Πήγαινε κοιμήσου Μανώλη, αλλαγή βάρδιας, του Αλέκου Αναγνωστάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020 21:00 Συντάκτης:
Πικάσο: Ο πίνακας με την Ακρόπολη, Ο Γλέζος στον Παρθενώνα υψώνει τη σημαία της ειρήνης Πικάσο: Ο πίνακας με την Ακρόπολη, Ο Γλέζος στον Παρθενώνα υψώνει τη σημαία της ειρήνης

 

Ο Μανώλης Γλέζος ζούσε ταυτόχρονα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, έτσι όπως τα προσέγγιζε.

Γι’ αυτό εξάλλου μας καλεί να αναζητήσουμε το περιεχόμενο της ζωής και μέσα στις ίδιες τις σχέσεις ζωντανών και νεκρών. «Ζω για τους συντρόφους μου που χάθηκαν. Γι’ αυτούς που δεν υπάρχουν πια. Πριν από κάθε μάχη μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε. Και λέγαμε: Εάν εσύ ζεις, μη με ξεχάσεις» έλεγε, εξηγώντας γιατί σε μεγάλη ηλικία παρέμενε έφηβος.

Με ιδιαίτερα, κυριολεκτικά, τρόπο τοποθετεί μέσα σε ένα φάσμα τη διάκριση μεταξύ ζωντανού και νεκρού, όπου ζωντανοί και οι νεκροί κατοικούν μέσα στο ίδιο συνεχές. «Πέθανε, παραδείγματος χάριν, πριν από λίγες ημέρες ο φίλος μου, ο σεμνός αγωνιστής Φάνης Πασπαλιάρης. Μην κοιτάτε που η δημοσιότητα για διάφορους λόγους έχει ρίξει τα φώτα πάνω μου. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν οι αμνημόνευτοι αγωνιστές. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτούς αγωνίζομαι μέχρι σήμερα. Για τα ανέστια όνειρά τους» υπογράμμιζε, αναφερόμενος στους τόσους άλλους, τους πολυάριθμους ανώνυμους αγωνιστές που συνθέτουν τη γενική πρωτοπορία η οποία αγωνίζεται και εμπνέει για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος.

Με αυτή τη θέση διατηρεί στο παρόν ρόλους και συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ των ζωντανών φίλων και των «ζώντων» νεκρών, σε μια διαρκή διαπάλη ανάμεσα στο απελευθερωτικό και το καταπιεστικό τους περιεχόμενο, ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την ανθρωποφαγία.

«Κάποτε ένας ποινικός μού είπε: «Mανώλη, εσύ θεωρητικά μιλάς, εγώ πρακτικά. Εγώ κλέβω το κεφάλαιο πρακτικά. Εσύ θεωρητικά θα το κλέψεις». Και αυτός είχε τη δική του ιδεολογική επένδυση. «Τον ψυχολογικό παράγοντα δεν τον υπολόγισε ποτέ της η Αριστερά. Ποτέ δεν κατάλαβε ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικό του φιλοσοφικό πιστεύω. Ακόμη και ο χειρότερος βασανιστής».

Είχε ως σταθερή επιδίωξη, όπως αρμόζει σε κάθε έναν που αγωνίζεται να γίνει κομμουνιστής («προσπαθώ να γίνω κομμουνιστής» έλεγε στα ογδόντα του), η διαπάλη στο κάθε σήμερα να λαμπρύνει τους καινούριους αγώνες κι όχι να παρωδεί τους παλιούς. Να υπερβάλει στη φαντασία το καθήκον που έχει τεθεί και όχι να αποφύγει την εκπλήρωσή του. Να ξαναβρεί το πνεύμα της επανάστασης και όχι να την αυτοπεριορίσει σε πλανώμενο φάντασμα. Να αντλήσουν οι  κοινωνικές επαναστάσεις και του 21ου αιώνα  την ποίησή τους από το μέλλον εφόσον λογαριαστούν με το παρελθόν, με τον ίδιο τον περασμένο τους εαυτό.

Γι’ αυτό και ο ίδιος Γλέζος λογαριαζόταν διαρκώς με το παρελθόν του.

Με τον τρόπο του.

Με τα όρια του.

Αλλά λογαριαζόταν: «Αν έχω μετανιώσει για κάτι; Ναι. Για την αδυναμία μου να θεωρώ όλους τους ανθρώπους καλούς. Να μην αμφισβητώ, να τους δέχομαι όλους. Γι' αυτό ζήτησα συγγνώμη από τον ελληνικό λαό, που πείστηκα από τον Τσίπρα. Έχω μετανιώσει γι’ αυτό, επειδή δεν υπήρξε πιο γρήγορη η αντίδρασή μου. Θα ήθελα να είναι πιο άμεση. Γι' αυτό πολλές φορές νιώθω ένοχος».

«Ήταν λάθος μου, επαναλαμβάνει, να ζητήσω οργανωτική ενοποίηση της ΕΔΑ» (σ.σ τη μετατροπή της από μετωπικό σε κομματικό σχήμα).

Με αυτή του την αυτοκριτική στάση επιδιώκει οι κοσμοϊστορικές του αναμνήσεις όχι να κρύβουν από τον εαυτό τους το ίδιο το περιεχόμενό τους, αλλά να το ξεπερνούν.

Η αυτοκριτική και η κριτική είναι τμήμα της πραγματικότητας και ταυτόχρονα την υπερβαίνουν ακριβώς για να συμβάλλουν στο θετικό μετασχηματισμό της.

Επεδίωκε μια τακτική νίκη όχι για τον εαυτό του, όχι για την ΕΔΑ, όσο αυτή υπήρχε, αλλά για το λαό.

Αυτή του η αντίληψη, σε συνδυασμό με το ιστορικό φορτίο που έφερε και το τότε κλίμα εντός των ΚΚ, συμπορεύτηκε με το ΠΑΣΟΚ και εκλέχτηκε δυο φορές  βουλευτής, το ’81 και ‘85.

Ακριβώς γιατί η οριστική σοσιαλ - νεοσυντηρητική μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ  ματαίωνε τη δυνατότητα φιλολαϊκών αλλαγών ανεξαρτητοποιήθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ στις 19 Ιουνίου 1985.

Ύστερα, στο γενικό πολιτικό στίβο σιώπησε και ασχολήθηκε με το χωριό του την Απείρανθο.

Αλλά για τον ίδιο λόγο, για μια άμεση τακτική νίκη για το λαό, είκοσι χρόνια μετά, συμπορεύθηκε με το ΣΥΡΙΖΑ.

ΚΙ όταν είδε ξανά πως ματαιωνόταν η πολιτική ελπίδα για άμεσες βελτιώσεις στη ζωή του λαού,  αποχωρεί το 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Μ. Γλέζος, η ΕΔΑ, είχε τα πολιτικά του όρια. Αδυνατούσε να συνδέσει τον άμεσο τακτικό πολιτικό στόχο με το στρατηγικό στόχο για μια σύγχρονη χειραφετημένη και χειραφετητική κοινωνία και επέλεγε λάθος. Αλλά αυτή η αδυναμία αφορά μόνο ή  αφορά κυρίως τον Μανώλη Γλέζο;

Μόνο όσοι είναι διαταραγμένοι πολιτικά, όσοι βλέπουν τον εαυτό τους στον πολιτικό καθρέφτη και τον φτύνουν για να μην τον «ματιάσουν οι κακοί», μόνο αυτοί δεν αναγνωρίζουν το γενικευμένο του ζητήματος.

Ο Μανώλης Γλέζος δεν ήταν ούτε ο πρώτος και φυσικά ούτε ο μοναδικός αντιφασίστας παρτιζάνος. Δεν ήταν γενικά ένας αυτοφυής αντιφασίστας αγωνιστής.

Πρωτίστως ήταν ένα επικίνδυνος για το σύστημα επαναστάτης. Γι’ αυτό και κουβαλά 28 καταδίκες, τρεις από αυτές  σε θάνατο. Γι’ αυτό και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και 6 μήνες σε εξορία.

Ο Μ. Γλέζος δεν είναι αυτοφυής ούτε ένας αποκλειστικά αντιφασίστας που κάποτε κατέβασε τη σημαία των ναζί από την Ακρόπολη. Είναι ένας κοινωνικός αγωνιστής βγαλμένος μέσα από τις καλύτερες στιγμές του ΚΚΕ. Αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη, μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής από το 1961, καταδίκασε το 1968 την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.

Πάνω απ’ όλα όμως είναι μέλος αυτού του γενικού κοινωνικού ρεύματος που δημιούργησε και κατοχύρωσε το «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς» στην ελληνική κοινωνία, το οποίο η ακροδεξιά , οι νεοναζί και ο νεοφιλελευθερισμός, καθείς με τον τρόπο του, θέλουν πάση θυσία να ανατρέψουν.

«Για να ξέρετε, πάντως, το έχω γράψει στη διαθήκη μου, το κορμί μου θα πάει για το μάθημα ανατομίας των φοιτητών. Και ό,τι περισσέψει θα καεί και θα σκορπιστεί στη θάλασσα. Δεν θέλω τάφο, δεν θέλω μνημεία». Ο Μανώλης Γλέζος δεν θέλει μνημεία, αλλά ποιος μεγάλος επαναστάτης ήθελε να γίνει φαραωνική, υπό λαϊκό μυστηριακό προσκύνημα, μούμια;

Για όλα αυτά και τόσα άλλα τον τιμά και τον κατευοδώνει ο Λαός μας.

«Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου» ανέφερε χαρακτηριστικά. «Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου […] Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω: Μάνα! Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει: Πού ήσουν; Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει: Πήγαινε κοιμήσου».               

Πήγαινε.

Την άλλη φορά που θα βγούμε από το σπίτι του Πικάσσο δεν θα δεχτείς την ένατη  δολοφονική επίθεση σε βάρος σου αλλά στο ένα χέρι του Πάμπλο τον πίνακα του με την Ακρόπολη και σένα στην κορυφή του Παρθενώνα να κρατάς  σημαία με το περιστέρι της ειρήνης  και στο άλλο χέρι τον πίνακα με το χαμόγελο του Μπελογιάννη. Αυτόν τον πίνακα με το συρμάτινο περίγραμμα  του προσώπου του Νίκου.

Δίχως όμως το συρματόπλεγμα, μόνο με το χαμόγελο.

Κοιμήσου λοιπόν, αλλαγή βάρδιας.

 

Κάντε κλικ στο όνομα του αρθρογράφου για να διαβάσετε όλα τα άρθρα του.

Kommon

Θέλουμε να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας, την αναγκαία αλλά όχι δεδομένη προοπτική. Θέλουμε να μιλήσουμε ταυτόχρονα για την καθημερινή επιβίωση και τον αγώνα γι’ αυτήν.

ΛΙΣΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Εγγραφείτε στην λίστα επικοινωνίας μας για να είστε πάντα ενημερωμένοι.