35.1 C
Athens
Τρίτη, 23 Ιουλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Έρνεστ Μαντέλ: Ο σοσιαλισμός και το μέλλον


 

Πηγή: www.contra-xreos.gr

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έχει σημειωθεί επιδείνωση του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων σε παγκόσμια κλίμακα. Ο κύριος λόγος ήταν η έναρξη ενός μακροχρόνιου υφεσιακού κύματος στην καπιταλιστική οικονομία με συνεχή αύξηση της ανεργίας. Στις ιμπεριαλιστικές χώρες, η ανεργία αυξήθηκε από 10 σε 50 εκατομμύρια ανθρώπους, στον Τρίτο Κόσμο έφτασε τα 500 εκατομμύρια. Σε πολλές από τις τελευταίες χώρες, αυτό σημαίνει ότι το 50% ή και περισσότερο του πληθυσμού βρίσκεται χωρίς δουλειά.

Αυτή η μαζική αύξηση της ανεργίας και ο φόβος της ανεργίας μεταξύ όσων έχουν δουλειά, έχει αποδυναμώσει την εργατική τάξη και έχει διευκολύνει την παγκόσμια καπιταλιστική επίθεση που στοχεύει στην αύξηση του ποσοστού κέρδους μέσω της συμπίεσης των πραγματικών μισθών και της περικοπής του κοινωνικού κόστους και των δαπανών υποδομής. Η νεοσυντηρητική επίθεση είναι μόνο η ιδεολογική έκφραση αυτής της κοινωνικής και οικονομικής επίθεσης.

Η μεγάλη πλειοψηφία των ηγεσιών των μαζικών κομμάτων που ισχυρίζονται ότι είναι σοσιαλιστικά έχουν συνθηκολογήσει μπροστά σε αυτή την καπιταλιστική επίθεση και έχουν αποδεχτεί πολιτικές λιτότητας, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε χώρες τόσο διαφορετικές όσο η Γαλλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Βενεζουέλα και το Περού. Αυτό αποπροσανατόλισε την εργατική τάξη και στη διάρκεια μιας ολόκληρης περιόδου, δυσκόλεψε τις μάζες να αναλάβουν αμυντικούς αγώνες.

Αυτή η συνθηκολόγηση της Σοσιαλδημοκρατίας συνδυάστηκε με τον ιδεολογικό και πολιτικό αντίκτυπο της κρίσης των συστημάτων στην Ανατολική Ευρώπη, την πρώην Σοβιετική Ένωση, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και την Ινδοκίνα, η οποία υποδαυλίζει μια βαθιά και σχεδόν καθολική κρίση της αξιοπιστίας του σοσιαλισμού.

Στα μάτια της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού του πλανήτη, οι δύο κύριες ιστορικές εμπειρίες οικοδόμησης μιας αταξικής κοινωνίας – η σταλινική/μετασταλινική/μαοϊκή και η σοσιαλδημοκρατική – έχουν αποτύχει.

Φυσικά, οι μάζες καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι πρόκειται για την αποτυχία ενός συνολικού ριζοσπαστικού κοινωνικού στόχου. Αλλά αυτό δεν συνεπάγεται μια αρνητική αξιολόγηση των σημαντικών συγκεκριμένων αλλαγών στην κοινωνική πραγματικότητα υπέρ των εκμεταλλευόμενων που έχουν γίνει. Με αυτή την τελευταία έννοια, ο απολογισμός των 150 και πλέον χρόνων δραστηριότητας του διεθνούς εργατικού κινήματος και όλων των τάσεών του, παραμένει θετικός.

Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με την πεποίθηση εκατομμυρίων εργαζομένων ότι όλοι οι άμεσοι αγώνες θα οδηγούν όλο και περισσότερο στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την έλευση μιας αταξικής κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση, καταπίεση, αδικία και μαζική βία. Ελλείψει μιας τέτοιας πεποίθησης, οι άμεσοι αγώνες είναι αποσπασματικοί και ασυνεχείς, χωρίς συνολικούς πολιτικούς στόχους.

Η πολιτική πρωτοβουλία βρίσκεται στα χέρια του ιμπεριαλισμού, της αστικής τάξης και των πρακτόρων της. Αυτό είναι ξεκάθαρο από αυτό που συμβαίνει στην ανατολική Ευρώπη, όπου η πτώση των γραφειοκρατικών δικτατοριών κάτω από τον αντίκτυπο των πλατιών μαζικών αγώνων δεν οδήγησε σε μια πολιτική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού, αλλά μάλλον προς την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Το ίδιο πράγμα αρχίζει να συμβαίνει και στην πρώην Σοβιετική Ένωση.

Οι μάζες στην Ανατολική Ευρώπη και στην πρώην Σοβιετική Ένωση, για να μην αναφέρουμε χώρες όπως η Καμπότζη, ταυτίζουν τη σταλινική και τη μετασταλινική δικτατορία με το μαρξισμό και το σοσιαλισμό και απορρίπτουν όλα αυτά εξίσου. Ο Στάλιν δολοφόνησε ένα εκατομμύριο κομμουνιστές και καταπίεσε εκατομμύρια εργάτες και αγρότες.

Αυτό δεν ήταν προϊόν του μαρξισμού, του σοσιαλισμού ή της επανάστασης.’Ηταν το αποτέλεσμα μιας αιματηρής αντεπανάστασης. Αλλά το γεγονός ότι οι μάζες εξακολουθούν να βλέπουν αυτά τα πράγματα διαφορετικά είναι ένα αντικειμενικό γεγονός που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις διεθνείς πολιτικές και κοινωνικές πραγματικότητες.

Αυτή η κρίση της αξιοπιστίας του σοσιαλισμού εξηγεί την κύρια αντίφαση της παγκόσμιας κατάστασης σε μια εποχή που οι μάζες αγωνίζονται σε πολλές χώρες, συχνά σε μεγαλύτερη κλίμακα από ποτέ άλλοτε.

Από τη μία πλευρά, ο ιμπεριαλισμός και η διεθνής αστική τάξη δεν είναι ικανοί να συντρίψουν το εργατικό κίνημα, όπως το έκαναν στη δεκαετία του 1930 και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και της Ιαπωνίας και σε πολλές άλλες χώρες. Αλλά, από την άλλη, οι εργαζόμενες μάζες δεν είναι ακόμα έτοιμες να αγωνιστούν για μια παγκόσμια αντικαπιταλιστική λύση. Για το λόγο αυτό βρισκόμαστε σε μια περίοδο παγκόσμιας κρίσης και αταξίας, στην οποία καμία από τις κύριες κοινωνικές τάξεις δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει την ιστορική της νίκη.

Το κύριο καθήκον των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών είναι να προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του σοσιαλισμού στη συνείδηση εκατομμυρίων ανδρών και γυναικών. Αυτό θα γίνει εφικτό μόνο αν η αφετηρία μας είναι οι άμεσες ανάγκες και ανησυχίες αυτών των μαζών. Κάθε εναλλακτικό μοντέλο πολιτικής οικονομίας πρέπει να περιλαμβάνει αυτές τις προτάσεις. Τέτοιες προτάσεις πρέπει να δίνουν την πιο συγκεκριμένη και αποτελεσματική βοήθεια στις μάζες για να παλέψουν με επιτυχία για τις ανάγκες τους.

Μπορούμε να τις διατυπώσουμε με σχεδόν βιβλικούς όρους: να εξαλείψουμε την πείνα, να ντύσουμε τους γυμνούς, να προσφέρουμε αξοπρεπή ζωή σε όλους, να σώσουμε τις ζωές εκείνων που πεθαίνουν λόγω έλλειψης κατάλληλης ιατρικής φροντίδας, να γενικεύσουμε την ελεύθερη πρόσβαση στον πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένης της εξάλειψης του αναλφαβητισμού, να γενικεύσουμε τις δημοκρατικές ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα και να εξαλείψουμε την κατασταλτική βία σε όλες τις μορφές της.

Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι δογματικό ή ουτοπικό. Παρόλο που οι μάζες δεν είναι έτοιμες να αγωνιστούν για τη σοσιαλιστική επανάσταση, μπορούν να αποδεχτούν πλήρως αυτούς τους στόχους αν διατυπωθούν με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο. Μπορούν να αποδυθούν σε ευρύτερους αγώνες με τις πιο διαφορετικές μορφές και συνδυασμούς. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένοι στις προτάσεις μας. Τι είδους παραγωγή τροφίμων είναι δυνατή; Με ποιες αγροτικές τεχνικές; Σε ποια μέρη; Ποια υλικά μπορούν να παραχθούν; Σε ποιους τόπους ή σε ποια έθνη στη μεγαλύτερη διεθνή κλίμακα;

Όταν όμως εξετάζουμε τις συνθήκες που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των στόχων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα προϋποθέτει μια ριζική ανακατανομή των υφιστάμενων πόρων και μια ριζική αλλαγή στις κοινωνικές δυνάμεις που κατέχουν τη δύναμη λήψης αποφάσεων σχετικά με τη χρήση τους. Θα πρέπει να είμαστε πεπεισμένοι ότι οι μάζες που αγωνίζονται για αυτούς τους στόχους δεν θα εγκαταλείψουν τον αγώνα όταν η πραγματικότητα καταδείξει αυτές τις συνέπειες.

Εδώ έγκειται μία από τις ιστορικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σοσιαλιστικό κίνημα: να είναι ικανό, χωρίς προαπαιτούμενα, να ηγηθεί των ευρύτερων μαζικών αγώνων για την ικανοποίηση των πιο πιεστικών σημερινών αναγκών της ανθρωπότητας.

Ernest Mandel (1923-1995) και Hugo Blanco (1934-2023)

Είναι ένα τέτοιο εναλλακτικό μοντέλο δυνατό στη σημερινή κοινωνία χωρίς βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο στόχο την ανάληψη ή τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη εξουσία, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα; Πιστεύω ότι αυτός είναι ο λανθασμένος τρόπος να τεθεί το ερώτημα. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας. Αλλά η συγκεκριμένη μορφή του αγώνα για την εξουσία και, κυρίως, οι συγκεκριμένες μορφές της κρατικής εξουσίας, δεν πρέπει να αποφασίζονται εκ των προτέρων. Πάνω απ’ όλα, η διατύπωση συγκεκριμένων στόχων και συγκεκριμένων μορφών αγώνων για συγκεκριμένες ανάγκες δεν πρέπει να υποτάσσεται σε στόχους που είναι πολιτικά πραγματοποιήσιμοι βραχυπρόθεσμα.

Αντίθετα, οι στόχοι και οι μορφές πάλης πρέπει να καθορίζονται χωρίς καμία απολύτως πολιτική προκατάληψη. Η φόρμουλα πρέπει να είναι αυτή του μεγάλου τακτικιστή Ναπολέοντα Βοναπάρτη που επαναλήφθηκε πολλές φορές από τον Λένιν: “on s’engage et puis on voit” (μπαίνουμε στη μάχη και μετά βλέπουμε).

Είναι με αυτόν τον τρόπο που το διεθνές εργατικό κίνημα στην περίοδο της πιο εντυπωσιακής μαζικής του δράσης διεξήγαγε τις εκστρατείες του για δύο κεντρικούς στόχους: το οκτάωρο και την καθολική ψηφοφορία.

Μήπως δεν μπορεί ο ιμπεριαλισμός σήμερα ή, ακριβέστερα, ο ιμπεριαλισμός που συμμαχεί με το μεγάλο κεφάλαιο, να εμποδίσει την υλοποίηση των ίδιων στόχων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής; Μήπως δεν μπορεί ο ιμπεριαλισμός να εμποδίσει την εισροή κεφαλαίων και τη μεταφορά τεχνολογίας ακόμη περισσότερο από ό,τι ήδη γίνεται μέσω των πιέσεων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας;

Και πάλι, πιστεύω ότι το να θέτουμε το ερώτημα με αυτούς τους όρους μπορεί να μας οδηγήσει σε παγίδα. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να δώσει εκ των προτέρων μια απάντηση σε αυτό. Σε τελική ανάλυση, όλα εξαρτώνται από το συσχετισμό δυνάμεων. Αυτές όμως δεν είναι προκαθορισμένες και μεταβάλλονται συνεχώς.

Επιπλέον, η πάλη για υλοποιήσιμους, ακριβείς στόχους με μαζική δράση είναι ακριβώς ένας τρόπος για να αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων υπέρ των εργαζομένων και όλων των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ιμπεριαλισμός περνάει μια βαθιά κρίση ηγεσίας. Ενώ εδραιώνει τη στρατιωτική του κυριαρχία, ο ιμπεριαλισμός των Αμερικανών έχει χάσει την τεχνολογική και οικονομική του κυριαρχία. Δεν είναι πλέον σε θέση να επιβάλει τη θέλησή του στους κύριους ανταγωνιστές του, τον ιαπωνικό και τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ούτε μπορεί να ελέγξει τις πιθανές αντιδράσεις των μαζών στις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε σε διεθνή κλίμακα.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες υπάρχουν πολλές δυνατότητες για έναν επιτυχημένο αγώνα για την άμεση διαγραφή των πληρωμών του εξωτερικού χρέους. Είναι εξαιρετικά απίθανο ότι οι κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και του Τρίτου Κόσμου θα κάνουν οποιοδήποτε τέτοιο βήμα. Αλλά αν μια χώρα όπως η Βραζιλία σε περίπτωση νίκης του PT (Κόμμα Εργασίας) το κάνει, δεν μπορούμε να προβλέψουμε εκ των προτέρων την αντίδραση του ιμπεριαλισμού. Θα μπορούσαν να επιβάλουν οικονομικό αποκλεισμό, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο να αποκλείσουν τη Βραζιλία, την πιο ανεπτυγμένη χώρα της Λατινικής Αμερικής, από μικρότερες χώρες όπως η Κούβα, για να μην αναφέρουμε τη Νικαράγουα.

Και η Βραζιλία έχει την ικανότητα να απαντήσει με μια πολιτική επίθεση, με ένα πολιτικοοικονομικό Μπρεστ-Λιτόφσκ και να οδηγήσει πολλές χώρες και μάζες όλων των χωρών λέγοντας: Συμφωνείτε ότι ο λαός μας τιμωρείται επειδή θέλει να εξαλείψει την πείνα, την αρρώστια και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Η απάντηση των εργαζόμενων μαζών του κόσμου δεν είναι δεδομένη- μπορεί να είναι ανεπαρκής, μπορεί να είναι θετική. Είναι όμως μια μεγάλη μάχη που θα μπορούσε να αλλάξει την παγκόσμια πολιτική κατάσταση. Θα μπορούσε να επιτρέψει μια παραπέρα αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων- θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποκατάσταση της πίστης σε έναν καλύτερο κόσμο.

Αυτά τα θέματα αποτελούν τη θεμελιώδη μεθοδολογική προσέγγιση του Καρλ Μαρξ: ο αγώνας για το σοσιαλισμό δεν είναι η δογματική και σεχταριστική επιβολή κάποιου προκαθορισμένου στόχου στην πραγματική κίνηση των μαζών. Είναι μόνο η συνειδητή έκφραση αυτής της κίνησης από την οποία μπορούν να αναπυχθούν τα συστατικά στοιχεία μιας νέας κοινωνίας, βγαλμένα μέσα από τους σπόρους της παλιάς.

Μπορούμε να δώσουμε περιεχόμενο σε αυτά τα θέματα σε σχέση με τα κεντρικά προβλήματα του σήμερα. Οι πολυεθνικές εταιρείες ασκούν όλο και μεγαλύτερη κυριαρχία σε όλο και μεγαλύτερους τομείς της παγκόσμιας αγοράς. Αντιπροσωπεύουν μια ποιοτικά ανώτερη μορφή διεθνούς συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη διεθνοποίηση της ταξικής πάλης.

Δυστυχώς, η διεθνής αστική τάξη είναι πολύ πιο προετοιμασμένη και συνεπής από την άποψη αυτή από ό,τι η εργατική τάξη. Βασικά, υπάρχουν μόνο δύο δυνατές απαντήσεις για την εργατική τάξη στις ενέργειες των πολυεθνικών: είτε υποχωρεί στον προστατευτισμό και στην υπεράσπιση της λεγόμενης εθνικής ανταγωνιστικότητας, δηλαδή στην ταξική συνεργασία με τους εργοδότες και την κυβέρνηση κάθε χώρας ενάντια στους “Ιάπωνες”, τους “Γερμανούς” ή τους “Μεξικανούς”. Είτε αλληλεγγύη με τους εργαζόμενους όλων των χωρών και ενάντια σε όλους τους εθνικούς και διεθνείς εκμεταλλευτές.

Στην πρώτη περίπτωση, θσ συνέβαινε μια αναπόφευκτη καθοδική πορεία περικοπών στους μισθούς, στην κοινωνική προστασία και στις συνθήκες εργασίας σε όλες τις χώρες, επειδή οι πολυεθνικές θα μπορούσαν πάντα να εκμεταλλευτούν μια χώρα με χαμηλότερους μισθούς, να μεταφέρουν την παραγωγή εκεί ή να εκβιάσουν το εργατικό κίνημα να κάνει προκαταβολικά παραχωρήσεις.

Στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει τουλάχιστον η δυνατότητα μιας ανοδικής πορείας που μπορεί να αυξήσει σταθερά τους μισθούς, να αυξήσει την κοινωνική προστασία των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών και να μειώσει τις διαφορές στο βιοτικό επίπεδο προς θετική κατεύθυνση.

Αυτή η δεύτερη πιθανή απάντηση δεν είναι καθόλου αντίθετη με την οικονομική ανάπτυξη ή τη δημιουργία θέσεων εργασίας στον Τρίτο Κόσμο. Συνεπάγεται, μάλλον, ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης που δεν βασίζεται στην εξαγωγή χαμηλών μισθών, αλλά στην ανάπτυξη της εθνικής αγοράς και στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών των ανθρώπων.

Η πάλη για αυτή τη διεθνιστική απάντηση στην επίθεση των πολυεθνικών εταιρειών απαιτεί άμεσες κοινές συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σε συνδικαλιστικό επίπεδο, ιδιαίτερα μεταξύ συνδικαλιστών, και ανεξάρτητες και αγωνιστικές πρωτοβουλίες της βάσης σε όλα τα εργοστάσια του κόσμου που εργάζονται για την ίδια πολυεθνική ή στον ίδιο βιομηχανικό κλάδο. Αυτό έχει ήδη αρχίσει με περιορισμένο αλλά πραγματικό τρόπο- η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (NAFTA), η προσπάθεια μετατροπής του Μεξικού σε μια απέραντη [χαμηλόμισθη “ελεύθερη οικονομική”] ζώνη maquiladora, ανοίγει το δρόμο για αυτή την απάντηση και μπορεί να επεκταθεί σε όλη τη Λατινική Αμερική σε αντίθεση με τη λεγόμενη Πρωτοβουλία για την Αμερική.

Την ίδια ώρα, τα λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα απλώς αντανακλούν την αγωνία μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων που εγκαταλείπονται από τις δυναμικές του ύστερου καπιταλισμού. Αυτή η δυναμική ενέχει τον κίνδυνο ότι αυτά τα στρώματα θα αποπολιτικοποιούνται όλο και περισσότερο και ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια κοινωνική βάση για τις επιθέσεις της δεξιάς, συμπεριλαμβανομένων των νεοφασιστών, κατά των δημοκρατικών ελευθεριών. Οποιαδήποτε πολιτική “κοινωνικής ειρήνης” ή ψευδορεαλιστικής συναίνεσης με την αστική τάξη παράγει την εντύπωση ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν άλλες πολιτικές επιλογές και έτσι επιδεινώνει τον κίνδυνο. Γι’ αυτό το λόγο είναι ζωτικής σημασίας για το εργατικό κίνημα να εγκαθιδρύσει δομικές συμμαχίες με το “υπο-προλεταριάτο”, τους ανοργάνωτους, και να τους βοηθήσει να οργανωθούν, να υπερασπίσουν τον εαυτό τους και να αποκτήσουν αξιοπρέπεια και ελπίδα.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αυτό πρέπει να γίνεται με μη δογματικό τρόπο, απαλλαγμένο από τη στάση ότι κάποιος κατέχει όλη την αλήθεια -την οριστική απάντηση. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι ένα τεράστιο εργαστήριο νέων εμπειριών που δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Πρέπει να μαθαίνουμε από την πράξη, ιδιαίτερα από αυτές τις ίδιες τις μάζες. Για το λόγο αυτό, πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο διάλογο και τη συντροφική συζήτηση με το σύνολο της αριστεράς, με όλους να υπερασπίζονται σταθερά τις αρχές του ρεύματος και της οργάνωσής τους.

Με μια ευρύτερη έννοια, πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι τα διακυβεύματα στον κόσμο είναι σήμερα δραματικά: πρόκειται κυριολεκτικά για το ζήτημα της φυσικής επιβίωσης της ανθρωπότητας. Πείνα, επιδημίες, πυρηνική ενέργεια, υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος: όλα αυτά είναι η θεμελιώδης πραγματικότητα της νέας και της παλιάς καπιταλιστικής παγκόσμιας αταξίας.

Στον Τρίτο Κόσμο, 16 εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν από πείνα και από θεραπεύσιμες ασθένειες κάθε χρόνο. Αυτό ισοδυναμεί με το 25% των θανάτων του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της Χιροσίμα και του Άουσβιτς. Με άλλα λόγια, κάθε τέσσερα χρόνια γίνεται ένας παγκόσμιος πόλεμος εναντίον των παιδιών. Αυτή είναι η πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού σήμερα.

Αυτή η απάνθρωπη πραγματικότητα παράγει απάνθρωπα πολιτικά και ιδεολογικά αποτελέσματα. Στη βορειοανατολική Βραζιλία, η έλλειψη βιταμινών στη διατροφή των φτωχών έχει δημιουργήσει ένα νέο είδος πυγμαίων, ανδρών και γυναικών που έχουν υποστεί σωματικές αλλαγές που τους καθιστούν 30 εκατοστά μικρότερους από άλλους ανθρώπους στην ίδια χώρα. Υπάρχουν εκατομμύρια από αυτούς τους δυστυχείς, οι οποίοι αποκαλούνται από την άρχουσα τάξη και τους πράκτορές της “ανθρώπινα ποντίκια”, με όλες τις απάνθρωπες συνέπειες αυτών των όρων, που θυμίζουν αυτούς που ανέπτυξαν οι Ναζί.

Με τη σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ανατολική Ευρώπη και την πρώην Σοβιετική Ένωση, ό,τι είναι βάρβαρο και κοινωνικά οπισθοδρομικό αρχίζει να αναπαράγεται. Η ιδιωτικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει έως και 35-40 εκατομμύρια ανέργους και 40% μείωση των αποδοχών των εργαζομένων. Ο σοσιαλισμός μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία και την εγκυρότητά του αν είναι έτοιμος να ταυτιστεί πλήρως με τον αγώνα ενάντια σε αυτές τις απειλές. Αυτό απαιτεί τρεις προϋποθέσεις:

Η πρώτη είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν υποτάσσει την υποστήριξή του στους κοινωνικούς αγώνες των μαζών σε οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο. Πρέπει να είμαστε άνευ όρων στο πλευρό των μαζών σε όλους τους αγώνες τους.

Το δεύτερο είναι ότι διεξάγουμε προπαγάνδα και εκπαίδευση μεταξύ των μαζών για ένα συνολικό σοσιαλιστικό μοντέλο που λαμβάνει υπόψη τις εμπειρίες και τις νέες μορφές συνείδησης των τελευταίων δεκαετιών.

Πρέπει να υπερασπιστούμε ένα μοντέλο σοσιαλισμού που θα είναι απόλυτα χειραφετητικό σε όλους τους τομείς της ζωής. Αυτός ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι αυτοδιαχειριστικός, φεμινιστικός, οικολογικός, ριζοσπαστικός-φιλειρηνικός, πλουραλιστικός- πρέπει να διευρύνει ποιοτικά τη δημοκρατία, να είναι διεθνιστικός και πλουραλιστικός – και με όρους πολυκομματικού συστήματος.

Είναι όμως απαραίτητο να χειραφετήσει τους άμεσους παραγωγούς, πράγμα αδύνατο χωρίς την προοδευτική εξαφάνιση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας μεταξύ αυτών που παράγουν και αυτών που διοικούν.

Οι παραγωγοί πρέπει να κατέχουν την πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων για το τι παράγουν και να λαμβάνουν το καλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος. Αυτή η εξουσία πρέπει να ασκείται με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή να εκφράζει τις πραγματικές προσδοκίες των μαζών. Αυτό είναι αδύνατο χωρίς κομματικό πλουραλισμό και χωρίς τη δυνατότητα των μαζών να επιλέξουν μεταξύ διαφόρων συγκεκριμένων παραλλαγών του κεντρικού οικονομικού σχεδίου. Είναι επίσης αδύνατο χωρίς ριζική μείωση του καθημερινού και εβδομαδιαίου φόρτου εργασίας.

Σχεδόν οι πάντες συμφωνούν για την αυξανόμενη διαφθορά και εγκληματοποίηση στην αστική κοινωνία και στις υπο εξαφάνιση μετακαπιταλιστικές κοινωνίες. Είναι ουτοπικό και μη ρεαλιστικό να ελπίζουμε στην ηθικοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους χωρίς δραστική μείωση της σημασίας του χρήματος στην κοινωνία.

Δεν μπορούμε να υπερασπίσουμε ένα συνεκτικό όραμα του σοσιαλισμού χωρίς να αντιταχθούμε συστηματικά στον εγωισμό και στην επιδίωξη του ατομικού κέρδους, παρά τις συνέπειές τους για την κοινωνία ως σύνολο. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην αλληλεγγύη και τη συνεργασία. Και αυτό προϋποθέτει ακριβώς μια αποφασιστική μείωση της σημασίας του χρήματος στην κοινωνία.

3. Η τρίτη προϋπόθεση είναι η πλήρης αποκήρυξη εκ μέρους των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών όλων των υποκαταστασιακών, πατερναλιστικών και από πάνω προς τα κάτω πρακτικών. Πρέπει να μεταδώσουμε και να στοχαστούμε πάνω στην κύρια συμβολή του Καρλ Μαρξ στην πολιτική: η χειραφέτηση των εργαζομένων θα είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων. Δεν μπορεί να γίνει από κράτη, κυβερνήσεις, κόμματα, υποτιθέμενους αλάθητους ηγέτες ή ειδικούς οποιουδήποτε είδους. Όλα αυτά είναι χρήσιμα, ακόμη και απαραίτητα, για τον αγώνα της χειραφέτησης. Αλλά μπορούν μόνο να βοηθήσουν τις μάζες να απελευθερωθούν, δεν μπορούν να τις υποκαταστήσουν. Δεν είναι μόνο ανήθικο, αλλά και ανεδαφικό να προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε την ευτυχία των ανθρώπων ενάντια στις ίδιες τους τις πεποιθήσεις. Αυτό είναι ένα από τα κύρια διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από την κατάρρευση των γραφειοκρατικών δικτατοριών στην Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ.

Η πρακτική των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών πρέπει να είναι απόλυτα συνεπής με τις αρχές τους. Δεν πρέπει να δικαιολογούμε καμία αλλοτριωτική ή καταπιεστική πρακτική. Πρέπει, στην πράξη, να υλοποιήσουμε αυτό που ο Καρλ Μαρξ ονόμασε κατηγορική προσταγή: να αγωνιζόμαστε ενάντια σε όλες τις συνθήκες μέσα στις οποίες τα ανθρώπινα όντα αλλοτριώνονται και ταπεινώνονται. Αν η πρακτική μας είναι συνεπής με αυτή την επιταγή, ο σοσιαλισμός θα γίνει και πάλι μια πολιτική δύναμη που θα είναι ανίκητη.

* Αυτό είναι το κείμενο μιας ομιλίας που εκφωνήθηκε στην τρίτη συνάντηση του Φόρουμ των αριστερών κομμάτων του Σάο Πάολο, που πραγματοποιήθηκε στη Νικαράγουα τον Ιούλιο του 1992.

Το σκίτσο είναι της Σόνιας Μητραλιά                        

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ