Σίγησε η δωρική φωνή μιας μεγάλης μουσικής δυναστείας

Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Λάκης Χαλκιάς.

«Δεν τραγούδησα απλώς την Ιστορία· κουβάλησα το βάρος της σαν οικογενειακό χρέος» είχε πει ο Λάκης Χαλκιάς.

Πηγή: Cultural News – Πολιτιστικά Νέα.

«Το δημοτικό τραγούδι ήταν το πρώτο μου σχολείο, δηλαδή η δημοτική ποίηση. Αυτή άκουγα από τους δικούς μου, αυτή έμαθα από τους δικούς μου», έχει πει, εξηγώντας πως οι ήχοι της Ηπείρου αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ολόκληρη η καλλιτεχνική του διαδρομή.

«Ανατράφηκα, μεγάλωσα και γαλουχήθηκα με τα Ηπειρώτικα τραγούδια» είχε πει. «Το κλαρίνο του πατέρα μου Τάσου Χαλκιά αντηχεί μες τα αυτιά μου, στο μυαλό μου, στην ψυχή μου. Στο σπίτι, μωρό στη σαρμανίτσα-μια παραδοσιακή, φορητή ξύλινη κούνια-, άκουγα τις πρόβες που έκαναν ο πατέρας μου με τα αδέλφια του. Για την ακρίβεια είναι δεκαετίες δικές μου στο τραγούδι, αλλά μαζί με αυτά που κουβαλάω από την οικογένειά μου, η ιστορία μας μετράει πάνω από 176 χρόνια συνεχούς παρουσίας!»

Γεννημένος στα Γιάννενα το 1943, ο Λάκης Χαλκιάς μεγάλωσε μέσα στη μουσική παράδοση μιας οικογένειας που το όνομά της έγινε συνώνυμο με το ηπειρώτικο τραγούδι.

Γιος του θρυλικού κλαρινίστα Τάσου Χαλκιά, συνέχισε μια παράδοση που είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα από πολλές γενιές μουσικών της οικογένειας Χαλκιά.

Όμως ο Λάκης Χαλκιάς δεν υπήρξε απλώς ένας συνεχιστής. Υπήρξε ένας δημιουργός που κατάφερε να συνομιλήσει με το παρελθόν χωρίς να μείνει φυλακισμένος σε αυτό.

Πήρε το δημοτικό τραγούδι, το έκανε γνωστό σε νέες γενιές και παράλληλα άνοιξε δρόμους συνεργαζόμενος με κορυφαίους εκπροσώπους του έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού.
Ο ίδιος ο Λάκης Χαλκιάς είχε περιγράψει πολλές φορές τη μουσική όχι ως επάγγελμα, αλλά ως κληρονομιά και ευθύνη. Μεγαλωμένος μέσα στην οικογένεια των Χαλκιάδων, μια από τις σημαντικότερες μουσικές οικογένειες της Ελλάδας, θεωρεί πως το πρώτο του μάθημα δεν ήρθε από κάποιο ωδείο, αλλά από τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας.
Από μικρός βρέθηκε μέσα στον κόσμο της μουσικής. Η μαθητεία του δίπλα στον πατέρα του και η επαφή του με την ηπειρώτικη παράδοση διαμόρφωσαν έναν ερμηνευτή που δεν αντιμετώπισε ποτέ το τραγούδι ως απλή τεχνική. Για τον Λάκη Χαλκιά, κάθε τραγούδι ήταν μια ιστορία. Κάθε στίχος είχε πίσω του έναν άνθρωπο.

Παίζοντας κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο και τζουρά, ο Χαλκιάς έμαθε το δαιδαλώδη λαβύρινθο δίπλα στα ιερά τέρατα της εποχής, από τη Σωτηρία Μπέλλου, και τον Στέλιο Καζαντζίδη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Μανώλη Αγγελόπουλο.

Τα καλοκαίρια, η οικογενειακή κομπανία αλώνιζε την αχανή ελληνική επαρχία. Πανηγύρια, γάμοι, λαϊκές τελετουργίες. Εκεί, πλάι στον Γιώργο Παπασιδέρη, τον Δημήτρη Ζάχο, τον Χρόνη Αηδονίδη, τον Αλέκο Κιτσάκη και τη Δόμνα Σαμίου, ο Λάκης Χαλκιάς αφομοίωσε το δωρικό ήθος του δημοτικού τραγουδιού.

Παράλληλα, η μαθητεία του στον Σύλλογο προς Διάδοσιν της Ελληνικής Μουσικής του Σίμωνος Καρά του προσέφερε την επιστημονική, βυζαντινή και αρχετυπική γνώση του ελληνικού μέλους.
Η πολιτική συνείδηση του Λάκη Χαλκιά διαμορφώθηκε νωρίς και αδιαπραγμάτευτα. Στα εφηβικά και νεανικά του χρόνια εντάχθηκε ενεργά στη Νεολαία Λαμπράκη, συμμετέχοντας στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της ταραγμένης δεκαετίας του ’60. Αυτή η δράση τον κατέστησε στόχο των διωκτικών αρχών της εποχής.

Το 1967, με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας, οι διώξεις εντάθηκαν και ο Λάκης Χαλκιάς υποχρεώθηκε να πάρει τον δρόμο της αυτοεξορίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, προκειμένου να γλιτώσει τη σύλληψη.

Αυτή η τετραετής αναγκαστική ξενιτιά υπήρξε το μεγάλο του κοινωνικό και καλλιτεχνικό σχολείο. Εκεί, δουλεύοντας σε ελληνικά κέντρα της διασποράς, συνεργαζόμενος με τον Άντονι Κουίν στο Σακραμέντο για την τηλεοπτική μεταφορά του Ζορμπά, αλλά κυρίως βιώνοντας τον καθημερινό μόχθο και τον νόστο των Ελλήνων της αλλοδαπής, ο Λάκης Χαλκιάς σμίλεψε ακόμη περισσότερο την ταξική του συνείδηση.

«Από τα δέκα μου χρόνια που έφυγα από τα Γιάννενα και ήρθα στην Αθήνα, ήμουν ήδη ένας εσωτερικός μετανάστης. Η φυγή μου στο εξωτερικό το 1967 ήταν απαραίτητη γιατί άρχισαν να με ψάχνουν λόγω των πολιτικών μου πεποιθήσεων. Έζησα την ξενιτιά στο πετσί μου. Είδα τον Έλληνα να παλεύει με τη νοσταλγία, τη σκληρή δουλειά και το παράπονο» είχε εξομολογηθεί ο μετανάστης που έκανε την προσφυγιά καύσιμο που τροφοδότησε σπουδαίες ερμηνείες.
Όταν ο Λάκης Χαλκιάς επιστρέφει στην Ελλάδα το 1971, η χώρα βράζει κάτω από το καθεστώς της χούντας. Η συνάντησή του με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο στο ιστορικό Κύτταρο αλλάζει οριστικά τον ρου του μεταπολιτευτικού και έντεχνου τραγουδιού.

Η συνεργασία με τον Μαρκόπουλο γεννά δισκογραφικά μνημεία. Ο Στρατής Θαλασσινός σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, η Θητεία σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, ο Θεσσαλικός Κύκλος του Κώστα Βίρβου και, πάνω απ’ όλα, οι ιστορικοί Μετανάστες σε στίχους Γιώργου Σκούρτη του 1974 ανατριχιάζουν.

Στη θρυλική Φάμπρικα, ο Λάκης Χαλκιάς γίνεται φωνή και πόνος, μετατρέπεται ο ίδιος στον ανώνυμο εργάτη της βιομηχανικής ζώνης όπου ε μια φωνή στεντόρεια, λαμπερή, με απόλυτη άρθρωση και αξεπέραστα «τσακίσματα» που κουβαλούν την ηπειρώτικη τεχνική, δίνει σάρκα και οστά στο «νούμερο οχτώ».
Η ερμηνεία του δεν διαθέτει ίχνος εύκολου μελοδραματισμού. Είναι κοφτή. Δωρική. Είναι υπερήφανη.

«Όταν μπήκα στο στούντιο να τραγουδήσω τους Μετανάστες, δεν χρειάστηκε να υποκριθώ. Μέσα σε αυτά τα τραγούδια γύρισαν στο μυαλό μου όλα αυτά που είχα γνωρίσει με τη δική μου ξενιτιά στην Αμερική. Ύμνησα τους αγώνες, τους πόθους, τη νοσταλγία και την ατέλειωτη προσμονή των ανθρώπων του μόχθου για την ώρα της επιστροφής» είχε πει ο ίδιος.

Το 1977, η συμμετοχή του στο μνημειώδες έργο Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Διονυσίου Σολωμού, σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου και δίπλα στον Νίκο Ξυλούρη και την Ειρήνη Παπά, τοποθετεί τον Λάκη Χαλκιά οριστικά στο πάνθεον της ελληνικής μουσικής δημιουργίας.

Ο Λάκης Χαλκιάς υπήρξε ένας βαθιά και συνειδητά στρατευμένος καλλιτέχνης στην Αριστερά με τη φωνή του να ακούγεται σε εκδηλώσεις, σκηνές και θέατρα -αλλά και σε απεργίες, πορείες, επετείους του Πολυτεχνείου και λαϊκές κινητοποιήσεις.

Η πολιτική του συμπόρευση με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) ήταν σταθερή και διαρκής —μάλιστα, το 2007 συμμετείχε ως υποψήφιος βουλευτής με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ στη Β’ Αθηνών.

Ιστορική έμεινε η μεγάλη περιοδεία του το καλοκαίρι του 1981 στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, όπου μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη συνοδεύαν τον ηγέτη του ΚΚΕ, Χαρίλαο Φλωράκη, δίνοντας μεγάλες πολιτικές συναυλίες.

Η φωνή του, που έγινε γνωστή μέσα από τραγούδια που μίλησαν για την ξενιτιά, την αγάπη, την απώλεια, τη λεβεντιά και τον αγώνα. Τραγούδια που δεν έμειναν απλώς σε δίσκους, αλλά πέρασαν στη συλλογική μνήμη.

Για τον ίδιο, ωστόσο, η Ήπειρος παρέμενε πάντα η μεγάλη του πατρίδα. Ο ήχος του κλαρίνου, οι βαριές μελωδίες, τα τραγούδια του αποχωρισμού και οι φωνές των ανθρώπων των χωριών δεν ήταν απλώς μουσικά στοιχεία. Ήταν η μνήμη ενός κόσμου που αλλάζει.
«Η παράδοση δεν είναι μουσείο», έχει υποστηρίξει πολλές φορές μέσα από τη διαδρομή του. Είναι κάτι που πρέπει να μεταδίδεται, να αναπνέει και να βρίσκει νέους τρόπους έκφρασης. Αυτή ήταν και η μεγάλη του αποστολή: να κρατήσει το νήμα ενωμένο ανάμεσα στους παλιούς και στους νέους».
«Στις νέες γενιές τις δικές μας πρώτα μας μάθαιναν να σεβόμαστε τη δουλειά που κάναμε, να μαθαίνουμε τα τραγούδια σωστά», έχει δηλώσει, υπογραμμίζοντας πως αυτή η πειθαρχία ήταν που κράτησε την παραδοσιακή μουσική αυθεντική».

Ο Λάκης Χαλκιάς αφήνει πίσω του μια πλούσια δισκογραφία και πλούσια καλλιτεχνική παρουσία και επιδραστικότητα με περισσότερες από 2.500 συναυλίες που έδωσε σε πάνω από 45 χώρες ανά τον κόσμο.

Ένας καλλιτέχνης υπόδειγμα καλλιτεχνικής, πολιτικής και ανθρώπινης στάσης χαιρετάει τον κόσμο των θνητών ως αυθεντικός Ηπειρώτης πρωτομάστορας που έχτισε το δικό του πολιτισμικό γεφύρι -ανοιχτό σε όλους.

Η φωνή του θα αντηχεί στις φάμπρικες, στις απεργιακές πορείες, στα πανηγύρια της Ηπείρου και στις μνήμες της ελληνικής ξενιτιάς για πάντα.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ