Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα, 2026, σελ. 179
Λίγες μέρες μετά τη μεγαλειώδη κινητοποίηση της 28ης Φεβρουαρίου 2025, ο Πέτρος Κακολύρης, των εξαιρετικών εκδόσεων Εύμαρος, διοργάνωσε μια συζήτηση για την πολιτική κρίση με εισηγητές τον Τάκη Βιδάλη, τον Γιώργο Πλειό και τον υπογράφοντα. Οι εισηγήσεις, καθώς και η ιδιαίτερα πλούσια συζήτηση που ακολούθησε, φαίνεται ότι συνέβαλαν στη συγγραφή ενός πολύ σημαντικού και επίκαιρου βιβλίου, συγγραφέας του οποίου είναι ο Τ. Βιδάλης. Ο συγγραφέας εκκινεί από το πάνδημο αίτημα εκείνης της κινητοποίησης, τη Δικαιοσύνη, και μας εξηγεί γιατί το Σύνταγμα, παρότι —θεωρητικά τουλάχιστον— οφείλει να διασφαλίζει τις αξίες της Ελευθερίας και της Ισότητας, αδυνατεί στην πράξη να ανταποκριθεί σε αυτές τις καταστατικές αξίες κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος.
Με πειστικό τρόπο δείχνει ότι το εκάστοτε σύστημα εξουσίας —«οι πρόθυμοι», όσοι κατοικούν ή/και παρεπιδημούν εντός του «φρουρίου των κρατούντων»— φαίνεται να μην ανέχεται ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας του. Αποκαλύπτει, έτσι, τον φόβο τους ότι το Σύνταγμα, «με τους κανόνες του, μπορεί να γίνει επικίνδυνο, αν πέσει σε λάθος χέρια, δηλαδή στα χέρια των πολλών». Γι’ αυτό και μετέτρεψαν το «φρούριο των πολιορκητών», το Σύνταγμα, σε φρούριο των κρατούντων, των πολιορκημένων.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο: καλογραμμένο, χρήσιμο και ιδιαίτερα επίκαιρο. Ένα βιβλίο που τεκμηριώνει τις θέσεις του και, έως έναν βαθμό, επιμορφώνει ακόμη και τους σχετικά ειδικούς· κυρίως, βέβαια, όσους έχουν ξεχάσει την ιστορία και έχουν απωλέσει την κριτική τους ματιά. Με άλλα λόγια, απευθύνεται και σε όσους έχουν βολευτεί «στην επίσημη ακαδημαϊκή αφήγηση, η οποία χάνει το ουσιώδες, δηλαδή την αληθινή λειτουργία του Συντάγματος μέσα στην κοινωνία, το πώς (και αν) επηρέασε τις κοινωνικές συγκρούσεις, το αν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός παράγοντας κοινωνικής προόδου ή συντήρησης…». Απευθύνεται, επίσης, σε όσους υιοθετούν «μια αφήγηση που δεν βλέπει τη διαφορά μεταξύ ενός Συντάγματος ως όπλου διεκδίκησης και ενός Συντάγματος που υπάρχει για να δικαιολογεί την εξουσία αντί να ασκεί κριτική στις πράξεις της, που δεν εγγυάται κατακτήσεις των πολλών, αλλά τις εξαρτά από τις σκοπιμότητες των λίγων» (σ. 23).
Στο πρώτο από τα τρία μέρη του βιβλίου παρουσιάζεται, με κριτική ματιά, η περιπέτεια των ελληνικών συνταγμάτων. Αξιοποιώντας το θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης της εξέλιξης του συνταγματισμού ως αποτελέσματος «των μεγάλων επαναστάσεων», ο συγγραφέας εστιάζει ιδιαίτερα στην περίοδο της Μεταπολίτευσης. Επισημαίνει ότι, παρά τις κινηματικές διεκδικήσεις που είχαν προηγηθεί, το Σύνταγμα του 1975 κατέληξε να είναι «ένα ανώδυνο κείμενο, όπου ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει με ευκολία τις ιδέες, τις επιθυμίες και τα συμφέροντά του», καθώς από αυτό απουσίαζαν ουσιαστικά τόσο ο «εγγυητισμός» όσο και η «αντιεξουσιαστική στάση».
Κατά συνέπεια, οι ταγμένοι να κυβερνούν, οι «ιδιοκτήτες της εξουσίας», ενδιαφέρονται πάντοτε για την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών και όχι για τις αξίες. Οι τελευταίες, άλλωστε, αν και διακηρύσσονται ως αδιαμφισβήτητες, οφείλουν, κατά τη δική τους λογική, να προσαρμόζονται στις πολιτικές επιλογές και όχι το αντίστροφο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ερμηνεία του Συντάγματος και η κατά περίπτωση χρήση του οδηγούν στην ακύρωση ή, τουλάχιστον, στον περιορισμό της ουσίας του (σ. 56-57). Αυτό έγινε εμφανές και μέσα από την πρόσφατη, διαβόητη ερμηνεία —και, κατ’ ουσίαν, παραβίαση— του άρθρου 16, στη βάση της λογικής του λεγόμενου «επαυξημένου Συντάγματος».
Το δεύτερο μέρος του τόμου εστιάζει στους μύθους και τα αδιέξοδα που συνοδεύουν το Σύνταγμά μας. Ο Βιδάλης αναλύει εδώ την ανεπάρκεια των λεγόμενων θεσμικών αντιβάρων, από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, καθώς και τις συνέπειες της «ένταξης στην Ενωμένη Ευρώπη». Με γλαφυρό τρόπο δείχνει ότι η μόνιμη παραχώρηση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων είναι, τελικά, απροσδιόριστης έκτασης, γεγονός που συνιστά έναν καθοριστικό περιορισμό της πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας (σ. 70-74). Πρόκειται για μια εξέλιξη που «υποχρεώνει» τη δημοκρατία μας να λειτουργεί ολοένα και πιο μακριά από τους πολίτες, όπως έδειξαν τόσο η προσφυγή του Αλέξη Τσίπρα όσο και η απειλή προσφυγής του Γιώργου Παπανδρέου σε δημοψηφίσματα, τα οποία αντιμετωπίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδόν κατασταλτικά (σ. 92).
Με ανάλογο τρόπο περιγράφονται οι «μύθοι» που συνόδευσαν τον ελληνικό συνταγματισμό κατά την περίοδο της χρεοκοπίας, όταν η «σωτηρία της πατρίδας» ταυτίστηκε με την απόλυτη υποταγή σε όσους προθυμοποιήθηκαν να μας δανείσουν, ασφαλώς όχι χωρίς αντάλλαγμα (σ. 89). Οι πολιτικές που απορρέουν από τα μνημόνια οδήγησαν το πολιτικό σύστημα όχι μόνο στη δημιουργία στεγανών απέναντι στους πολίτες, αλλά και στη νομιμοποίηση μιας δραματικής συρρίκνωσης πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων· μια διαδικασία που επιταχύνθηκε και απέκτησε χαρακτηριστικά μονιμότητας κατά την περίοδο της πανδημίας. Ο Βιδάλης δείχνει, μάλιστα, πώς το κράτος της ύστερης Μεταπολίτευσης αμφισβητεί και περιορίζει, έως και σημείου εξαφάνισης, τον ατομικό χώρο αυτονομίας, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ανθρώπινης αξίας. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την εμφάνιση μιας νέας μορφής επιθετικού κρατισμού, η οποία αδιαφορεί για τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να εξασφαλίσει τη νομιμοποίησή της μέσω γενικόλογων αναφορών στο «γενικό συμφέρον», στην παντοδυναμία της «κοινωνίας της πληροφορίας», στην ασφάλεια —όπως ανέδειξε χαρακτηριστικά η υπόθεση των παρακολουθήσεων με το Predator— ή ακόμη και μέσω παρεμβάσεων στην ελευθερία της έκφρασης και της συλλογικής δράσης, όπως καταδεικνύουν οι στρατηγικές αγωγές φίμωσης (SLAPP), οι παρεμβάσεις στο πανεπιστημιακό άσυλο και οι περιορισμοί του δικαιώματος της απεργίας.
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας εκκινεί από τη διαπίστωση ότι οι κινητοποιήσεις για την υπόθεση των Τεμπών φαίνεται να αποτελούν τον καταλύτη για να ανακτήσουν οι πολίτες το όπλο τους, προκειμένου να απαντήσουν στο ερώτημα: «Ποιο Σύνταγμα αξίζει;». Ο Βιδάλης, ενώ μας θυμίζει την παραδοξότητα ότι το ισχύον Σύνταγμα θεωρείται συνέχεια των διευθετήσεων του Συντάγματος του 1952, υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι η κριτική αυτή δεν πρέπει να μας εμποδίζει να το υπερασπιζόμαστε. Αυτή ακριβώς η στάση αποτελεί την αφετηρία ώστε το «Σύνταγμα που αξίζει» να έχει ως θεμέλιό του τη διασφάλιση της αυτόνομης δράσης των πολιτών (σ. 124).
Επιπλέον, το «Σύνταγμα που αξίζει», υποστηρίζει πειστικά ο Βιδάλης, είναι εκείνο που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη λειτουργία και στις δομές αντιπροσώπευσης κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν πρακτικές άμεσης δημοκρατίας, όπως τα δημοψηφίσματα, τα οποία πάντοτε φοβούνται οι «πολιορκούμενοι». Ωστόσο, η αντιπροσώπευση οφείλει να βρίσκεται διαρκώς υπό έλεγχο, ο οποίος πρέπει να προέρχεται: α) από τον αναγκαίο και ουσιαστικό διάλογο κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, β) από τη λογοδοσία στην οποία οφείλει να υπόκειται κάθε κέντρο λήψης αποφάσεων και γ) από τον βαθμό νομιμοποίησης των αντιπροσώπων.
Ο Βιδάλης δεν διστάζει να αναφερθεί και στις ανεξάρτητες αρχές, καθώς στον δημόσιο διάλογο συχνά προβάλλονται ως θεσμική απάντηση στο πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας. Επιχειρηματολογεί, όμως, πειστικά ότι οι «ανεξάρτητες αρχές είναι η παραδοχή της αποτυχίας όσων ασκούν πολιτική εξουσία, αν όχι της ίδιας της επαγγελματικής πολιτικής» (σ. 136), ενώ ταυτόχρονα «καλύπτουν και το κενό ευθυνοφοβίας και ανεπάρκειας των επαγγελματιών της πολιτικής» (σ. 139). Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι υποθέσεις των παρακολουθήσεων, με την παρέμβαση της ΑΔΑΕ, και του ναυαγίου της Πύλου, με τις παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη. Αρνείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με επιφανειακό ή τεχνοκρατικό τρόπο. Για παράδειγμα, δεν θεωρεί ότι το πρόβλημα της δικαιοσύνης μπορεί να περιοριστεί στο ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων ούτε ότι πρέπει να γίνει αποδεκτό το νέο αφήγημα της εξουσίας, σύμφωνα με το οποίο η τεχνολογία και η λεγόμενη «ψηφιακή μετάβαση» μπορούν να αντιμετωπίσουν τα σοβαρά θεσμικά ζητήματα και τα αδιέξοδα του σύγχρονου συνταγματισμού.
Πρόκειται για ζητήματα που αναπαράγονται διαρκώς τόσο από τις βάσεις νομιμοποίησης στις οποίες στηρίζονται οι «πολιορκούμενοι» —την ασφάλεια, την υγειονομική απειλή ή πανδημία, τη δημοσιονομική πειθαρχία και, πρωτίστως, το πρόταγμα της οικονομικής μεγέθυνσης— όσο και από τη χρήση μεθόδων που συρρικνώνουν τη διαβούλευση και τον διάλογο σε έναν μονόλογο επιβολής, όπως το neuromarketing, τα deepfakes και η δημιουργία σύγχρονων «καθεστώτων αλήθειας». Η ανάλυση του Βιδάλη τεκμηριώνει με ιδιαίτερα πειστικό και εμπεριστατωμένο τρόπο ότι έχουμε ανάγκη από έναν «μαχητικό συνταγματισμό από τα κάτω για χάρη των πολλών». Αυτονόητα, μια τέτοια στροφή δεν μπορεί να προκύψει αυτόματα ούτε τυχαία σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον. Η ενεργοποίηση των πολλών μπορεί και πρέπει να στοχεύει στη διαμόρφωση αντιλήψεων, σχέσεων και πολιτικής κουλτούρας που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ώστε το Σύνταγμά μας, μέσα από τον κατά Μάνεση «εγγυητισμό» και την «αντιεξουσιαστική στάση», να ξαναγίνει το όπλο των πολιορκητών.
Είναι προφανές ότι μια τέτοια διαδικασία είναι εξαιρετικά σύνθετη και απαιτητική. Ωστόσο, μια νέα αφετηρία δεν μπορεί παρά να εκκινεί από την αλλαγή της ατζέντας του δημόσιου πολιτικού διαλόγου και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πιο συγκεκριμένα, μια τέτοια μετατόπιση θα πρέπει να περιλαμβάνει:
α) την ανασυγκρότηση των θεσμών κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης. Μια ανασυγκρότηση που προϋποθέτει την οργανωτική και λειτουργική επαναθεμελίωσή τους, ώστε να ανταποκρίνονται στη δυναμική του σύγχρονου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, καθώς και τη συστηματική επιμόρφωση των μελών και των στελεχών τους·
β) τον επανακαθορισμό των σχέσεων οικονομίας και πολιτικής, ώστε να αμφισβητηθεί η σχιζοφρενική —αν και συνήθως άρρητη— απαίτηση οι πολίτες να λειτουργούν απολύτως ιδιοτελώς στην αγορά και απολύτως ανιδιοτελώς στη σφαίρα της πολιτικής, στο όνομα του «κοινού καλού» και του «δημόσιου συμφέροντος»·
γ) την αποφυγή της ανιστόρητης υποτίμησης των τυπικών δημοκρατικών κεκτημένων. Αναφορές όπως «δήθεν δημοκρατία», «αστική δημοκρατία» ή «αστικές εκλογές», παρότι συχνά επιδιώκουν να αναδείξουν πραγματικές παθογένειες και τα περιορισμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά των σχετικών θεσμών, καταλήγουν να εκμηδενίζουν τη συμβολή αλλά και την ευθύνη των «πολιορκητών» στις υφιστάμενες πολιτικές και κοινωνικές διευθετήσεις. Πρόκειται για επιπόλαιες διατυπώσεις που, μέσω της απλουστευτικότητάς τους, αποδέχονται τελικά τη ματαιότητα του αγώνα και οδηγούν σε μια παραλυτική πολιτική παραίτηση·
δ) τον επανακαθορισμό των όρων και των επιδιώξεων της λεγόμενης «ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής». Πρόκειται για ζήτημα που απασχολεί εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση, με ολοένα πιο έντονο και καθοριστικό τρόπο, απομακρύνεται ακόμη και από το λεγόμενο «ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο», επηρεάζοντας βαθιά τις δομές κοινωνικής οργάνωσης των κρατών-μελών.
Τα παραπάνω, όπως και όσα ακόμη αναδείξουν οι σχετικές κοινωνικές και κινηματικές πρωτοβουλίες, συνιστούν μεγάλες προκλήσεις, η αντιμετώπιση των οποίων δεν μπορεί να αφεθεί στη βούληση της κάθε λογής ακροδεξιάς. Κατά συνέπεια ο αγώνας των πολιορκητών δεν είναι κάτι εύκολοι. Ωστόσο, απέναντι σε αυτή τη δυσκολία δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ως οδηγός το προσωπικό πιστεύω του Αλέξανδρου Σβώλου ότι «η επιτέλεση του καθήκοντος απέναντι στον λαό δεν πρέπει να έχει όρια».

