδιο των Σοσιαλιστών (PS) του 2026 συνδυάζει επανεκβιομηχάνιση, ευρωπαϊκή συνεργασία και κοινωνικούς όρους στη δημόσια χρηματοδότηση. Οι Οικολόγοι συνδέουν την κοινωνική δικαιοσύνη με τη μείωση των περιβαλλοντικών πιέσεων και τη δημοκρατική συμμετοχή. Η Lutte ouvrière αντιπαραθέτει την αυτοτελή εργατική εξουσία στην προσδοκία μετασχηματισμού μέσω κυβέρνησης. Το NPA–L’Anticapitaliste υποστηρίζει ευρεία ενότητα δράσης, επιμένοντας στην πολιτική αυτονομία και στον αντικαπιταλιστικό στόχο. Οι θέσεις προέρχονται από διαφορετικά επίσημα κείμενα, όχι από ένα κοινό πρόγραμμα του 2027. [2] [3] [4] [5] [22] [23]

Ένα ελάχιστο κυβερνητικό συμβόλαιο θα μπορούσε, ως πρόταση σύνθεσης και όχι ως υπάρχουσα συμφωνία, να περιλαμβάνει εργασιακές εγγυήσεις, δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνικά δεσμευμένες οικολογικές επενδύσεις και δημοκρατικό έλεγχο των ενισχύσεων. LFI, PCF, PS και Οικολόγοι διαθέτουν διαφορετικές αφετηρίες για να διαπραγματευθούν αυτά τα πεδία. Δεν προκύπτει όμως ενιαία εντολή για γενικευμένες εθνικοποιήσεις, για μονομερή σύγκρουση με ευρωπαϊκούς κανόνες ή για τη σχέση κυβέρνησης και κινημάτων. Αυτές είναι πραγματικές στρατηγικές διαιρέσεις. Η Lutte ouvrière δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος κυβερνητικός εταίρος, ενώ συμμετοχή του NPA σε κοινές κινητοποιήσεις δεν ισοδυναμεί με δέσμευση υπουργικής συνεργασίας. Κοινό μέτωπο δικαιωμάτων, εκλογική συμπόρευση και κυβερνητικός συνασπισμός απαιτούν χωριστές αποφάσεις.

Η ελάχιστη συμφωνία θα όφειλε να περιλαμβάνει κοινό νομοθετικό πρόγραμμα και μια διαδικασία ελέγχου για τις δημόσιες επενδύσεις. Θα μπορούσε να προβλέπει τριμερείς διαβουλεύσεις με αιρετούς εκπροσώπους εργαζομένων, τοπική αυτοδιοίκηση και κοινωνικές υπηρεσίες, χωρίς να μετατρέπει τα συνδικάτα σε παραρτήματα κυβέρνησης. Σε κάθε κλάδο οι δεσμεύσεις θα αποτυπώνονταν σε ελέγξιμα κριτήρια απασχόλησης και περιβαλλοντικής επίδοσης. Εάν προκύψει σύγκρουση γύρω από μία εθνικοποίηση, η κυβέρνηση θα πρέπει να δηλώνει ποια κόμματα την υποστηρίζουν, ποια την απορρίπτουν και αν υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το ίδιο ισχύει για ενδεχόμενη απείθεια προς ευρωπαϊκούς κανόνες. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης επειδή επιτρέπει κοινή δράση χωρίς ψευδή ομοφωνία. Επιπλέον προστατεύει τη δημόσια λογοδοσία και αποτρέπει να μετατραπούν τα ζητήματα ιδιοκτησίας και οικονομικής εξουσίας σε ασαφείς προεκλογικές υποσχέσεις. Η συμμετοχή σε υπουργικές θέσεις απαιτεί σαφή πολιτική αποδοχή, ενώ η κοινή καταψήφιση αντιδημοκρατικών μέτρων ή η συμμετοχή σε απεργίες δεν συνεπάγεται αυτομάτως κυβερνητική σύμπραξη.

 

Η κοινωνική πλειοψηφία πέρα από την εκλογική αναμονή

Οι εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις του φθινοπώρου 2026 δείχνουν ότι η κοινωνική δράση δεν αναμένει τις προεδρικές εκλογές. Διεκδικήσεις για στελέχωση σχολείων, μισθούς και ελευθερίες συναντώνται με ανάγκες κατοικίας, υγείας και μεταφορών. Η σύμπτωση διαμαρτυριών δεν δημιουργεί αυτομάτως κοινωνική πλειοψηφία. Απαιτεί κοινούς στόχους και ενεργό συμμετοχή εργαζομένων, νέων και κατοίκων  περιοχών που έχουν πληγεί. [19] [20]

Η κοινή δράση προϋποθέτει συνελεύσεις, αλληλεγγύη και δημόσιο έλεγχο δεσμεύσεων χωρίς κομματική κηδεμονία. Στηρίζεται στην αυτονομία των κοινωνικών οργανώσεων και δεν περιορίζεται σε περιστασιακή εκλογική κινητοποίηση.

Τα συνδικάτα οφείλουν να παραμένουν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κυβέρνηση. Απεργία, διαδήλωση και κριτική, ακόμη και εναντίον αριστερής εξουσίας, αποτελούν εγγυήσεις κοινωνικού μετασχηματισμού και όχι εμπόδια στη σταθερότητα.

 

Η γαλλική αποβιομηχάνιση και οι αντιφάσεις της επανεκβιομηχάνισης

Η μακρόχρονη αποβιομηχάνιση της Γαλλίας δεν ισοδυναμεί με καθολική παραγωγική κατάρρευση. Το επίσημο βιομηχανικό βαρόμετρο καταγράφει για το 2025 θετικό καθαρό ισοζύγιο μόλις 19 σημαντικών επεκτάσεων των μονάδων έναντι κλεισιμάτων ή συρρικνώσεων, από 88 το 2024. Πρόκειται για δείκτη εγκαταστάσεων, όχι για απόδειξη αντίστοιχης αύξησης απασχόλησης ή παραγωγικής ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με την INSEE, η μεταποιητική παραγωγή αυξήθηκε συνολικά κατά 1,2% το 2025, ενώ η χημική βιομηχανία υποχώρησε κατά 3,8% και η μεταλλουργία κατά 1,2%. Η διαφοροποίηση των κλάδων και των περιοχών αποκλείει τις εύκολες γενικεύσεις. [6] [7] [8]

Η αξιολόγηση νέων εργοστασίων πρέπει να μετρά απασχόληση, τοπικές αλυσίδες προμηθευτών και δημόσιες υποδομές. Η αύξηση της προστιθέμενης αξίας δεν αποκαθιστά αναγκαστικά τη βιομηχανική απασχόληση. Στη μεταλλουργία, καθοριστικές είναι η πρόσβαση σε ενέργεια, η κατάρτιση και οι σταθερές παραγγελίες.

Η άπο-επένδυση και η μεταφορά παραγωγής αποδυναμώνουν δεξιότητες, δίκτυα προμηθευτών και φορολογικά έσοδα. Μια μισθολογική ώθηση μπορεί να καταλήξει σε εισαγωγές όταν λείπει εγχώρια παραγωγική δυνατότητα. Επομένως, χρειάζονται επενδύσεις σε σιδηρόδρομους, υγειονομικό εξοπλισμό και ενεργειακή εξοικονόμηση, με διεθνιστική συνεργασία αντί εθνικιστικού προστατευτισμού.

 

Η περίπτωση ArcelorMittal ως κριτήριο πολιτικής σοβαρότητας

Η ArcelorMittal αποτελεί ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Τον Απρίλιο 2025 ανακοίνωσε σχέδιο κατάργησης 636 θέσεων στη Γαλλία, επηρεάζοντας εγκαταστάσεις όπως οι Dunkerque, Florange και Basse-Indre. Επικαλέστηκε πιέσεις του ανταγωνισμού και του κόστους, ενώ συνδικάτα αμφισβήτησαν τις επιλογές επενδύσεων. Η εξαγγελία δεν ταυτίζεται αυτομάτως με πραγματοποιημένες απολύσεις. Αναδεικνύει, όμως, πώς μια επιχειρηματική απόφαση επηρεάζει ολόκληρες περιφέρειες χωρίς οι εργαζόμενοι να ελέγχουν την παραγωγική στρατηγική. [9]

Η δημόσια παρέμβαση χρειάζεται διακριτά σενάρια. Αν ο όμιλος δεχθεί δεσμευτικό σχέδιο, η ενίσχυση καταβάλλεται με ελέγχους. Αν αρνηθεί, εξετάζονται νόμιμη δημόσια συμμετοχή και αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων. Αν παραγωγική δραστηριότητα είναι μη βιώσιμη, απαιτούνται εγγυήσεις εισοδήματος, επανεκπαίδευσης και εναλλακτικής απασχόλησης. Η προστασία των εργαζομένων δεν ταυτίζεται με ανεπιφύλακτη επιδότηση.

Η Εθνοσυνέλευση ενέκρινε σε δεύτερη συνεδρίαση στις 11 Ιουνίου 2026 την πρόταση εθνικοποίησης της ArcelorMittal France, χωρίς αυτή η κοινοβουλευτική πράξη να συνιστά ολοκληρωμένη εθνικοποίηση. [10] Μια αριστερή κυβέρνηση θα χρειαζόταν πλήρη οικονομικό και τεχνικό έλεγχο, αποτύπωση των αναγκαίων επενδύσεων απανθρακοποίησης, εξασφάλιση ενέργειας, κατάρτιση εργαζομένων και δεσμευτικό σχέδιο δημόσιων παραγγελιών εντός του ισχύοντος δικαίου. Δημόσια συμμετοχή ή εθνικοποίηση θα αποκτούσε νόημα εφόσον συνδεόταν με διοίκηση υπό λογοδοσία, κοινωνικά κριτήρια και παραγωγική βιωσιμότητα. Η αλλαγή ιδιοκτήτη δεν συνιστά από μόνη της βιομηχανική πολιτική.

 

Ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και μια μετάβαση με σοσιαλιστικό ορίζοντα

Η θεωρητική διάκριση των τριών επιπέδων είναι ουσιώδης. Η αύξηση του κατώτατου μισθού ή η ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας αποτελούν μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν την κατανομή πόρων. Το δικαίωμα των εργαζομένων να ελέγχουν εταιρικά στοιχεία, να προτείνουν εναλλακτικό παραγωγικό σχέδιο και να εμποδίζουν τεκμηριωμένα καταχρηστικές αναδιαρθρώσεις αποκτά μεταβατική δυναμική, επειδή αμφισβητεί την αποκλειστικότητα της επιχειρηματικής απόφασης. Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός προϋποθέτει δημοκρατική κοινωνική εξουσία πάνω στις στρατηγικές επενδύσεις και στη διάθεση του πλεονάσματος, όχι απλή αύξηση κρατικής ιδιοκτησίας.

Στον Γκράμσι, η ηγεμονία δεν ανάγεται σε εκλογική πλειοψηφία. Προϋποθέτει κοινωνική συναίνεση, οργανώσεις και νέες πρακτικές συλλογικής διεύθυνσης. Η μεταβατική λογική αναδεικνύει τα όρια της ατομικής ιδιοκτησίας μέσα από υλικές διεκδικήσεις. Η σύνδεσή τους προτείνεται εδώ ως αναλυτική σύνθεση και όχι ως ταύτιση των δύο παραδόσεων. [21]

Ο Νίκος Πουλαντζάς προσέγγισε το κράτος ως υλική συμπύκνωση κοινωνικών συσχετισμών και αντιφάσεων, όχι ουδέτερο μηχανισμό διαθέσιμο αυτούσιο σε οποιαδήποτε κυβέρνηση. Επομένως, ο μετασχηματισμός απαιτεί αλλαγές στους θεσμούς και ανεξάρτητες λαϊκές οργανώσεις. Ο Μισέλ Ισόν ανέδειξε ότι η κερδοφορία δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε παραγωγικές επενδύσεις. Οι Σεντρίκ Ντυράν και Ραζμίγκ Κεσεγιάν συνδέουν τον οικολογικό σχεδιασμό με τη δημοκρατική επιλογή του τι παράγεται, πώς και για ποιους. Από τη συνάντηση αυτών των προσεγγίσεων προκύπτει συγκεκριμένο κριτήριο. Κάθε κοινωνική κατάκτηση πρέπει να διευρύνει ταυτόχρονα τη δυνατότητα συλλογικού ελέγχου των οικονομικών αποφάσεων. [11] [12] [13]

 

Από τις κοινωνικές ανάγκες σε ένα κοινό πρόγραμμα

Πρώτη προτεραιότητα είναι η αποκατάσταση εισοδημάτων με μισθούς, συλλογικές συμβάσεις και προστασία βασικών αναγκών. Το ποσό κάθε νέας δέσμευσης απαιτεί κοστολόγηση και νέα διακομματική συμφωνία, όχι μηχανική μεταφορά του στόχου του 2024. Η αγοραστική δύναμη εξαρτάται επίσης από κατοικία, ενέργεια και δημόσιες μεταφορές.

Η αποτίμηση πρέπει να είναι δημόσια και μετρήσιμη. Στην υγεία θα παρακολουθούνται κενές θέσεις και χρόνοι πρόσβασης, στη στέγαση νέες κατοικίες και επιβάρυνση εισοδημάτων, στη βιομηχανία σταθερές θέσεις, εκπομπές και υλοποίηση επενδύσεων. Η λογοδοσία οφείλει να καταγράφει και αποτυχίες.

Δεύτερο πεδίο είναι οι κοινωνικές υπηρεσίες. Τα υπουργεία Υγείας και Παιδείας, σε συνεργασία με τις περιφερειακές δομές, οφείλουν να παρουσιάσουν πολυετή σχέδια προσλήψεων, υποδομών και σταθερής χρηματοδότησης. Το υπουργείο Στεγαστικής Πολιτικής και οι δήμοι χρειάζεται να καθορίσουν διαθέσιμη γη, ώριμα έργα και κοινωνικά κριτήρια κατανομής. Τρίτο πεδίο είναι η παραγωγική σύνδεση αυτών των παρεμβάσεων με εγχώριες και ευρωπαϊκές αλυσίδες φαρμάκων, σιδηροδρομικού εξοπλισμού και ενεργειακών υλικών, με διαφανείς προμήθειες και εργασιακές ρήτρες. Κάθε επιδότηση θα συνοδεύεται από υποχρεώσεις απασχόλησης εγχώριου εργατικού δυναμικού, περιβαλλοντικών επιδόσεων και δυνατότητα ανάκτησης κεφαλαίων όταν παραβιάζονται οι συμφωνίες.

 

Η χρηματοδότηση χωρίς δημοσιονομικές υπερβολές

Το πρόγραμμα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη χρηματοδότηση ως μεταγενέστερο ζήτημα. Σύμφωνα με την INSEE, το δημόσιο έλλειμμα της Γαλλίας ήταν 5,1% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το χρέος έφθασε στο 119,0% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026. Τα στοιχεία δεν νομιμοποιούν αυτόματα τη λιτότητα, υποχρεώνουν όμως σε διαχωρισμό μόνιμων δαπανών, προσωρινών ενισχύσεων, επενδύσεων και κεφαλαιακών συμμετοχών. [14] [15]

Χρειάζεται προληπτικό σχέδιο για επενδυτική αποχή και χρηματοπιστωτική αναταραχή. Η κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίζει πληρωμές, μικρές καταθέσεις και εφοδιασμό ενέργειας και φαρμάκων. Χωρίς τεχνική προετοιμασία, ακόμη και μια κοινωνικά νομιμοποιημένη σύγκρουση μπορεί να διαταράξει την καθημερινή οικονομία.

Προοδευτική φορολόγηση υψηλών περιουσιών και εισοδημάτων κεφαλαίου, αναθεώρηση φοροαπαλλαγών, καταπολέμηση φοροαποφυγής και αναπροσανατολισμός κρατικών ενισχύσεων μπορούν να συγκεντρώσουν πόρους, χωρίς τα υποθετικά έσοδά τους να εμφανίζονται ως ήδη εισπραχθέντα. Ένας δημόσιος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, όπως συζητείται στο PCF, μπορεί να συντονίσει μακροχρόνιες πιστώσεις και εγγυήσεις για κοινωνικά χρήσιμες επενδύσεις. Δεν είναι ανεξάντλητο ταμείο. Προϋποθέτει κεφάλαια, λογοδοσία, αξιολόγηση κινδύνου και δικαιώματα ελέγχου των εργαζομένων και της κοινωνίας. [3]

 

Η σύγκρουση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και οι περιορισμοί

Η γαλλική οικονομική βαρύτητα παρέχει διαπραγματευτικά περιθώρια αλλά όχι απεριόριστη μονομερή ελευθερία. Το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο θέτει κανόνες μεσοπρόθεσμων σχεδίων, ενώ το άρθρο 123 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει τη συγκεκριμένη μορφή άμεσης νομισματικής χρηματοδότησης δημόσιων φορέων από τις κεντρικές τράπεζες. Συνεπώς, η επίκληση της ΕΚΤ ως διαθέσιμου κυβερνητικού ταμείου αποτελεί πολιτική υπεραπλούστευση. [16] [17]

Για στρατηγικές βιομηχανικές αλυσίδες, ο κοινός ευρωπαϊκός σχεδιασμός μπορεί να περιορίσει τον ανταγωνισμό κρατικών επιδοτήσεων. Συνεργασίες σε σιδηροδρόμους, χάλυβα χαμηλών εκπομπών και ενέργεια χρειάζονται ελάχιστα κοινά εργασιακά κριτήρια, ώστε να αποφεύγεται η μετακύλιση κόστους σε οικονομικά ασθενέστερες χώρες.

Χρειάζεται διπλή στρατηγική. Διαπραγμάτευση ευρωπαϊκών εξαιρέσεων και κοινών επενδυτικών εργαλείων, παράλληλα με εθνικά μέτρα νομικά εφικτά από την πρώτη ημέρα. Σε περίπτωση αντιπαράθεσης για κρατικές ενισχύσεις, προμήθειες ή προϋπολογισμό, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί τις πραγματικές εναλλακτικές, τους κινδύνους και τις αναγκαίες κοινωνικές συμμαχίες, αντί να υποκαθιστά την προετοιμασία με δηλώσεις ρήξης.

 

Ο δημοκρατικός έλεγχος, ο αντιφασισμός και ο πολιτικός πλουραλισμός

Η δημόσια ιδιοκτησία πρέπει να διαφέρει από τη γραφειοκρατική διαχείριση. Οι στρατηγικοί φορείς χρειάζονται δημοσιευμένα επενδυτικά σχέδια, συμμετοχή αιρετών εκπροσώπων εργαζομένων και χρηστών, ανεξάρτητο έλεγχο και αιτιολογημένες αποφάσεις για μεγάλες αλλαγές παραγωγής. Η εκπροσώπηση δεν υποκαθιστά την καθολική ψήφο ούτε απαλλάσσεται από δικαστική προστασία δικαιωμάτων. Ο δημοκρατικός μετασχηματισμός, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής Έκτης Δημοκρατίας, μετριέται από τη μείωση της υπερσυγκέντρωσης εξουσίας και όχι από την αντικατάσταση προσώπων στην κορυφή.

Η ισότητα δικαιωμάτων χρειάζεται διοικητικούς μηχανισμούς και όχι μόνον προγραμματικές διακηρύξεις. Οι ανεξάρτητοι έλεγχοι διακριτικής μεταχείρισης στις προσλήψεις και στις δημόσιες υπηρεσίες, διαφανείς διαδικασίες διερεύνησης αστυνομικής βίας και υποστήριξη θυμάτων μπορούν να γίνουν μετρήσιμες κυβερνητικές δεσμεύσεις. Παράλληλα, η ενίσχυση κατοικίας, παιδείας και εργασιακής ασφάλειας πρέπει να αφορά όλους τους κατοίκους χωρίς διαχωρισμό της κοινωνικής προστασίας σε ανταγωνιστικές εθνικές κατηγορίες.

Ο αντιφασισμός αποτελεί επίσης καθημερινό κυβερνητικό καθήκον. Η ανάλυση του Ugo Palheta φωτίζει τους δεσμούς κοινωνικής ανασφάλειας, αυταρχισμού και ακροδεξιάς πολιτικής, χωρίς να ταυτίζει κάθε αυταρχική πρακτική με ολοκληρωμένο φασιστικό καθεστώς. Απαιτούνται συγχρόνως κοινωνική προστασία και συγκεκριμένη καταπολέμηση ρατσισμού, διακρίσεων, εγκλημάτων μίσους και αστυνομικής αυθαιρεσίας. Η ελευθερία άσκησης αντιπολίτευσης, τύπου και κινημάτων πρέπει να προστατεύεται ακόμη όταν δυσκολεύει τη διακυβέρνηση. [18]

 

Ο τελικός πολιτικός στόχος

Στις πρώτες δεκαπέντε ημέρες απαιτούνται νομοθετικές πρωτοβουλίες για κοινωνική προστασία, ελευθερίες και δημοσιοποίηση της πραγματικής δημοσιονομικής κατάστασης. Στο πρώτο τρίμηνο, τα συναρμόδια υπουργεία οφείλουν να παρουσιάσουν κοστολογημένο προϋπολογισμό, συγκεκριμένες προσλήψεις και χάρτη στρατηγικών παραγωγικών αλυσίδων. Στο πρώτο έτος πρέπει να λειτουργήσουν πιλοτικοί θεσμοί κοινωνικού ελέγχου και να ξεκινήσουν ώριμες επενδύσεις. Στη διετία, η ανεξάρτητη αξιολόγηση θα εξετάζει πραγματικούς μισθούς, ενοίκια, απασχόληση, εκπομπές και πρόσβαση σε υπηρεσίες. Η αντιμετώπιση πιθανής επενδυτικής αποχής, διοικητικής αδυναμίας ή δαπανηρής οικολογικής μετάβασης απαιτεί εφεδρική δημόσια πίστωση, τεχνική επάρκεια και κοινωνική αντιστάθμιση.

Οι συμβιβασμοί απαιτούν δημόσια αιτιολόγηση. Αν λείπει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή διοικητική ικανότητα, η κυβέρνηση οφείλει να αναπροσαρμόζει την αλληλουχία μέτρων χωρίς να περιστέλλει ανεξάρτητα κοινωνικά δικαιώματα. Για θεμελιώδεις αλλαγές χρειάζεται νέα δημοκρατική νομιμοποίηση. Η συμφωνία χρειάζεται επίσης δημοσιευμένη διαδικασία επίλυσης διαφορών και κοινοβουλευτική λογοδοσία. Οι κοινωνικές οργανώσεις πρέπει να έχουν πρόσβαση στα σχετικά οικονομικά στοιχεία. Κάθε υποχώρηση οφείλει να εξηγείται με σαφήνεια και δημόσιο έλεγχο. Η σύγκλιση αυτή αφορά την πρακτική διακυβέρνηση, όχι την εξάλειψη των ιδεολογικών διαφορών.

Το συμπέρασμα της σύγκρισης δεν είναι ότι η Αριστερά πρέπει απλώς να επιλέξει ανάμεσα στον κυβερνητικό ρεαλισμό και την επαναστατική ρητορική. Η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή βρίσκεται ανάμεσα σε μια πολιτική που αναδιανέμει προσωρινά πόρους διατηρώντας αμετάβλητη την εξουσία της επένδυσης και σε μια πολιτική που συγκροτεί θεσμούς μόνιμης κοινωνικής αντιπαράθεσης και δημοκρατικής απόφασης. Η γαλλική Αριστερά οφείλει να κυβερνήσει μόνο με την προοπτική οι εργαζόμενοι να ζουν καλύτερα και ταυτόχρονα να αποκτούν μεγαλύτερη δυνατότητα να αποφασίζουν οι ίδιοι για την οικονομία και την κοινωνία. Μόνον έτσι η κυβερνητική νίκη μπορεί να αποτελέσει αφετηρία και όχι υποκατάστατο κοινωνικού μετασχηματισμού.

Πηγές

[1] Nouveau Front populaire (2024). Contrat de législature, συμφωνία της 14ης Ιουνίου 2024.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[2] La France insoumise (2025). L’Avenir en commun, αναθεωρημένη προγραμματική έκδοση.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[3] Parti communiste français (2025). Une nouvelle République sociale, laïque et démocratique.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[4] Les Écologistes (2025–2026). Notre projet, προγραμματικές θέσεις.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[5] Lutte ouvrière (2021). Les banques, un concentré du capitalisme en crise. Cercle Léon Trotsky, αρ. 168.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[6] Direction générale des Entreprises (2024, ενημ. 2025). Où en est la réindustrialisation de la France?   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[7] Direction générale des Entreprises (29.03.2026). Baromètre industriel de l’État, στοιχεία 2025.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[8] INSEE (21.07.2026). Indicateurs macroéconomiques de l’industrie, δεδομένα 2010–2025.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[9] Le Monde, A. Leclerc (30.04.2025). Suppressions de postes chez ArcelorMittal.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[10] Assemblée nationale (11.06.2026). Proposition de loi relative à la nationalisation d’ArcelorMittal France, κείμενο αρ. 309, δεύτερη ανάγνωση.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[11] Poulantzas, N. (1978/2000). State, Power, Socialism. Verso Classics.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[12] Husson, M. (2012/2017). Le capitalisme en 10 leçons. La Découverte.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[13] Durand, C. & Keucheyan, R. (2024). Comment bifurquer? Les principes de la planification écologique. Zones.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[14] INSEE (29.05.2026). Le compte des administrations publiques en 2025. Insee Première, αρ. 2106.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[15] INSEE (29.09.2026). Dette publique au deuxième trimestre 2026. Informations rapides, αρ. 239.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[16] European Commission (26.11.2024). Commission assesses EU countries’ plans for fiscal stability and sustainable growth.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[17] European Central Bank (2025). Convergence Report, ενότητα 2.2.5 για το άρθρο 123 ΣΛΕΕ.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[18] Palheta, U. (2025). Comment le fascisme gagne la France. De Macron à Le Pen. La Découverte.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[19] FCPE (20.10.2026). Les revendications de la jeunesse doivent être entendues.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[20] Le Monde (13.10.2026). Mouvement lycéen, ζωντανή καταγραφή και στοιχεία συμμετοχής.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[21] Gramsci, A. (1971). Selections from the Prison Notebooks, επιμ. και μτφρ. Q. Hoare & G. Nowell Smith. International Publishers.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[22] Parti socialiste (2026). Le Projet socialiste, εγκρίθηκε την 01.07.2026, προγραμματικό κείμενο.   Ηλεκτρονική πρόσβαση

[23] NPA–L’Anticapitaliste (04.06.2026). Quelles orientations du NPA-l’Anticapitaliste pour la présidentielle?   Ηλεκτρονική πρόσβαση

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ