Για ένα Συνολικό Πρόγραμμα Στρατηγικής και Τακτικής

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη, 04 Νοεμβρίου 2021 14:42 Συντάκτης:
Βαθμολογήστε το άρθρο
(2 ψήφοι)
Για ένα Συνολικό Πρόγραμμα Στρατηγικής και Τακτικής

Με τον τίτλο "Για ένα συνολικό πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής" δημοσιοποιήθηκε, τον Δεκέμβριο του 2005, το κείμενο το οποίο φιλοδόξησε να συνεισφέρει στη συζήτηση γύρω από το κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής. Μετά τις καταρρεύσεις και την άτακτη υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος, μετά την θεωρητική αλλά και πολιτική αμηχανία της δεκαετίας του 1990, ο νέος αιώνας έφερε στο προσκήνιο με επιτακτικό τρόπο την ανάγκη επαναδιατύπωσης των επαναστατικών σχεδίων.

 

Το κείμενο αυτό άσκησε σοβαρή επίδραση, όχι μόνο γιατί με έναν τρόπο προέβλεψε εξελίξεις, όπως η οικονομική κρίση του 2008, αλλά και γιατί έδειξε έναν δρόμο πολιτικών συμμαχιών, αναζήτησης του νέου επαναστατικού υποκειμένου, τις ανάγκες ανάπτυξης και σύνδεσης του κινήματος, του μετώπου και του κόμματος, στις σημερινές συνθήκες. Ήταν η βασική συνεισφορά στη θεωρητική αποτύπωση του ρεύματος που σήμερα η Κίνηση για ένα Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, επιδιώκει να αναπτύξει. 

 

Η συμβολή του Κώστα Τζιαντζή στη σύνταξη του κειμένου, το οποίο συνυπογράφουν 5 ακόμη σύντροφοι και γι’ αυτό τιτλοφορήθηκε στην καθομιλουμένη μας ως «κείμενο των 6», ήταν πολύ μεγάλη και γι' αυτό αποφασίσαμε να το αναδημοσιεύσουμε στα δέκα χρόνια από το θάνατό του, όχι μόνο ως ένδειξη τιμής, αλλά και ως ανάγκη για μελέτη στη διαδικασία επαναχάραξης των μεγάλων σχεδίων του κομμουνιστικού μέλλοντος και του αγώνα γι' αυτό.  

 

Για ένα συνολικό πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. Που θα κριθεί η μάχη;

Το ξεκίνημα της τρίτης χιλιετίας σημαδεύεται από καταιγιστικές αλλαγές στο διεθνές οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, που τροποποιούν σημαντικά τους όρους ζωής και πάλης των εργαζομένων και της νεολαίας. Αν το τέλος της δεκαετίας του ’80 και το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90 σφραγίστηκαν από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την ευρεία διάδοση των αυταπατών για έναν καπιταλιστικό κόσμο διαρκούς ειρήνης και ευημερίας, τα τελευταία χρόνια σφραγίζονται από την πυράκτωση των αντιθέσεων του «υπαρκτού καπιταλισμού» της εποχής μας.

Οι αλυσιδωτές νομισματικές κρίσεις, οι «φούσκες» του Χρηματιστηρίου, το κραχ στις εταιρείες αιχμής της Πληροφορικής, τα μεγα-σκάνδαλα τύπου Ενρον και τα αλλεπάλληλα κοινωνικά «τσουνάμι» σε βάρος των εργασιακών, ασφαλιστικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων, κλόνισαν τις αυταπάτες για μια «Νέα Οικονομία», απαλλαγμένη από μεγάλες κρίσεις, σε τροχιά διαρκούς ανάπτυξης, τα «μερίσματα» της οποίας θα διαχέονται στο σύνολο των εργαζομένων. Οι διακηρύξεις για τις δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης του ατομικού εργαζόμενου-καταναλωτή, κατόχου μετοχών, επιχειρηματία-ιδιοκτήτη του εαυτού του δεν αντέχουν μπροστά στην απότομη αύξηση της εκμετάλλευσης και αποξένωσης του συλλογικού εργαζόμενου-παραγωγού του κοινωνικού πλούτου. Το αστικό όραμα μιας ισχυρής Ελλάδας με ασπίδα το ευρώ κατέρρευσε κάτω από την πίεση της σκληρής πραγματικότητας της διαρκούς λιτότητας στην Ευρώπη των τραπεζιτών, των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων και των τρομονόμων, συμπαρασύροντας τον κυριότερο πολιτικό εκφραστή του, το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη.

Η Νέα Δημοκρατία, αν και ήρθε στην εξουσία με ένα «γκωλικό» προσωπείο, υποσχόμενη μια πιο «κοινωνική» πολιτική από το Σημιτικό ΠΑΣΟΚ, μπήκε γρήγορα στο δρόμο μιας γενικευμένης, ακραία νεοφιλελεύθερης απορύθμισης (ωράριο, εργασιακές σχέσεις, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικό κλπ.) που βάζει ήδη σε πρώιμη κρίση την πολιτική της ηγεμονία. Σε συνδυασμό με τη βαθύτατη κρίση ταυτότητας και ηγεσίας του «νέου», μπλερικού ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρές ρωγμές στον αντιδραστικό αστικό συνασπισμό εξουσίας και οξύνει το στρατηγικό, για την αστική τάξη, πρόβλημα πολιτικής εκπροσώπησης και ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων, ανεξάρτητα αν οι δυνάμεις της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς δεν μπορούν, στη σημερινή συγκυρία, να εκμεταλλευτούν τις νέες δυνατότητες.

Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι της Νεοταξικής Εποχής, με πρώτους σταθμούς τη Βοσνία και τη Σερβία, τείνουν να γίνουν μόνιμο καθεστώς μετά την 11η Σεπτεμβρίου και τις πολεμικές εκστρατείες στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, καθηλώνοντας ολόκληρη την ανθρωπότητα σε διαρκή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αλλά και ξεσηκώνοντας μαζικές εργατικές και λαϊκές αντιδράσεις.

Γενικότερα, οι εξελίξεις της τελευταίας πενταετίας, με συμβολικό ορόσημο και καταλύτη την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων, σηματοδοτούν το πέρασμα σε μια νέα πολιτική φάση, στα πλαίσια της πρώτης ιστορικής περιόδου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, μια φάση που έχει ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τη συστηματική επιστράτευση της εξωοικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής βίας σε όλα τα επίπεδα, για την θωράκιση των «δοκιμαζόμενων» καπιταλιστικών μετασχηματισμών: Στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής, με τους νεοαποικιοκρατικούς πολέμους της νέας εποχής (Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία) και την ανοιχτή εξαγωγή της αντεπανάστασης (Λατινική Αμερική), με την προσπάθεια να ενισχυθεί σ’ όλους τους «θεσμούς» του διεθνούς συστήματος η πλευρά του πολιτικού και πολεμικού καταναγκασμού και των νέων αυταρχικών μορφών πειθάρχησης των λαών (Ευρωσύνταγμα) κλπ. Στο επίπεδο της δημοκρατίας και των ελευθεριών, με την συνολική αντιδραστική μετάλλαξη της αστικής δημοκρατίας, με τη συγκρότηση ενός αστυνομικού «Κράτους-Λεβιάθαν» της γενικευμένης παρακολούθησης και καταστολής, στο όνομα της πάλης εναντίον της τρομοκρατίας και της εγκληματικότητας. Αποκαλυπτική, από αυτή την άποψη, ήταν η επιστράτευση, από την κυβέρνηση Βιλπέν-Σαρκοζί, του νόμου έκτακτης ανάγκης που επιβλήθηκε το 1955, στο ζενίθ του αποικιοκρατικού πολέμου στην Αλγερία, εναντίον των εξεγερμένων νέων των εργατικών προαστίων, που αντιμετωπίζονται ως «εσωτερικές αποικίες» από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας. Αλλά και στο βασικό επίπεδο της θωράκισης και ανάπτυξης της οικονομικής και κοινωνικής λεηλασίας, με τη σταδιακή, κακοήθη μετάλλαξη του συστήματος στην κατεύθυνση ενός είδους βιομηχανικού φεουδαρχισμού: Μια ιδιόμορφη «παρανομία» σε βάρος κάθε συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης, μια καθημερινή «πολιτική οικονομία του Φόβου» υπό τη Δαμόκλειο Σπάθη της απόλυσης, της μακρόχρονης ανεργίας και της μοναχικής περιπλάνησης στη ζούγκλα της «ευλύγιστης» προσωρινής απασχόλησης.

Αυτή η υπεραντιδραστική πολιτική-πολεμική στροφή του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού δεν οφείλεται αποκλειστικά στους πολέμους των πετρελαίων ή έστω στα γενικότερα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ απέναντι στους αναδυόμενους ανταγωνιστές τους (Ε.Ε., Κίνα, Ρωσία), όπως το θέλουν οι επιφανειακές αναλύσεις του συρμού. Λειτουργώντας ως κράτος-οδηγός της νέας μορφής του καπιταλιστικού συστήματος, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν το πιο ισχυρό τους όπλο, την πολιτική-στρατιωτική υπεροχή, για να επιβάλουν μια άτυπη «Μαύρη Διεθνή» των εκμεταλλευτών, ένα πλανητικό απαρτχάιντ σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών και των καταπιεζόμενων εθνών και λαών του Τρίτου Κόσμου.

Το κυριότερο ωστόσο ζήτημα, γύρω από την νέα πολιτική φάση, είναι πως αρχίζει πλέον να διαφαίνεται ότι η προσφυγή του καπιταλιστικού συστήματος σε ένα νέο είδος γενικευμένου «ολοκληρωτισμού» δεν αποτελεί δείγμα «παντοδυναμίας» των εκμεταλλευτών, όπως συχνά πιστεύεται. Αντίθετα, αποτελεί τη νοσηρή απάντηση του συστήματος στα πρωτοφανή κρισιακά φαινόμενα που αντιμετωπίζει στα πεδία της παραγωγής, της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και του πολιτικού συστήματος – φαινόμενα που έχουν στον πυρήνα τους την ιστορική τάση εξάντλησης των περιθωρίων αύξησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Προδίδει την ανικανότητα των σύγχρονων ποιοτικών μετασχηματισμών του κεφαλαίου να ξεπεράσουν, σε τελευταία ανάλυση, τις νέες εκρηκτικές τάσεις κρίσης της υπερσυσσώρευσης τις οποίες πυροδοτούν οι επαναστατικές όσο και αντιφατικές μεταβολές στην παραγωγική δύναμη της εργασίας και οι οποίες εμφανίστηκαν σε μια πρώτη μορφή από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αρχίζει πλέον να διαφαίνεται πως οι σύγχρονοι αντιδραστικοί μετασχηματισμοί αδυνατούν να ξεπεράσουν γενικότερα τα εξαντλούμενα ιστορικά όρια της ανάπτυξης του καπιταλισμού και να εγκαινιάσουν μια νέα εποχή σταθερής κερδοφορίας ανάλογη με τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, σε πείσμα των αλλεπάλληλων, αντιλαϊκών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και εκστρατειών των τελευταίων 30 χρόνων.

 Είναι χαρακτηριστικό ότι η σημερινή Γερμανία έχει περισσότερους ανέργους από τις παραμονές της εκλογής του Χίτλερ. Αποκαλυπτικός, για τα «πήλινα πόδια» των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και ιδιαίτερα της Αμερικής ήταν ο τυφώνας «Κατρίνα», που όχι αδικαιολόγητα χαρακτηρίστηκε ως το «αμερικανικό Τσερνομπίλ». Η μοναδική υπερδύναμη του «μεταψυχροπολεμικού» κόσμου, που κηρύσσει τον πλανήτη σε κατάσταση διαρκούς παγκοσμίου πολέμου με σημαία την «Ασφάλεια» εναντίον της τρομοκρατίας, αποδεικνύεται ανίκανη, όσο οι πιο εξαθλιωμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου, να εξασφαλίσει στοιχειώδη ασφάλεια στους πολίτες της από εντελώς προβλέψιμες φυσικές καταστροφές, τις οποίες αντιμετωπίζουν με άνεση χώρες σαν την Κούβα και το Μεξικό. Η πιο πλούσια χώρα του κόσμου έχει δημιουργήσει στο εσωτερικό της έναν ολόκληρο «Τέταρτο Κόσμο» απόλυτης εξαθλίωσης, όπου 45 εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν κανενός είδους κοινωνική ασφάλιση, όπου κανείς εργαζόμενος δεν έχει ούτε μία ημέρα νομοθετικά κατοχυρωμένη άδεια μετ’ αποδοχών κι όπου η παιδική θνησιμότητα κατατάσσει τις ΗΠΑ στην… 43η θέση του κόσμου!

Η στροφή από τον καπιταλισμό του «κράτους πρόνοιας» στον καπιταλισμό του εθνικού και «παγκόσμιου» αστυνομικού κράτους αντανακλά την αδυναμία του συστήματος να ενσωματώσει με «ομαλά, δημοκρατικά, κοινωνικά» μέσα το εκρηκτικό ριζοσπαστικό δυναμικό των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων, που εκδηλώνεται, έστω με πολύ αντιφατικούς τρόπους, με χίλιες δυο μορφές: Από την ιρακινή αντίσταση και την παλαιστινιακή Ιντιφάντα, μέχρι την εργατική λαϊκή εξέγερση στην Αργεντινή, την πτώση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων από παλιρροϊκά απεργιακά κύματα (κυβερνήσεις Ζιπέ στη Γαλλία, Μπερλουσκόνι, στην Ιταλία, εν μέρει και του Σημίτη, στην Ελλάδα), το κίνημα κατά της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» και τις πρωτοφανούς ευρύτητας αντιπολεμικές-αντιιμπεριαλιστικές διαδηλώσεις. Η πρόσφατη εξέγερση στα εργατικά προάστια των γαλλικών πόλεων  –παρά τον «τυφλό», χωρίς στοιχειώδεις κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους χαρακτήρα της– έδειξε ότι κοινωνικές εξεγέρσεις μεγάλης κλίμακας, που εκδηλώθηκαν την τελευταία δεκαετία σε πρώην αποικίες ή σε χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης (Ινδονησία, Λατινική Αμερική κ.α.) απειλούν να μεταφερθούν στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Αυτές οι «αυθόρμητες» εκρήξεις οργής αναπτύσσονται παράλληλα με τις πιο «πολιτικές» και «συνειδητές», όσο και αν είναι ανεπαρκείς ακόμα, ριζοσπαστικές μετατοπίσεις μεγάλου μέρους των λαϊκών μαζών, όπως έδειξε στη Γαλλία και αλλού το «όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα, εξέλιξη που αποτελεί μια σοβαρή, έστω και επιμέρους, πολιτική νίκη εναντίον της αστικής στρατηγικής στην Γαλλία και στην Ευρώπη. Το ίδιο έδειξαν και οι γερμανικές εκλογές, οι οποίες οδήγησαν στην μεγάλη κυβερνητική συμμαχία του αντιδραστικού αστικού συνασπισμού εξουσίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα κρίσης του και ο «κίνδυνος» της εργατικής λαϊκής διαμαρτυρίας, που εκφράστηκαν, εκτός των άλλων και με την εμφάνιση, για πρώτη φορά, ενός σχετικά μαζικού κόμματος εργατικής αναφοράς αριστερότερα της σοσιαλδημοκρατίας.

Σε τελευταία ανάλυση, τα συνολικά κρισιακά φαινόμενα που εκδηλώνονται στη νέα φάση ανοίγουν την αυλαία ενός νέου βαθύτερου ιστορικού κλονισμού των σύγχρονων αντιδραστικών μετασχηματισμών, σηματοδοτούν την δυνατότητα αμφισβήτησης και ανατροπής της θυελλώδους υπεροχής των αντεπαναστατικών τάσεων, που χαρακτηρίζει το γενικότερο τοπίο της πρώτης ιστορικής περιόδου, του σύγχρονου καπιταλισμού. Σ’ αυτή τη φάση των ραγδαίων αντιφατικών εξελίξεων, το κύριο τελικά ζήτημα για το επαναστατικό εργατικό κίνημα, δεν είναι να αναμηρυκάζει τη δομική ροπή του σύγχρονου καπιταλισμού προς τη διαρκή κλιμάκωση της αντιδραστικής αντιδημοκρατικής του εκστρατείας και της αντεπανάστασης. Το κύριο ζήτημα είναι η προσπάθεια, μέσα από τη συσπείρωση και πάλη για την αντιμετώπιση των νέων δυσκολιών, να αξιοποιήσει τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις και δυνατότητες που συσσωρεύονται στη νέα φάση, για την ήττα της συνολικής «τρομοκρατικής» πολιτικής του κεφαλαίου, για την ανατροπή των συντριπτικά αρνητικών πολιτικών συσχετισμών της γενικότερης ιστορικής περιόδου, υπέρ της εργατικής πολιτικής, υπέρ της επαναστατικής και κομμουνιστικής προοπτικής.

Η ακραία αντιφατικότητα της σημερινής παγκόσμιας και εσωτερικής κατάστασης συνίσταται, τελικά, στο ότι ζούμε σε μια νέα ιστορική εποχή μεγάλων επαναστατικών δυνατοτήτων που πασχίζουν να ανοίξουν το δρόμο τους μέσα σε ένα τοπίο πρωτόγνωρων δυσκολιών. Αν και εξελίσσεται κάτω από το βαρύ στρώμα του σημερινού πολιτικού συσχετισμού, η εποχή μας δεν προσδιορίζεται από αυτόν, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι. Αντίθετα καθορίζεται, τελικά, από τη σύγκρουση ανάμεσα στις σημερινές παραγωγικές δυνάμεις, που αναπτύσσονται εκρηκτικά αλλά αντιφατικά, και στις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις, που μετασχηματίζονται υπεραντιδραστικά.

Πρόκειται για μια σύγκρουση ανώτερη από όλες τις προηγούμενες στην ιστορία.

Γι’ αυτό και στον πυρήνα των κριτηρίων μας για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό τοποθετήσαμε την εξής αντίθεση: Από τη μια, το ευρύτερο δυνητικό πλεονέκτημα της σύγχρονης εργασίας, που είναι περισσότερο κοινωνικοποιημένη, διεθνοποιημένη, παραγωγική και επιστημονικά συγκροτημένη από ποτέ. Από την άλλη, οι νέες εξοντωτικές σχέσεις εκμετάλλευσης και ιδιοκτησίας, ο βίαιος και μόνιμος σφετερισμός της αξίας της εργατικής δύναμης, που αφορά μια γενικότερη –και ιστορικά αδιέξοδη, όπως θα δείξουμε– καπιταλιστική απόπειρα κατακερματισμού όλων των μορφών κοινωνικής ζωής, συλλογικής οργάνωσης και πάλης της εργατικής τάξης.

Σε γενικότερο επίπεδο, αυτή η χωρίς προηγούμενο σύγκρουση, των νέων δυνατοτήτων του κοινωνικού πολιτισμού με την καταστροφική (και «αυτοκαταστροφική») «δυναμική» της ατομικής ιδιοκτησίας, αναδεικνύει το γεγονός ότι οξύνεται στο έπακρο η διαπάλη ανάμεσα στην αναγκαιότητα και δυνατότητα για την επαναστατική κατάργηση της ταξικής κοινωνίας από τη μια μεριά και στην ακραία οπισθοδρόμηση που προβάλλουν οι καπιταλιστικοί μετασχηματισμοί, από την άλλη.

Υποστηρίζουμε ότι στη νέα εποχή, οι αντικειμενικές και –εν δυνάμει– υποκειμενικές τάσεις της κοινωνικής επανάστασης και του μεγάλου κομμουνιστικού άλματος της κοινωνίας, κινούνται μακροπρόθεσμα με ποιοτική υπεροχή σε σχέση με τις αντίθετες τάσεις, της ιστορικής αντεπανάστασης και της καταστροφικής διαιώνισης του συστήματος.

Μάλιστα, στην πραγματικότητα, παρότι οι δυνάμεις της καταστροφικής ανάπτυξης του καπιταλισμού βάζουν νέα ποιοτικά εμπόδια στην επαναστατική πάλη, από την άλλη μεριά είναι αυτές οι ίδιες δυνάμεις που με τις ανώτερες αντιφάσεις τους αναπαράγουν πολύ περισσότερο το αντίθετό τους: οδηγούν σε μια ιστορική κορύφωση την κρίση της ατομικής ιδιοκτησίας, ναρκοθετούν τα συμβόλαια της ταξικής συνεργασίας, πριμοδοτούν την υπέρτερη επαναστατική δυναμική της νέας εποχής, ωριμάζουν σε πρωτοφανή βαθμό τις σχέσεις της κομμουνιστικής αταξικής κοινωνίας.

Είναι δηλαδή με μια έννοια, οι ίδιες οι νέες «δυσκολίες» της νέας εποχής, οι οποίες προβάλλουν σήμερα σε πρώτο επίπεδο, αυτές που τελικά, περιέχουν, κινητοποιούν και διαμορφώνουν πολύ περισσότερο την ανωτερότητα των νέων επαναστατικών «δυνατοτήτων».

Προφανώς αυτή η θεωρητική εκτίμηση δεν ισχύει σήμερα για την άμεση συνείδηση της μεγάλης πλειονότητας των εργαζόμενων και της νεολαίας.

Πάνω στη συνείδηση αυτών των δυνάμεων επιδρά αποφασιστικά, πρώτα απ’ όλα, η ριζικά ενισχυμένη σε πρώτο επίπεδο κυριαρχία-εξουσία και ηγεμονία της αστικής τάξης, η οποία φαντάζει σχεδόν αδιατάρακτη, παρά τα πρώτα σαφή σημάδια μιας νέας κρίσης. Επιδρά η σαρωτική επιθετική «πρωτοβουλία» των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, η οποία καλύπτει ακόμα το βάθος των αδιεξόδων τους και ιδιαίτερα επιδρά η ασφυκτική πρωτοβουλία και υπεροπλία της αστικής πολιτικής, η αδυναμία ανασυγκρότησης των εργατικών επαναστατικών ρευμάτων.

Η σημερινή άμεση συνείδηση εξακολουθεί να καθορίζεται (αν και όχι στον ίδιο βαθμό με την δεκαετία του ’90) από την πολιτική απενεργοποίηση του ρήγματος που άνοιξε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Σημαδεύεται από την προηγηθείσα σταδιακή υποχώρηση και τελικά τη στρατηγική ήττα του επαναστατικού ρεύματος και από την αποτυχία των προσπαθειών για μια επαναστατική του επαναθεμελίωση. Επηρεάζεται έτσι με ιδιαίτερο και καταλυτικό τρόπο από την σχετικά πρόσφατη εξευτελιστική συνθηκολόγηση και κατάρρευση των ταξικά και πολιτικά μεταλλαγμένων «κομμουνιστικών» καθεστώτων και των αντίστοιχα εκφυλισμένων εκδοχών του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος. Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται μέσα στη γενικότερη σημερινή κρίσιμη ιστορική περίοδο.

Είναι η πρώτη ιστορική περίοδος του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η οποία ξεκινά με μια σχετικά ολοκληρωμένη μορφή από την αρχή περίπου της δεκαετίας του ’90, (ύστερα από μια μακρόχρονη επώαση των σύγχρονων χαρακτηριστικών του καπιταλισμού κατά την διάρκεια των προηγούμενων «μεταβατικών» 2-3 δεκαετιών) και ή οποία εμπεριέχει ειδικούς «τρομοκρατικούς» πολιτικούς συσχετισμούς, σε βάρος της εργατικής επαναστατικής πολιτικής, ως θεμελιώδες συστατικό της. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από την κεκτημένη και μεγαλύτερη δυναμική των αντεπαναστατικών τάσεων σε σχέση με τις πρώτες και ακόμα αδύναμες εκδηλώσεις της νέας ανατρεπτικής αναγκαιότητας. Πρόκειται δηλαδή για μια ιδιότυπη κατάσταση της ταξικής πάλης, η οποία βρίσκεται σε ενότητα, αλλά κυρίως σε αντίθεση με τη γενικά ανώτερη επαναστατική αναγκαιότητα και δυνατότητα της νέας εποχής.

Η σημερινή περίοδος χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την απουσία ενός ανεξάρτητου εργατικού επαναστατικού κινήματος, ενός αντικαπιταλιστικού μετώπου με σχετικά μαζική επίδραση και κομμουνιστική προοπτική, καθώς και από την ιστορική έλλειψη του αναγκαίου πρωτοπόρου Κομμουνιστικού Κόμματος. Πρόκειται για ένα συνδυασμό ιστορικών συσχετισμών που διαμορφώθηκε όχι νομοτελειακά, αλλά ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης έκβασης των βασικών ταξικών συγκρούσεων της προηγούμενης εποχής.

 Αυτή η κατάσταση εντείνεται δραματικά σήμερα λόγω της όξυνσης των καπιταλιστικών αντιφάσεων, προσδίδοντας κατά έναν τρόπο στη σημερινή περίοδο μια μοναδική ιδιομορφία. Ταυτόχρονα, στα πλαίσια αυτής της γενικότερης περιόδου (ιδιαίτερα στην νέα φάση της) εκδηλώνονται, αδύναμα ακόμα, αλλά όλο και πιο έντονα οι τάσεις των βαθύτερων αδιεξόδων της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Εκδηλώνεται ειδικά η τάση της ιστορικής κρίσης των διάφορων παραλλαγών της ταξικής συνεργασίας, του σοσιαλδημοκρατικού και του «κομμουνιστικού» ρεφορμισμού, η οποία δημιουργεί μακροπρόθεσμα νέες ευνοϊκές συνθήκες για μια εργατική κομμουνιστική τομή. Οι δυνατότητες αυτές όμως καλύπτονται ακόμα από τη σημερινή ασφυκτική υπεροχή των αντεπαναστατικών δυνάμεων, από τις πολλαπλές (και ίσως αναπόφευκτες) αναβιώσεις του παρελθόντος, ενώ σφραγίζονται κυρίως από τις οξυμένες υποκειμενικές αντιφάσεις και από τη σημερινή σχεδόν «εμβρυϊκή» κατάσταση των δυνάμεων της κομμουνιστικής και εργατικής επαναθεμελίωσης.

 Σ’ αυτό το φόντο, η γενικότερη νέα εποχή προβάλλει αντικειμενικά, και σ’ ένα βαθμό αποτυπώνεται εμπειρικά στη συνείδηση των εργαζομένων και της νεολαίας, με το διπλό πρόσωπο ενός σύγχρονου Ιανού, ως εποχή του πανίσχυρου τρόμου και της θολής ακόμα, αναγεννημένης ελπίδας: Εποχή επέλασης σε ακρότατο βαθμό αντιδραστικών μετασχηματισμών ενός συστήματος που πασχίζει να διαιωνιστεί τρώγοντας τις ίδιες του τις σάρκες, ενός συστήματος με ασύλληπτες δυνάμεις καταστροφικής, για τον άνθρωπο και τη Φύση, «ανάπτυξης». Αλλά και εποχή ανάπτυξης ποιοτικά ανώτερων επαναστατικών τάσεων προσέγγισης του κομμουνιστικού μέλλοντος, διαμόρφωσης μιας εργατικής τάξης για πρώτη φορά πλειοψηφικής σε παγκόσμια κλίμακα, κοινωνικά και μορφωτικά αναπτυγμένης όσο ποτέ άλλοτε, με νέες δυνατότητες για έναν επαναστατικό επανεξοπλισμό, σύμφωνα με τη βαθύτερη, διπλή ιστορική πείρα από τη νίκη και την ήττα του μεγάλου απελευθερωτικού ρεύματος της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτές τις δύο τάσεις της σύγχρονης εποχής (ειδικά όπως εκδηλώνεται στα πλαίσια της σημερινής περιόδου της ασφυκτικής αντεπαναστατικής υπεροχής) θα καθορίσει για απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα, πέρα από την ικανότητα σύλληψης της φαντασίας μας, τη ζωή και την ελευθερία του κοινωνικού ανθρώπου, τη σχέση του με τη Φύση, την ίδια την εξέλιξη του πολιτισμού.

Η αλλαγή της διεθνούς και εσωτερικής ατμόσφαιρας, στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, δημιουργεί ένα πιο ευνοϊκό και πιο απαιτητικό, για την επαναστατική Αριστερά, περιβάλλον από εκείνο της «ιδεολογικής παρανομίας» στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ωστόσο, τα ερωτήματα που βαραίνουν στη συνείδηση όλων των αριστερών αγωνιστών, εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις:

Γιατί τα κομμουνιστικά κόμματα, από πρωτοπορία ενός κοσμογονικού ρεύματος κοινωνικής χειραφέτησης, μετατράπηκαν σε μηχανισμούς γραφειοκρατικού σφετερισμού των εργατικών δικαιωμάτων στις χώρες όπου πήραν την εξουσία και καθήλωσης των επαναστατικών τάσεων του εργατικού κινήματος στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο; Γιατί η Αριστερά παραμένει περιχαρακωμένη και κατακερματισμένη τη στιγμή που η υπαρξιακή κρίση της σοσιαλδημοκρατίας αφήνει τεράστια κενά πολιτικής έκφρασης των εργατικών στρωμάτων; Γιατί οι εργατικές αντιστάσεις των τελευταίων χρόνων δυσκολεύονται τόσο πολύ να οδηγηθούν σε νίκες, προς όφελος των άμεσων δικαιωμάτων και κυρίως της πολιτικής προοπτικής του κόσμου της εργασίας; Γιατί τα τεράστιου εύρους αντιιμπεριαλιστικά κινήματα στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική ή την Ινδονησία, δεν συνοδεύονται από τη συγκρότηση ενός υπολογίσιμου, μαζικού πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς;

Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνουν, τελικά, το τεράστιο έλλειμμα στρατηγικής - τακτικής, το ιστορικό έλλειμμα συνολικής ποιοτικής ανάπτυξης της σύγχρονης Αριστεράς, ώστε να αναστυλώσει τη χαμένη πίστη στον κομμουνιστικό ορίζοντα του εργατικού κινήματος, προσφέροντας ταυτόχρονα μια ρεαλιστική-επαναστατική απάντηση στα άμεσα συμφέροντα και στις αγωνίες των εργαζομένων και της νεολαίας. Αλλά αυτό το έλλειμμα δεν εξαντλείται στην ανεπαρκή επεξεργασία προγραμματικών κοινωνικών και πολιτικών στόχων και μορφών πάλης για την επίτευξή τους. Συγκεφαλαιώνει, επίσης, το έλλειμμα αυτοκριτικής αποτίμησης της Ιστορίας του εργατικού κινήματος, της εποποιίας και της ελεγείας του, της νίκης και της ήττας, της πρώτης σοσιαλιστικής απόπειρας και του ταξικού εκφυλισμού της. Αλλά αναδεικνύει και το ευρύτερο έλλειμμα εργατικού πολιτισμού, σε σχέση με τις τεράστιες κατακτήσεις και τους βαθύτατους μετασχηματισμούς της σύγχρονης Επιστήμης και τη διαρκή «πάλη» του ανθρώπου με τη Φύση (δηλαδή, το διαρκή μετασχηματισμό της Φύσης από την ανθρώπινη εργασία) που αποτελεί τον σταθερό καμβά ολόκληρης της κοινωνικής εξέλιξης.

 Για να διαμορφωθεί το εργατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα της εποχής μας δεν απαιτείται μόνον η «προσφορά» μιας σύγχρονης καινοτόμας θεωρίας και πολιτικής, αντίστοιχης με τον επαναστατικό χαρακτήρα της εποχής μας. Αυτή είναι η αναγκαία συνθήκη. Η ικανή συνθήκη για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι να συγχωνευτεί η θεωρία, το στρατηγικό πρόγραμμα της πρωτοπορίας (που απηχεί τις καθοριστικές τάσεις της εποχής) με τον άμεσο ταξικό αγώνα των εργαζομένων στη σημερινή, συγκεκριμένη περίοδο (και σε κάθε ιστορική περίοδο). Για να μπορεί έτσι να μετασχηματίζεται, με βάση την ίδια την αγωνιστική τους εμπειρία, η άμεση, αυθόρμητη συνείδηση και πρακτική τους σε συνειδητή δράση του εργατικού κινήματος με επαναστατικό, κομμουνιστικό περιεχόμενο.

 Αυτή είναι η βασική αφετηρία αλλά και η αντίφαση του συνολικού επαναστατικού προγράμματος. Έτσι αυτό προωθείται με βάση την ιστορικά μετασχηματιζόμενη σχέση σχετικής σύνδεσης-δεσπόζουσας αντίθεσης της στρατηγικής και της τακτικής του, με καθοριστική πάντα πλευρά την στρατηγική.

 Ο πυρήνας του συνολικού επαναστατικού προγράμματος σφραγίζεται από αυτή την διπλή διαδικασία: Από τη μια η αμοιβαία σχετική και συγκεκριμένη, στις διάφορες ιστορικές περιόδους και ποιοτικές καμπές της ταξικής πάλης, υλική σύνδεση-ενότητα της κομμουνιστικής στρατηγικής με την κάθε φορά επαναστατική τακτική. Και από την άλλη η συγκεκριμένη κάθε φορά, όσο και διαλεκτικά εξελισσόμενη, δεσπόζουσα αντίθεσή τους, μέχρι την ιστορική υλική υπέρβαση αυτής της αντίθεσης, στα πλαίσια της οριστικής νίκης της Κομμουνιστικής Διεθνιστικής Απελευθέρωσης

Η συγκεκριμένη σήμερα σχέση ενότητας και αντίθεσης της επαναστατικής στρατηγικής με την αντίστοιχη επαναστατική τακτική, σημαδεύεται και εκφράζεται, από την σχετική ενότητα και κυρίως την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στη γενικά ανώτερη επαναστατική κομμουνιστική δυναμική της συνολικής νέας εποχής και στα κυρίαρχα αντεπαναστατικά χαρακτηριστικά και στους αντίστοιχους συσχετισμούς της σημερινής ιδιόμορφης, πρώτης ιστορικής περιόδου.

Αυτή η σχέση εποχής-συγκεκριμένης περιόδου, αναδεικνύει άλλωστε, τόσο τον καθοριστικό ρόλο και την «ρεαλιστικότητα» της στρατηγικής, όσο και την αναγκαιότητα μιας διακριτής επαναστατικής τακτικής. Αναδεικνύει την αμοιβαία σχετική τους «αυτοτέλεια». Αναδεικνύει τη δυνατότητά τους να συνδέονται με έναν συγκεκριμένο και σχετικό τρόπο, (χωρίς να ταυτίζονται και να αλληλοεξουδετερώνονται), μέσα στους αγώνες και στις δυσκολίες της σημερινής περιόδου. Αναδεικνύει την δυνατότητά τους να προωθούν «σήμερα» τα ουσιαστικά εργατικά συμφέροντα την ανατροπή της αστικής πολιτικής, την ανάπτυξη των επαναστατικών δυνάμεων. Αναδεικνύει κυρίως την αναγκαιότητα και δυνατότητα για την ανώτερη «υλική» ιστορική τους ενοποίηση, η οποία ξεκινά με την επανάσταση, αλλά «πραγματοποιείται» μόνο με το μεγάλο άλμα της κομμουνιστικής χειραφέτησης.

Φυσικά, οι θεωρητικές εκτιμήσεις μας καλούνται να επαληθευτούν στα σκληρά πεδία της ζωής, μέσα από τη θεωρητική, πολιτική και πρακτική αντιπαράθεση του συλλογικού ενωτικού αγώνα και με βάση την ίδια την πολιτική-πολιτιστική εμπειρία και παρέμβαση των εργαζομένων.

Η αναγκαία, συνολική επαναθεμελίωση της κομμουνιστικής προοπτικής και ευρύτερα του εργατικού πολιτισμού της εποχής μας (και το ευρύτερο εγχείρημά μας) θα κριθούν και θα «ολοκληρωθούν», πάντα σχετικά, μέσα από μια νέα, ιστορικών διαστάσεων, εσωτερική και παγκόσμια αναμέτρηση των τάξεων, που καθορίζεται από το χαρακτήρα της εποχής μας, όπως και στους προηγούμενους «γύρους» του κομμουνιστικού κινήματος:

▪ Το μαρξιστικό κίνημα της Α΄ Διεθνούς, βασισμένο στην πρόσφατη τότε θεωρητική τεκμηρίωση του Μαρξ, στην πρώτη θεωρητική νίκη του εργατικού κινήματος, κρίθηκε τελικά και ολοκληρώθηκε σχετικά, στο πεδίο των κοινωνικών συγκρούσεων για το χρόνο εργασίας, για το δεκάωρο και το οκτάωρο, για τις επιτακτικές ταξικές κοινωνικές και δημοκρατικές πολιτικές ανάγκες και διεκδικήσεις των εργαζομένων, που ανυψώθηκαν μέχρι το επίπεδο της πρώτης επαναστατικής εργατικής απόπειρας, με την ιστορική τομή της Παρισινής Κομμούνας.

▪ Το ρεύμα του μπολσεβικισμού και των Σπαρτακιστών, αξιοποιώντας την επαναστατική επαναθεμελίωση της στρατηγικής και τακτικής από τον Λένιν, τους μπολσεβίκους, και τους επαναστάτες μαρξιστές της εποχής, κρίθηκε και διαμορφώθηκε τελικά στην πάλη κατά του ανερχόμενου ιμπεριαλισμού, ειδικά εναντίον του πολέμου και της παγκόσμιας διανομής της λείας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, μέσα από την οποία ωρίμασαν οι προϋποθέσεις για την Οκτωβριανή Επανάσταση.

▪ Το επαναστατικό κίνημα των μητροπόλεων και των αποικιών στο μεσοπόλεμο και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ηρωικό εγχείρημα της Ισπανικής Δημοκρατίας, του ΕΑΜ και της κινέζικης επανάστασης βασίστηκε, ως προς τα πιο δυναμικά χαρακτηριστικά του, σε ουσιαστικές πλευρές του επαναστατικού μαρξιστικού ρεύματος. Αλλά, σφραγίστηκε ιδιαίτερα από τις αντιφάσεις και τις υποχωρήσεις του, από την προωθούμενη ηγεμονία των ταξικά μεταλλαγμένων δυνάμεων στο συνολικό επαναστατικό κίνημα και διαμορφώθηκε τελικά στη μάχη κατά του φασισμού και της κατοχής, στη βάση της αίγλης, των ορίων και των αντιφάσεων του αντιφασιστικού και κοινωνικού αγώνα της εποχής. Συχνά ξεπέρασε, με βάση τη δυναμική της ταξικής πάλης και την εμπειρία των επαναστατικών δυνάμεων και των εργαζομένων, τα όρια της στρατηγικής υποχώρησης της τότε Διεθνούς (π.χ. η Κινέζικη επανάσταση), ανεξάρτητα αν δεν κατάφερε τελικά να υπερβεί τις γενικότερες αντιφάσεις από την υποβάθμιση της καθοριστικής πλευράς της στρατηγικής, που αφορά την Εργατική Δημοκρατία και την ουσιαστική νίκη του κομμουνισμού.

▪ Αντίστοιχα τα επαναστατικά μαρξιστικά ρεύματα στις κρίσιμες μεταβατικές δεκαετίες του 60-80, δοκιμάστηκαν και κρίθηκαν μέσα σε μεγάλους και, με μια έννοια, «προδρομικούς» αγώνες που αναπτύχθηκαν ενάντια στον μετασχηματιζόμενο καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό και τη νεοαποικιοκρατία, στην διάρκεια μιας μακρόσυρτης αντιφατικής πορείας περάσματος στη σημερινή συνολική εθνική και διεθνική ανασυγκρότηση του συστήματος.

Η ιστορική εμπειρία απέδειξε ότι τα ρεύματα αυτά, παρ’ όλη τη συχνά πρωτοποριακή και ηρωική συμβολή τους, δεν μπόρεσαν τότε να συνδυάσουν μια ανεξάρτητη και καταλυτική παρέμβαση στις εξελίξεις και στα νέα φαινόμενα της ταξικής πάλης, με την αναγκαία προώθηση ενός ιστορικού κομμουνιστικού πολιτιστικού και προγραμματικού μετασχηματισμού τους.

Από τον Τσε και τα σκιρτήματα της πολιτιστικής επανάστασης στον Γαλλικό και στον Ιταλικό Μάη, από το Πολυτεχνείο και την πάλη για μια κοινωνική μεταπολίτευση στα γαρίφαλα της Λισαβόνας και στους Σαντινίστας και από τους αγώνες κατά της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης στις αντιστάσεις ενάντια στην ατιμωτική παράδοση και την υποταγή, οι επαναστατικές μαρξιστικές τάσεις, παρ’ όλες τις καινοτόμες παρακαταθήκες τους, ηγεμονεύτηκαν τελικά και απέτυχαν να προβάλλουν μια συνολική επαναστατική πρόταση πολιτικής παρέμβασης και στρατηγικής κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Και το γεγονός αυτό δεν έχει παίξει μικρό ρόλο στην τελική ποιότητα και στις μορφές των σημερινών συσχετισμών.

Σήμερα, η προσπάθεια μιας κομμουνιστικής θεωρητικής και πολιτικής τομής θα κριθεί και θα διαμορφωθεί μέσα στη νέα ιστορική σύγκρουση με την πολύμορφη ολοκληρωτική «τρομοκρατική» εκστρατεία του Κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, με την αντιδραστική πολιτική των κυβερνήσεών τους, ιδιαίτερα μέσα στη σημερινή πρώτη και πρωτότυπη ιστορική περίοδο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, μέσα στην πάλη για την ανατροπή της, σε εσωτερική και διεθνή κλίμακα. Σε εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα αναδεικνύεται η ικανότητα των πρωτοπόρων ταξικών δυνάμεων να συνδυάζουν μια μαρξιστική πολιτιστική ανασυγκρότηση της στρατηγικής τους πρότασης με μια συνολική, επαναστατική τακτική για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, που θα μετασχηματίζει και θα συνδέει με την επανάσταση, τις σημερινές αγωνιστικές τάσεις των εργαζομένων. Σε αυτή τη σύγκρουση θα κριθεί και θα διαμορφωθεί, όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα, και η γενικότερη ιστορική προσπάθεια για την επαναστατική κομμουνιστική τομή μέσα στη συνέχεια του αριστερού και εργατικού κινήματος. Μια ζωτική ανάγκη που βρίσκεται σε εκκρεμότητα από τη δεκαετία του ’30, από την εποχή της ιστορικής ήττας του επαναστατικού εργατικού ρεύματος του μπολσεβικισμού, η οποία σφράγισε τη μετέπειτα εξέλιξη των ταξικών αγώνων, ιδιαίτερα στα κέντρα του καπιταλισμού.

2. Η συμβολή και οι αντιφάσεις του Νέου Αριστερού Ρεύματος

Η αυτοκριτική εξέταση της πορείας του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί παρά να συμπεριλάβει την αποτίμηση της δράσης των ρευμάτων της Αριστεράς και του ίδιου του ΝΑΡ. Πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί, στα 16 και πλέον χρόνια της ύπαρξής μας, δεν καταφέραμε να συγκεντρώσουμε, ποιοτικά και ποσοτικά, εκείνη την κρίσιμη μάζα αγωνιστών, προγραμματικών θέσεων και πρακτικών συνεισφορών, που θα επέτρεπαν στο ΝΑΡ να σταθεροποιήσει σχετικά μια στρατηγική φυσιογνωμία της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και της γενικότερης πολιτιστικής μαρξιστικής επίδρασης. Που θα του επέτρεπαν να ξεφύγει από τα πολύ περιορισμένα κοινωνικά και πολιτικά του όρια, να συμβάλει πιο ουσιαστικά σε μια ισχυρή, επαναστατική Αριστερά του σκληρού παρόντος και όχι του ειδυλλιακού μέλλοντος. Να θέσει τις βάσεις για μια ριζική επαναστατική ανασυγκρότηση ευρύτερων δυνάμεων του εργατικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς, που φυσικά δεν θα υπάρχει για τον εαυτό της, ούτε για να προσθέσει απλώς έναν ακόμη «πόλο», λίγο πιο αριστερό, στους δύο μεγαλύτερους της «υπαρκτής Αριστεράς».

Ο διαχωρισμός μας από το εκφυλισμένο κομμουνιστικό κίνημα, την περίοδο της κατάρρευσης και της παράδοσης της Αριστεράς στην προέλαση του σύγχρονου καπιταλισμού, ήταν κατά κάποιον τρόπο η αναγκαία «τακτική της διάσπασης» για να υπηρετήσουμε τη «στρατηγική της ενότητας» στα πλαίσια της κομμουνιστικής και εργατικής επαναθεμελίωσης. Μιας ενότητας των επαναστατών-κομμουνιστών στο έδαφος μιας νέας προγραμματικής και πολιτιστικής φυσιογνωμίας, που να αντιστοιχεί στις αναγκαιότητες της νέας εποχής, ώστε να μπει τέλος στη μετατροπή της Αριστεράς σε ουρά και σάκο του μποξ των αστικών δυνάμεων. Μιας ενότητας σε ευρύτερη κλίμακα, του εργατικού κινήματος, της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς, στην κατεύθυνση του ποιοτικού μετασχηματισμού τους, που θα εγγυηθεί μια νέα, νικηφόρα προοπτική για το σήμερα και το αύριο.

Στο 1ο Συνέδριο του ΝΑΡ, το 1998, με τις αποφάσεις για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας, για το χαρακτήρα των χωρών της Ανατολής που κατέρρευσαν, και τους στόχους της Αντικαπιταλιστικής Επανάστασης – Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης, επιχειρήσαμε να καλύψουμε κυρίως το έλλειμμα θεωρίας, στρατηγικού προγράμματος και ιστορικής πρακτικής και προοπτικής της Αριστεράς. Ιδιαίτερα προσπαθήσαμε να αναδείξουμε την καθοριστική σημασία που έχει ο ορίζοντας της επαναστατικής και κομμουνιστικής στρατηγικής για τον σημερινό αντικαπιταλιστικό αγώνα και την οργάνωση του κομμουνιστικού και του γενικότερου επαναστατικού υποκειμένου.

Ακόμη, αναπτύξαμε σε επαναστατική (αλλά ωστόσο γενική) κατεύθυνση, μια σειρά επεξεργασίες και αρχές για το συνδυασμό της επαναστατικής στρατηγικής με την αντίστοιχη τακτική. Δεν μπορέσαμε, όμως, να βαθύνουμε με επάρκεια και συγκεκριμένα τις επεξ`εργασίες μας, γύρω από τα σύνθετα καθήκοντα (κυρίως του πολιτικού περιεχομένου) της επαναστατικής τακτικής μέσα στις σημερινές συνθήκες. Αφήσαμε έτσι σημαντικά κενά που οδηγούν σε μια μηχανιστική σύνδεση τακτικής-στρατηγικής, ή ακόμα και σε μια «αφομοίωση» της τακτικής από την στρατηγική. Οδηγούν στην υπεραπλούστευση των ποιοτικών χαρακτηριστικών και των αντιθέσεων του «διαρκούς επαναστατικού αγώνα» και σε μια σχεδόν γραμμική σύνδεση, «από το σήμερα μέχρι τον κομμουνισμό». Απέναντι σε αυτά τα κενά, υποβαθμίζονταν οι γόνιμοι προβληματισμοί, για πολιτική συγκεκριμενοποίηση της επαναστατικής τακτικής και για τις μορφές σύνδεσής της με τη στρατηγική στο σήμερα, ή από την άλλη μεριά αυτοί έπαιρναν μερικές φορές τον χαρακτήρα ασύνδετων σχετικά προτάσεων «γείωσης» στους κοινωνικούς χώρους ή στην πολιτική συγκυρία.

 Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν, κυρίως, η υποτίμηση της συνολικής πολιτικής πάλης και των συνολικών πολιτικών στόχων μέσα στην γενικότερη ιστορική περίοδο, αλλά και στις άμεσες πολιτικές εξελίξεις. Έτσι, εκτός των άλλων, υποβαθμιζόταν γενικά, ενώ από την άλλη μεριά συχνά «αυτονομούνταν» υπερβολικά και το πρόβλημα της τρέχουσας «πολιτικής γραμμής», γύρω από την κάθε φορά πολιτική συγκυρία, ή γύρω από το κάθε φορά οξυμένο ζήτημα.

 Όσον αφορά τις προτάσεις μας για το πολιτικό επαναστατικό υποκείμενο και τις σχέσεις της πρωτοπορίας με την τάξη, επιχειρήσαμε να αναπτύξουμε θεωρητικά και πρακτικά τη διαλεκτική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κομμουνιστικό κόμμα, στο επαναστατικό μέτωπο της εργατικής πολιτικής και στο (καθοριστικό τελικά) κίνημα χειραφέτησης και «συνειδητής» πολιτικής δράσης της μεγάλης πλειονότητας της ίδιας της εργατικής τάξης. Ωστόσο και στο θεμελιακό αυτό ζήτημα, παρόλη τη σημαντική προσφορά μας, αφήσαμε σοβαρά περιθώρια για παρερμηνείες γύρω από το ρόλο του αυθόρμητου αντιφατικού κινήματος και για υποτίμηση της καθοριστικής διαδικασίας του μετασχηματισμού του σε συνειδητό πολιτικό κίνημα των ίδιων των ευρύτερων δυνάμεων των εργαζομένων, σε μέτωπο της εργατικής πολιτικής, με την «κυριαρχία» των ίδιων των πρωτοπόρων εργατών. Ιδιαίτερα, αφήσαμε περιθώρια για υποτίμηση του στρατηγικού αυτοτελούς ρόλου της οργάνωσης της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και της μαρξιστικής θεωρίας, σε όλα τα επίπεδα της άμεσης πολιτικής πάλης της επαναστατικής τακτικής και της σύνδεσής της με την στρατηγική.

 Ένα σοβαρό βήμα επιχείρησε η 4η Συνδιάσκεψη, το 2000, «ανοίγοντας» ξανά το κρίσιμο «στρατηγικό» ζήτημα της επαναστατικής τακτικής μέσα στις ιδιόμορφες συνθήκες της γενικότερης σημερινής ιστορικής περιόδου (με το γενικό στόχο μιας ριζικής αλλαγής των σημερινών αντιδραστικών συσχετισμών) και τη συγκρότηση του υποκειμένου της επαναστατικής εργατικής τακτικής (με την πρόταση του ΑΕΜ). Οι κατευθύνσεις αυτές κινούνταν σε μια σωστή, αλλά γενική και περιορισμένη κατεύθυνση σε σχέση με την πολιτική σημασία και τις δυσκολίες του ζητήματος. Όπως φάνηκε και στην πράξη δεν ήσαν ικανές από την άποψη της θεωρητικής πολιτικής και «οργανωτικής» ποιοτικής τους επάρκειας να προωθήσουν την αναγκαία τομή στα ζητήματα τακτικής, στη συνολική πολιτική μας παρέμβαση και προοπτική, μέσα στις σημερινές ραγδαίες εξελίξεις. Οι αναπαραγόμενες αυτές αντιφάσεις έβαζαν σοβαρά εμπόδια στην αντιμετώπιση της ηγεμονίας των διάφορων τάσεων της ρεφορμιστικής τακτικής, της κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής «συμβολικής» πολιτικής διαμαρτυρίας και της «δορυφοροποίησης» ταξικών δυνάμεων. Έβαζαν εμπόδια στην προσπάθεια υπέρβασης του «κινηματικού» κατακερματισμού. Υποβάθμιζαν τον αναγκαίο συνδυασμό του αυτοτελούς πολιτικού ρόλου της κομμουνιστικής οργάνωσης και των «πιο συνειδητών» δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής πάλης, με μια πρόταση επαναστατικής πολιτικής ενότητας και έμπρακτης συνειδητοποίησης των ευρύτερων δυνάμεων των εργαζομένων. Οι αντιφάσεις αυτές υποβάθμιζαν τελικά τη σύνδεση της σημερινής κατάστασης των ταξικών αγώνων με την επαναστατική αναγκαιότητα και προοπτική.

Η 4η Συνδιάσκεψη επιχείρησε, επίσης, να διορθώσει λάθη του 1ου Συνεδρίου και της μετέπειτα πρακτικής μας ιδιαίτερα στη συγκρότηση του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου, με αφορμή το ζήτημα της δημοκρατικής ενότητας δράσης. Αναβάθμισε σχετικά (κυρίως στα κείμενα), το ζήτημα της κομμουνιστικής οργάνωσης και του ρόλου της, της συγκρότησης ενός νέου τύπου εργατικού-δημοκρατικού πολιτισμού μέσα στις γραμμές της και (σε άλλο επίπεδο) μέσα στο μέτωπο, στο κίνημα και την πολιτική πάλη.

Επεξεργάστηκε την αρχή της δημοκρατικής ενότητας επαναστατικής αντίληψης και δράσης μέσα στο ΝΑΡ και στην κομμουνιστική οργάνωση. Ωστόσο, στη Συνδιάσκεψη και ιδιαίτερα στη συνέχεια δεν καταφέραμε να αναπτύξουμε και να συζητήσουμε ουσιαστικά και ανοιχτά το βασικό ζήτημα στο οποίο αυτή η ενότητα εντάσσεται. Να καθορίσουμε δηλαδή μια συγκεκριμένη διαδικασία συνολικής ανασυγκρότησης στην θεωρητική μαρξιστική πολιτιστική κομμουνιστική λειτουργία και στην αντίστοιχη παρέμβαση της οργάνωσής μας. Να καθορίσουμε μια πορεία συλλογικής επαναστατικής συζήτησης ανάπτυξης και προβολής των στρατηγικών και πολιτικών επεξεργασιών μας, υπέρβασης των προγραμματικών μας αντιφάσεων.

Ειδικά δεν καταφέραμε να προωθήσουμε έναν ουσιαστικό και «καθαρό» διάλογο για την υπέρβαση της βαθύτερης υποτίμησης που υπάρχει σε ορισμένες πλευρές της συγκρότησής μας, γύρω από τον στρατηγικό αυτοτελή ρόλο μιας σύγχρονης, κομμουνιστικής πρωτοπορίας, αλλά και γύρω από τις νέες δυνατότητες του κομμουνιστικού περιεχομένου της στρατηγικής και της φυσιογνωμίας μας. Παράλληλα, έτσι δεν καταφέραμε να υπερβούμε τις αντιφάσεις μας γύρω από την επιτακτική προτεραιότητα (και τις δυσκολίες) της συσπείρωσης των σχετικά πιο πρωτοπόρων «συνειδητών» αντικαπιταλιστικών δυνάμεων της πολιτικής πάλης σε όλα τα μέτωπα. Για να μπορεί να προωθείται η πιο μαζική αγωνιστική ανάπτυξη, αλλά και ο καθοριστικός πολιτικός «συνειδητός» μετασχηματισμός των ευρύτερων διεκδικητικών τάσεων του κοινωνικού κινήματος των εργαζομένων και της νεολαίας στον «αντικαπιταλιστικό δρόμο».

 Πρόκειται για βασικές αδυναμίες των θεωρητικών και κυρίως των πρακτικών μας αντιλήψεων για το υποκείμενο, (με σύνθετες ταξικές ιστορικές θεωρητικές πολιτικές αιτίες) οι οποίες τελικά ακρωτηριάζουν την εργατική-δημοκρατική υπεροχή και την επαναστατική επίδραση της βασικής κατεύθυνσης των οργανωτικών επεξεργασιών μας.

Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών αναπτύσσεται μια πρακτική υποτίμηση τόσο γύρω από την αυτοτελή πολιτική λειτουργία και την συνολική πολιτική παρέμβαση του ΝΑΡ και της νΚΑ όσο και γύρω από την πολιτική προώθηση και συγκρότηση του ΑΕΜ αλλά και την ίδια την ανάπτυξη, την πολιτική συμβολή και την πολιτική συγκρότηση του κινήματος. Το ίδιο συμβαίνει με τον «πόλο» των αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων και ιδιαίτερα με τις αναγκαίες μορφές πολιτικής σύνδεσής του με την αντιφατική κίνηση της εργατικής τάξης και των καταπιεζομένων. Έτσι υποβαθμίζονται, ενώ συχνά συγχέονται, μπερδεύονται, ακόμα και αλληλοσυγκρούονται, το ΜΕΡΑ, η Πρωτοβουλία Αγώνα κλπ., οξύνονται οι υπαρκτές αντιφάσεις τους. Έτσι υποβαθμίζονται και οι προσπάθειες για μια εργατική ανατρεπτική αντιπολίτευση, μια αναγκαία πολιτική ενωτική πρόταση σε επαναστατική βάση, κυρίως προς τις αντιφατικές δυνάμεις των μαζικών αγώνων, η οποία παραμένει ακόμα μετέωρη. Ιδιαίτερα καθυστερούν και καθηλώνονται οι σύνθετες διαδικασίες ενός νέου εργατικού κινήματος: Η αναγκαία συσπείρωση σε μια πανελλαδική, κατά βάση πολιτική κίνηση των σχετικά πιο πρωτοπόρων δυνάμεων, η ανάπτυξη και ο αυτοτελής ρόλος των κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων, οι ταξικές πτέρυγες στα σωματεία και στον οικονομικό αγώνα, ο συνδικαλιστικός ταξικός συντονισμός, αλλά και ιδιαίτερα ο πολιτικός συντονισμός των ταξικών σωματείων και γενικότερα των ταξικών δυνάμεων του κινήματος, οι ποιοτικά ανώτερες και κρίσιμες διαδικασίες της πολιτικής του πάλης και της προοπτικής μιας σταθερής πολιτικής του συγκρότησης κλπ. Αντίστοιχα, υποβαθμίζονται οι ανάλογες διαδικασίες όσον αφορά την συνολική πολιτική πάλη του νεολαιίστικου κινήματος, τους νεολαιίστικους φορείς και την ανάπτυξή τους (ΕΑΑΚ, κοινωνικοπολιτικές, ταξικές πτέρυγες στα ΤΕΙ-ΙΕΚ, ιδιαίτερα στην εργαζόμενη νεολαία, ανώτερες μορφές κοινωνικού και πολιτικού συντονισμού, διαρκούς πολιτικής δράσης κλπ).

 Γενικότερα, όλα αυτά στριφογυρίζουν και «σκοντάφτουν» μεταξύ τους. Δεν υπακούουν σε μια κοινή λογική πολιτικής σύνδεσης και αλληλεπίδρασης της πολιτικής επαναστατικής πρωτοπορίας με το αντιφατικό κίνημα και την πλειονότητα της τάξης και της νεολαίας. Μέσα από αυτές τις αντιφάσεις υποβαθμίζεται και περιθωριοποιείται η συνολική και διαρκής πολιτική και στρατηγική παρέμβαση των ευρύτερων δυνάμεών μας. Η οποία έτσι περιορίζεται στα έκτακτα πολιτικά γεγονότα, είτε στην επίσημη ατζέντα της κεντρικής πολιτικής (κάθε 3-4 χρόνια στις εκλογές εμφανίζεται και το ΜΕΡΑ, ή στις δημοτικές, ή στις επετείους κλπ).

Τον υπόλοιπο καιρό, η συνολική πολιτική παρέμβασή μας εκπροσωπείται κυρίως από το ΠΡΙΝ, το οποίο διατηρεί μια πρωτοπόρα συμβολή κρατώντας αποφασιστικά την πολιτική σύνδεση με την ευρύτερη επιρροή μας. Ωστόσο, το ΠΡΙΝ δεν τροφοδοτείται από την ανάπτυξη μιας διαρκούς πολιτικής πάλης των δυνάμεών μας, οι οποίες ασφαλώς έχουν ανώτερη δυνατότητα επίδρασης και προοπτικής. Έτσι, παραμένει μια εφημερίδα που δεν μετασχηματίζεται σε «όργανο» πολιτικής δράσης και στρατηγικής, με όλες τις συνέπειες στην ποιότητα, και στην ουσιαστική βελτίωσή του. Ενώ από την άλλη μεριά, μερικές φορές, αυτή η υποτίμηση και η «αδυναμία» μιας συνολικής πολιτικής μας παρέμβασης στρέφεται, από ορισμένες πλευρές εναντίον της πολιτικής παρέμβασης του ΠΡΙΝ, σε μια κατεύθυνση απαξίωσής του ή σε μια μεμψιμοιρία γύρω από τις αναπόφευκτες αδυναμίες του. Έτσι το ΠΡΙΝ αντί να υποστηρίζεται αποφασιστικά, κυρίως με την πολιτική και θεωρητική δράση μας, με την δημιουργική συμβολή μας, αλλά και με τη γόνιμη προωθητική κριτική για την επαναστατική του ανάπτυξη, γίνεται αντικείμενο διάφορων (ακόμα και προσωπικών) επιθέσεων και αντιπαραθέσεων κυρίως οργανωτικού «ελέγχου».

Οι βασικές αυτές αδυναμίες, κυρίως στα ζητήματα τακτικής-στρατηγικής και του υποκειμένου, εκφράστηκαν με σοβαρές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις (κυρίως στο Γραφείο και την Πολιτική Επιτροπή), οι οποίες όμως, δεν αναπτύχθηκαν στο επίπεδο της ανοιχτής, δημοκρατικής συζήτησης με τη συμμετοχή όλου του δυναμικού του ΝΑΡ. Οι αιτίες για αυτή την εξέλιξη -πέρα από τις δυσκολίες όλων μας και το επίπεδο διάθεσης για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας αντίληψης- κυρίως έχουν να κάνουν με μια λογική επιβολής δια της πρακτικής και της οργανωτικής μεθόδου που συνδυάζεται με «παραχωρήσεις» και «κουκουλώματα» στις διατυπώσεις.

Οι βασικές αυτές αδυναμίες των επεξεργασιών και της πρακτικής μας, καθώς και η έλλειψη ανοιχτής θεωρητικής και πολιτικής συζήτησης και αυτοκριτικής γύρω από την ουσία τους, πυροδότησαν τελικά και την διαστρεβλωμένη όξυνση της αντιπαράθεσης, γύρω από τις δευτερότερες πλευρές τού λεγόμενου «οργανωτικού ζητήματος» και γενικότερα.

 Από εκεί και πέρα, η αντιπαράθεση αυτή άρχισε να μετατρέπεται από ένα σημείο και μετά σε μια ανταγωνιστική εσωτερική «πολιτική» διαπάλη, σε ένα οργανωτικό «ξεκαθάρισμα λογαριασμών», «γενιών» ακόμα και προσώπων. Αυτή η εξέλιξη ακρωτηριάζει την αναγκαία πολιτική και θεωρητική συζήτηση, τη συντροφική αλληλεγγύη και την ενιαία δράση στις γραμμές μας. Η πρακτική και ο πολιτισμός του οργανωτικού ανταγωνισμού και της εσωτερικής πολιτικής μικροεξουσίας αυτονομείται σχετικά, επικαλύπτει την ουσία των βαθύτερων θεωρητικών και πολιτικών προβληματισμών και διαφορών, που η ανοιχτή ανάπτυξή τους μπορεί να παίξει προωθητικό ρόλο στην πολιτική και κομμουνιστική ανασυγκρότηση του εγχειρήματός μας.

 Παρ’ όλα αυτά, οι βασικές κατακτήσεις στις επεξεργασίες μας και οι γενικότερες προσπάθειες και παρεμβάσεις μας, όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια, με όλες τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις που περιέχουν, είναι σημαντικές για όλες τις δυνάμεις της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης του εργατικού κινήματος. Αποτελούν μια βασική επαναστατική συμβολή για την αναγκαία ποιοτική τομή στο εγχείρημα της κομμουνιστικής και εργατικής ανασυγκρότησης, για ένα συνολικό κομμουνιστικό εργατικό πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής στη νέα εποχή και ιδιαίτερα στη σημερινή κρίσιμη ιστορική περίοδο.

Ωστόσο δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια. Είναι πασιφανές ότι παραμένουν οι μακροχρόνιες βαθύτερες θεωρητικές και πολιτικές αντιφάσεις, όσο και οι ιδιόμορφες αντιφάσεις γύρω από την εργατική ταξική σύνθεση και προοπτική του εγχειρήματός μας. Οι δυνάμεις της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, κάτω από την πίεση της άμεσης υπεροχής των αστικών και μικροαστικών αντιλήψεων και πρακτικών, δεν μπόρεσαν να κατοχυρώσουν την προτεραιότητα της πολιτιστικής μαρξιστικής και κομμουνιστικής ανασυγκρότησης του επαναστατικού εργατικού ρεύματος.

Αλλά ποιες είναι οι βασικές θεωρητικές ρίζες αυτών των αντιφάσεων; Πιστεύουμε ότι συνδέονται κυρίως με την υποτίμηση ή και αμφισβήτηση ακόμη, του κομμουνιστικού περιεχομένου της επαναστατικής στρατηγικής στην εποχή. Συνδέονται με την υποτίμηση του επαναστατικού βασικά «χαρακτήρα» της εποχής που ανοίγει ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός, σε αντίθεση με την αντεπαναστατική πλευρά του που προβάλλει σε πρώτο επίπεδο και σε διάκριση με τη σημερινή πρώτη ιστορική του περίοδο. Έχουν να κάνουν με τις συγχύσεις γύρω από την ιστορία του εργατικού κινήματος, γύρω από τη σχέση συνέχειας-τομής στην συνολική όσο και αντιφατική πορεία και προοπτική του επαναστατικού ρεύματος του μαχόμενου υλισμού. Επίσης, συνδέονται με την υποτίμηση της δυνατότητας για μια επαναστατική και μετωπική υπέρβαση του κατακερματισμού των ταξικών εργατικών ρευμάτων (αποτέλεσμα της μακρόχρονης κυριαρχίας των αστικών συμφερόντων και αντιλήψεων μέσα στο εργατικό κίνημα).

Μια άλλη σοβαρή αιτία των αντιφάσεών μας αποτελεί η αμφισβήτηση της σημασίας που έχει η στρατηγική της «επαναστατικής ενότητας» σε διάκριση με την τακτική του «επαναστατικού διαχωρισμού», σε όλα τα επίπεδα.

Τέλος, πιστεύουμε ότι οι αντιφάσεις μας σχετίζονται με μια θεωρητική και πολιτική επανάπαυση, με μια αίσθηση αυτάρκειας απέναντι τόσο στις ακραίες αστικές ιδεολογίες περί τέλους των επαναστάσεων, όσο και στις «βεβαιότητες» του παλιού και νέου ρεφορμισμού. Σχετίζονται με την υποβάθμιση του ρόλου της μαχόμενης αυτοκριτικής, γύρω από την πραγματική μας κατάσταση, την κοινωνική μας συγκρότηση, αλλά και τον βαρύνοντα ρόλο που παίζουν οι υποκειμενικές ευθύνες μας. Οφείλονται σε ένα γραφειοκρατικό ή κινηματικό «βόλεμα» στην «παλιά κατάσταση», στα θεωρητικά, πολιτικά και οργανωτικά όρια της στασιμότητας του εγχειρήματός μας, στ’ όνομα κυρίως των αντικειμενικών δυσκολιών και των αρνητικών συσχετισμών. Έχουν να κάνουν ιδιαίτερα με την υποτίμηση των ραγδαίων αντιφατικών εξελίξεων της νέας πολιτικής φάσης στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων, που διαμορφώνουν πέρα από τις δυσκολίες, νέες σημαντικές προϋποθέσεις και δυνατότητες για σημαντικές πολιτικές ανακατατάξεις υπέρ της εργατικής πολιτικής.

 Αυτές οι αντιφάσεις περιπλέκουν και τα ζητήματα της επαναστατικής τακτικής. Συγκαλύπτουν την ανάγκη για μια ριζική τομή γύρω από το πολιτικό περιεχόμενο των στόχων της, τις μορφές επιβολής τους, τον αποφασιστικό, αλλά όχι και «εργολαβικό» ρόλο του υποκειμένου, τη συγκεκριμένη σύνδεσή της με τη στρατηγική προς τον κομμουνισμό.

Οι αντιφατικές και σχετικά αναποτελεσματικές αγωνιστικές εμπειρίες μας, ο παροξυσμός της εσωοργανωτικής διαπάλης, αλλά πάνω απ’ όλα η αδυναμία μας να ανταποκριθούμε στοιχειωδώς στις ελπιδοφόρες τάσεις και αναζητήσεις που αναδεικνύονται από το 2000 και μετά, δείχνουν ότι οι προγραμματικές κατακτήσεις μας και οι επαναστατικές πλευρές της παρέμβασής μας δεν επαρκούν –κυρίως ποιοτικά– για να προωθήσουν τη δημοκρατική ηγεμονία τους απέναντι στις πολυποίκιλες οπισθοδρομικές τάσεις και να προωθήσουν μια αποφασιστική παρέμβαση στις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Δεν επαρκεί το συγκεκριμένο σημερινό επίπεδο της προγραμματικής και οργανωτικής συγκρότησής μας, που είναι εξαιρετικά «χαμηλό» συγκρινόμενο με τις άμεσες ανάγκες και δυνατότητες της εργατικής πάλης και όχι μόνο με την «απεραντοσύνη των σκοπών μας». Ωστόσο το εγχείρημά μας δεν παύει να εμπεριέχει ανώτερες δυνατότητες να μετασχηματιστεί επαναστατικά, σύμφωνα με τις αναγκαιότητες, τις αναζητήσεις και την σταδιακή ωρίμανση των ριζοσπαστικών επαναστατικών τάσεων μέσα στην εργατική τάξη και τη νεολαία. Αλλά και σύμφωνα με τις δυνατότητες για μια αποφασιστική τομή κομμουνιστικής ανασυγκρότησης, που διαθέτουν οι βασικές δυνάμεις του ΝΑΡ, της νΚΑ και του ευρύτερου εγχειρήματος της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

Πιστεύουμε ότι οι θεωρητικές επεξεργασίες μας δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν γιατί δεν αναπτύσσονται συλλογικά, δημοκρατικά στα πλαίσια μιας σχετικά συγκροτημένης κομμουνιστικής οργάνωσης και ενός εργατικού πολιτισμού που θα αποσπά την ηγεμονία από τον αντίθετο πολιτισμό του αστικού και μικροαστικού ανταγωνισμού. Γιατί δεν αναπτύσσονται με βάση την αυτοκριτική εκτίμηση των αντιλήψεων και πρακτικών μας, με βάση τα διδάγματα των ταξικών πολιτικών αγώνων. Το αποτέλεσμα είναι η υποβάθμιση ή και διαστρέβλωση του επαναστατικού φορτίου των επεξεργασιών μας. Και η κατάληξη βέβαια είναι να ενισχύεται τελικά μέσα στην Αριστερά η ηγεμονία και η υπεροχή των διασταυρούμενων, μη επαναστατικών ρευμάτων: του «συνειδητού» ή «αυθόρμητου», «μαχητικού» ή «διαχειριστικού» ρεφορμισμού από τη μια, και της ατομικιστικής αυτονομίας ή «ημιαναρχίας» από την άλλη.

Οι δυνάμεις της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης δεν προκύπτουν από μια χημική αντίδραση σε έναν καθαρό δοκιμαστικό σωλήνα. Αναπτύσσονται και μετασχηματίζονται μέσα από την αναμέτρηση, καταρχήν με εκείνες τις δικές τους «εσωτερικές» και συγκεκριμένες αντιφάσεις, που είναι αναγκαίες και έχουν προωθητικό χαρακτήρα και οι οποίες κινούν διαρκώς και ανεβάζουν την κομμουνιστική οργάνωση και το εργατικό κίνημα σε μια ανώτερη ενότητα και ποιότητα. Η υπέρβαση αυτών των αντιφάσεων σ’ έναν ανώτερο κύκλο διαλόγου και προγραμματικής και πρακτικής συνειδητοποίησης είναι η πρώτη προϋπόθεση για να επιδράσουν με μια σχετική επάρκεια και μαζικά στην εργατική τάξη και το κίνημά της. Είναι αδύνατον όμως να ηγεμονεύσουν πολιτικά και κοινωνικά, να μετατραπούν σε νικηφόρο επαναστατικό κίνημα, εάν δεν αντιμετωπίσουν και δεν υπερβούν όλες εκείνες τις αντιθέσεις μη εργατικού, μη επαναστατικού χαρακτήρα που προκύπτουν από την αστική ηγεμονία, και οι οποίες έχουν οπισθοδρομικό, διαλυτικό χαρακτήρα. Και μάλιστα, όταν αυτές έχουν υπερσυσσωρευτεί στη σημερινή, κρίσιμη ιστορική περίοδο της ταξικής πάλης και της προσπάθειάς μας. Όταν εξακολουθούν να ηγεμονεύουν στην πράξη, να καθηλώνουν και να οδηγούν, από ένα σημείο και μετά, σε εμφανή οπισθοχώρηση τόσο το ΝΑΡ και τη νΚΑ, όσο και το γενικότερο τόλμημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και ευρύτερα της αναγέννησης της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στη χώρα μας.

Μπροστά στο ιστορικό μας εγχείρημα ανοίγονται δυο δρόμοι: Ο ένας, μια καλπάζουσα οπισθοδρόμηση, που τείνει ήδη να αντικαταστήσει τη σημερινή στασιμότητα, και μάλιστα σε συνθήκες που δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο μιας συνολικής πολιτικής αντιστροφής της κατάστασης στην ταξική πάλη –πράγμα που σημαίνει νίκη των επιδιώξεων διάφορων κύκλων της αστικής τάξης, οι οποίοι «ασχολούνται» με το εγχείρημά μας από τη γέννησή του. Ο άλλος, μια αποφασιστική υπέρβαση των οπισθοδρομικών διαλυτικών τάσεων, μέσα από μια τολμηρή συνολική τομή στην κατεύθυνση της εργατικής, κομμουνιστικής πολιτικής και οργανωτικής φυσιογνωμίας και πρακτικής του εγχειρήματός μας. Το κρίσιμο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση θα είναι η κατάκτηση μιας νέας, ανώτερης βάσης για το συνολικό πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής, που αποτελεί τελικά και το καθοριστικό ζήτημα για το επαναστατικό κίνημα και την εργατική τάξη.

 

 




 

Κεφάλαιο Α΄

Ο Καπιταλισμός της εποχής μας και οι πρώτοι
κλονισμοί του

Ο ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

1. Η θεωρητική διαμάχη για τη σχέση σταδίου-εποχής,
ιστορικών περιόδων και φάσεων

Η

 διαμάχη για τα στάδια και τις εποχές του καπιταλισμού δεν είναι θεωρητική βυζαντινολογία της Αριστεράς, αλλά απαραίτητη βάση, σημείο εκκίνησης για τη χάραξη πολιτικής και μάλιστα επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής για το εργατικό κίνημα.

Το στάδιο καθορίζει τις γενικές αντικειμενικές δυνατότητες-αναγκαιότητες της εποχής, ενώ η συγκρότηση του υποκειμενικού παράγοντα, η παρέμβασή του και τελικά η συγκεκριμένη έκβαση της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη εποχή, υλοποιεί εκείνες ή τις άλλες δυνατότητες του σταδίου και διαμορφώνει τους όρους για το πέρασμα σε ένα επόμενο στάδιο κοινωνικής εξέλιξης, είτε μέσα στο σύστημα, είτε πολύ περισσότερο έξω από αυτό. Η ανάλυση του συγκεκριμένου κάθε φορά ιστορικού σταδίου του καπιταλισμού αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση για την επεξεργασία επαναστατικού προγράμματος. Το δεύτερο αναγκαίο βήμα είναι η οριοθέτηση της ιστορικής εποχής στην οποία βρισκόμαστε. Αυτά τα δύο, στάδιο και εποχή, συνδέονται στενά μεταξύ τους αλλά δεν ταυτίζονται. Το στάδιο είναι κατά κάποιον τρόπο το «χάρντγουερ», το υλικό πλαίσιο της Ιστορίας, και η εποχή το «σόφτγουερ» που αποφασίζει τελικά ποιο από τα πιθανά «σενάρια» θα υλοποιηθεί, σε ποιο βαθμό ενεργοποιούνται οι δυνατότητες-αναγκαιότητες που περιέχονται στο δεδομένο στάδιο. Τελικά, η εποχή είναι η συγκεκριμένη πολιτική μορφή που παίρνει ο γενικός ταξικός-κοινωνικός πόλεμος στο πλαίσιο του συγκεκριμένου ιστορικού σταδίου.

Κάθε ιστορική εποχή του καπιταλισμού διαιρείται σε ιστορικές περιόδους, που διακρίνονται κυρίως με βάση τον μεταβαλλόμενο πολιτικό συσχετισμό ανάμεσα στο μπλοκ της αστικής πολιτικής και σε εκείνο της εργατικής πολιτικής. Η πρωταρχική πλευρά της διαρκούς σύγκρουσης ανάμεσα στα δύο αυτά μπλοκ είναι η πάλη για την πολιτική εξουσία και η καθοριστική τελικά πλευρά είναι η πάλη για το μετασχηματισμό των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων.

Οι ιστορικές περίοδοι, όπως ευρύτερα η πάλη των τάξεων, δεν κινούνται ευθύγραμμα. Μέσα στην εξέλιξή τους προβάλλουν «ιστορικές φάσεις» που σφραγίζονται από την όξυνση των συνολικών αντιθέσεων και προβλημάτων εκφράζοντας δυνατότητες που αν αξιοποιηθούν μπορούν να βελτιώσουν ριζικά τη σχέση ανάμεσα στην αστική και στην εργατική πολιτική στα πλαίσια μιας ιστορικής περιόδου. Μπορούν ακόμα και να οδηγήσουν στην εργατική ανατροπή αυτής της περιόδου και σε ανώτερες ποιοτικές καμπές της ταξικής πάλης, σε ανώτερες ιστορικές περιόδους, όπου θα ωριμάζουν επαναστατικές καταστάσεις και θα μπαίνει επί τάπητος η άμεση, υλική διεκδίκηση και η πραγματοποίηση της εργατικής, πολιτικής και κοινωνικής επανάστασης, με κομμουνιστική προοπτική.

Η κυρίαρχη αστική άποψη (από το «Τρίτο Κύμα» του Άλβιν Τόφλερ μέχρι την «Παγκοσμιοποίηση» του Τόμας Φρίντμαν) ανακυκλώνει την παραδοσιακή μεταφυσική, αναζητά σε τεχνοκρατικές ουτοπίες το θαυματουργό ελιξίριο για την αιώνια νεότητα του καπιταλισμού. Στη σύγχρονη παραλλαγή της, υποστηρίζει ότι ο συνδυασμός της ψηφιακής επανάστασης με τη διεύρυνση του Χρηματιστηρίου και την αλματώδη διεθνοποίηση, μετατρέπουν τον «νέο» καπιταλισμό της εποχής μας σε αξεπέραστο ιστορικό ορίζοντα της ανθρωπότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη οικουμενική θεότητα, η παγκοσμιοποιημένη Αγορά, εμφανίζεται από τους αστούς θεωρητικούς και πολιτικούς να πετυχαίνει αθόρυβα αυτό που επιχείρησε, με αιματηρούς αγώνες και θυσίες, το μαρξιστικό επαναστατικό ρεύμα: την υπέρβαση δήθεν των ταξικών διαχωρισμών και των εθνικών συνόρων.

Το αξεπέραστο του καπιταλισμού αποδέχεται και η ανάλυση της μεταλλαγμένης σοσιαλδημοκρατίας περί «Νέας Οικονομίας της Γνώσης», που καταλήγει στη στρατηγική Μπλερ-Σρέντερ περί «Τρίτου Δρόμου». Εξαντλεί τις φιλοδοξίες της στο να θέσει κάποιους φραγμούς στον αχαλίνωτα νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, στο πλαίσιο μιας «οικονομίας της Αγοράς με ίσες ευκαιρίες», προκειμένου να εκτονώνονται τελικά τα γενικότερα αδιέξοδα του σύγχρονου συστήματος. Πρόκειται για μια πολιτική που συγκρούεται με το ιστορικό κεκτημένο του σοσιαλδημοκρατικού κράτους πρόνοιας. Αριστερή παραλλαγή της ίδιας, ουσιαστικά, ανάλυσης είναι η θεώρηση των νεοαριστερών ρευμάτων και σχηματισμών όπως ο Συνασπισμός και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που κινούνται με τη στρατηγική κάποιου είδους «αντινεοφιλελεύθερου» μετώπου και καταλήγουν στην πράξη σε «κριτική» περιστροφή γύρω από την κατεστημένη Κεντροαριστερά.

Τα ρεύματα του ιδιότυπου κομμουνιστικού ρεφορμισμού αγκιστρώνονται στη λογική που λέει ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το τελευταίο και όχι το ανώτατο, στην εποχή του Λένιν, στάδιο του καπιταλισμού και ότι από εκεί και πέρα στην ουσία έχουμε μόνο εξελικτικές-ποσοτικές αλλαγές στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της ταξικής πάλης. Καταλήγουν στην άρνηση των νέων ποιοτικών δυνατοτήτων των εργατικών επαναστατικών τάσεων που γεννιούνται μέσα από τις αναπτυσσόμενες αντιφάσεις της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Δεν αναγνωρίζουν τις διαφορετικές ποιοτικές καμπές του εργατικού ταξικού αγώνα στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας, δεν εκτιμούν τον γενικότερο διαλεκτικό και όχι εξελικτικό χαρακτήρα της κοινωνικής πάλης· για αυτό αναζητούν επίμονα κάποια «στάδια» ποσοτικής συσσώρευσης συμμαχιών και ουσιαστικά νομής της εξουσίας με «μη μονοπωλιακά τμήματα της αστικής τάξης». Γεγονός που οδηγεί εντέλει στην ηγεμονία της ίδιας της αστικής τάξης επί του εργατικού κινήματος, στη νόθευση κάθε ανατρεπτικής επιλογής και μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Η «ανανεωτική» αντίληψη χώρων της αυτονομίας απολυτοποιεί τα ποιοτικά φαινόμενα της νέας εποχής –και μάλιστα ορισμένα από αυτά– για να τα τοποθετήσει έξω από την ιστορική συνέχεια των θεμελιωδών εκμεταλλευτικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού (ένα είδος πολιτικού φουτουρισμού), στη λογική της παγκοσμιοποιημένης «Αυτοκρατορίας» (Νέγκρι κ.α). Οδηγεί στην πολιτική των «νέων κοινωνικών κινημάτων», σε «κατακερματισμένα κινήματα χωρίς κίνημα», σε «πολιτικές χωρίς πολιτική», στον ακραίο υποκειμενισμό της «Πράξης», με μόνη προοπτική τη δημιουργία κάποιων αδιέξοδων «αντίβαρων» στην αστική εξουσία και όχι την κατάλυσή της.

Τέλος, το αναρχικό ρεύμα, εγκλωβισμένο στη λογική «έτσι ήταν, είναι και θα είναι ο καπιταλισμός», «ίδια είν’ τα αφεντικά, δεξιά και αριστερά», αποθεώνει πότε την τυφλή και πότε την ατομική βία, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς τακτική και στρατηγική, χωρίς συλλογική οργάνωση. Αρνείται με τους δικούς του τρόπους τον διαλεκτικό χαρακτήρα της ανάπτυξης των καπιταλιστικών αντιφάσεων και της ταξικής πάλης και οδηγείται σε μια ακινησία μέσω μιας άναρχης πολυκίνησης, ενισχύοντας στην ουσία το ρεφορμισμό και τα αδιέξοδα της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος.

 Στο πρώτο συνέδριο του ΝΑΡ, υποστηρίξαμε ότι ο διεθνής και, με σημαντικές καθυστερήσεις και ιδιομορφίες, ο ελληνικός καπιταλισμός, έχουν εισέλθει σε ένα καινούργιο ιστορικό στάδιο που το ονομάσαμε «Ολοκληρωτικό Καπιταλισμό».

Τεκμηριώσαμε αυτή την ανάλυση κυρίως στο έδαφος των ποιοτικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, στο βασικό πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων, που είναι οι σχέσεις εκμετάλλευσης, ο σφετερισμός της υπεραξίας. Προσεγγίσαμε αυτές τις αλλαγές σε σύγκριση με το προηγούμενο στάδιο, με βάση τους όρους και τις σχέσεις παραγωγής, τις παραγωγικές δυνάμεις μετασχηματισμού της φύσης, καθώς και τους τρόπους εκμετάλλευσης και ιδιοκτησίας της κοινωνικοποιημένης εργασίας, τις εξελίξεις στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, στο διεθνές σύστημα του καπιταλισμού, στο κράτος και στις μεταξύ τους σχέσεις –παράγοντες που περιέγραψε ο Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό» και έχουν πάρει σήμερα νέες μορφές.

Η προσπάθειά μας αυτή συνάντησε αρκετές ενστάσεις. Ορισμένες ήταν καλόπιστες και γόνιμες, ενώ άλλες ήταν μηδενιστικές και μη προωθητικές. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι κριτικές αριστερών αγωνιστών ή και συντρόφων του ΝΑΡ που τόνιζαν ότι ανάλογες θεωρητικές τομές απαιτούν εμπεριστατωμένη, επιστημονική στήριξη, ότι ζητήματα όπως για την ποιότητα της τομής και το χαρακτήρα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού δεν λύνονται μεμιάς με αποφάσεις συνεδρίων και παραμένουν ανοιχτά στο διάλογο και ότι η ανάλυσή μας, παρά τα προωθητικά της στοιχεία, είχε σοβαρές θεωρητικές και πολιτικές ανεπάρκειες ή μονομέρειες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν, κατά τη γνώμη μας, μηδενιστικές κριτικές από θέσεις θεωρητικής αυτάρκειας του ταξικά μεταλλαγμένου κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά και ρευμάτων που μας καταλόγισαν θεωρητική ταχυδακτυλουργία και πολιτικό μικρομεγαλισμό, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατό μια μικρή αριστερή οργάνωση, και μάλιστα σε μια περιφερειακή χώρα, «να βγάζει λαγούς από το καπέλο» ανακοινώνοντας καινούργια στάδια του καπιταλισμού. Η τελευταία αντίληψη διαψεύδεται από την ιστορία τόσο των επιστημονικών όσο και των κοινωνικών επαναστάσεων. Εξάλλου αν ίσχυε, θα έπρεπε να δεχτούμε ότι όλες οι κομμουνιστικής αναφοράς οργανώσεις οφείλουν να περιοριστούν σε τροχάδην σημειωτόν μέχρις ότου προκύψουν κάποιες μεγάλες τομές από ένα μαρξιστικό κίνημα των ονείρων μας, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα, στην Αμερική, τη Γαλλία ή τη Γερμανία.

 Το αβάσιμο αυτών των κριτικών ωστόσο δεν σημαίνει ότι η επεξεργασία μας δεν παρουσίασε σημαντικά θεωρητικά ελλείμματα και πολιτικές και πρακτικές στρεβλώσεις:

α) Σε μεγάλο βαθμό η ανάλυσή μας, επιχειρώντας να δώσει έμφαση στις σχέσεις εκμετάλλευσης, δεν είδε τον σύγχρονο καπιταλισμό από την ευρύτερη σκοπιά της ιστορίας του συστήματος. Έτσι, δεν αναδείχτηκαν τα τρία βασικά χαρακτηριστικά της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού και της διαφορετικής θέσης κάθε σταδίου του:

▪ Η ποιότητα και ο κοινωνικός, πολιτικός δυναμισμός της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

▪ Το επίπεδο της ιστορικής κρίσης και παροδικότητας της ατομικής ιδιοκτησίας

 και γενικότερα των πολιτικών σχέσεων της αστικής κυριαρχίας.

▪ Πάνω απ’ όλα, δεν αναδείχτηκε επαρκώς η ποιότητα ωρίμανσης των δυνάμεων της

 κομμουνιστικής υπέρβασης του συστήματος.

β) Οι επεξεργασίες μας για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό σε σύνδεση με πολιτικές και οργανωτικές πρακτικές μας (τις πιο ευάλωτες στα διάφορα μη επαναστατικά ρεύματα), άφηναν περιθώρια υποτίμησης του αντιδραστικού χαρακτήρα της σύγχρονης οικονομικής ανάπτυξης. Διατηρούσαν στοιχεία υπόκλισης στο κλίμα των αστικών αυταπατών για ένα νέο ιστορικό δυναμισμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου, που επικρατούσε στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Έτσι, υπερεκτιμήθηκε συχνά η στρατηγική και πολιτική υπεροχή του καπιταλισμού στη νέα εποχή.

γ) Οι επεξεργασίες μας δεν αναδείκνυαν με επάρκεια τις οξυμένες αντιφάσεις των νέων καπιταλιστικών μετασχηματισμών που κυοφορούν έναν ανώτερο κύκλο ιστορικής κρίσης του συστήματος και εκδήλωσης της επαναστατικής κομμουνιστικής αναγκαιότητας. Έτσι, με αφετηρία την εμπειρική προσαρμογή στους συσχετισμούς της σημερινής ιστορικής περιόδου:

▪ Υποτιμήθηκε ο επαναστατικός, βασικά, χαρακτήρας της νέας εποχής, με συνέπεια να αναπτυχθούν αντιλήψεις και πρακτικές που μετατρέπουν τη στρατηγική σε ρομαντική εμμονή και την τακτική σε κατακερματισμένες πολιτικές παρεμβάσεις στη συγκυρία. Έτσι οι επεξεργασίες του 1ου Συνεδρίου για τη στρατηγική και τον καθοριστικό ρόλο της κομμουνιστικής απελευθέρωσης μοιάζουν να μην πατούν στο έδαφος των ανώτερων δυνατοτήτων του σημερινού σταδίου και της αντίστοιχης εποχής.

▪ Υποτιμήθηκαν οι ανώτερες συνθήκες ωρίμανσης της κομμουνιστικής πλευράς της αντικαπιταλιστικής ανατροπής (που αποτελεί τη βασική διάκριση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού από το προηγούμενο στάδιο και προσδιορίζει την ιδιαίτερη ιστορική του θέση στη γενική καπιταλιστική εξέλιξη), με συνέπεια την υποτίμηση της ουσίας και της σημασίας του κομμουνιστικού περιεχομένου της στρατηγικής και της φυσιογνωμίας μας.

 Οπότε, οι επεξεργασίες μας έδιναν χώρο σε ρεύματα που ταύτιζαν τον κομμουνισμό με την ταξικά αλλοιωμένη καρικατούρα του, που αναζητούσαν να προσδώσουν έναν κινηματικό, μεταμοντέρνο, ανανεωτικό «απελευθερωτισμό» στη γενικότερη φυσιογνωμία του νέου εγχειρήματος, με γενικόλογες (προπαγανδιστικές κυρίως) αναφορές στην κομμουνιστική φιλολογία και «παράδοση».

δ) Επίσης, η προσπάθειά μας δεν ανέδειξε και δεν τεκμηρίωσε με επάρκεια τα ποιοτικά αναπτυγμένα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Έτσι, συνοδεύτηκε από τον ανεπαρκή διαχωρισμό ορισμένων πλευρών μας από τις λογικές περί «τέλους του ιμπεριαλισμού» και του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, καθώς και από τις νεορεφορμιστικές απόψεις γύρω από τη σύγχρονη καπιταλιστική διεθνοποίηση-«παγκοσμιοποίηση». Από εδώ και η αμηχανία, τα πολιτικά λάθη και οι απολυτότητες στη στάση μας απέναντι στον ΝΑΤΟϊκό πόλεμο στη Σερβία, που σε μεγάλο βαθμό διορθώθηκαν στη συνέχεια, αλλά όχι χωρίς απώλειες.

ε) Η μονομερής εστίαση στις νέες εργασιακές σχέσεις στην ανάλυσή μας κατέληγε στη σοβαρή υποτίμηση, μερικές φορές στα όρια του μηδενισμού, των δημοκρατικών και εθνικών προβλημάτων της σύγχρονης εποχής και του βαθύτερου ταξικού χαρακτήρα τους, στο όνομα της «ανάδειξης του γυμνού, καθαρού κοινωνικού προβλήματος». Η λογική αυτή, όσο κι αν φάνταζε «υπερεπαναστατική», στην πράξη μεταφραζόταν σε ένα είδος νεο-οικονομισμού, υποβαθμίζοντας το ρόλο της πολιτικής πάλης γενικά και ιδιαίτερα της πάλης για την εργατική εξουσία.

στ) Αυτή η «δεξιά» στρέβλωση του επαναστατικού προγράμματος συνοδευόταν από μια τάση άρνησης της δυνατότητας επιβολής, στις συνθήκες του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ριζικών αντικαπιταλιστικών κατακτήσεων που να κλονίζουν την καπιταλιστική κυριαρχία. Οδηγούσε έτσι σε μια γενική υποτίμηση της επαναστατικής τακτικής και τελικά στην καθήλωση του κινήματος σε μορφές γενικής διαμαρτυρίας (έστω και με «δυναμικές» μορφές πάλης) χωρίς πίστη και προοπτική νίκης.

2. Η ωρίμανση της θεμελιώδους αντίθεσης
και ο τρίτος γύρος του κομμουνισμού

Στο φως αυτών των εμπειριών, οφείλουμε να τοποθετήσουμε σε πιο σταθερές, θεωρητικές και πολιτικές βάσεις την ανάλυσή μας για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, διατηρώντας το γόνιμο, επαναστατικό φορτίο της. Και πάνω απ’ όλα το βασικό της συμπέρασμα, ότι η ποιοτική μετάλλαξη του καπιταλισμού απαιτεί μια αντίστροφη, ποιοτική τομή στη θεωρία και την πράξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Μια τομή αντίστοιχου ή και μεγαλύτερου βάθους με εκείνη που έφερε το ρεύμα του μπολσεβικισμού και των Σπαρτακιστών στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, απέναντι στον εκφυλισμό της μαρξιστικής Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Αυτό υποδηλώνει και ο όρος για «τρίτο γύρο του κομμουνισμού».

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο διεθνής καπιταλισμός μπήκε σε ένα «μακρύ κύμα» ύφεσης, που τερμάτισε τις «τρεις ένδοξες δεκαετίες» του μεταπολεμικού, «κοινωνικού» καπιταλισμού και πυροδότησε μεγάλης κλίμακας, αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, κάτω από τη σημαία του Ριγκανισμού-Θατσερισμού. Αυτές οι αναδιαρθρώσεις απέτυχαν, μέχρι στιγμής, να βγάλουν το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης, της εντεινόμενης αστάθειας και των αλλεπάλληλων κρισιακών φαινομένων: Το μέσο ποσοστό οικονομικής μεγέθυνσης στο σύνολο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ, τυπικά γύρω στο 5-6% τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, έπεσε στα όρια του 3% τη δεκαετία του ’70, για να μείνει σ’ αυτό το επίπεδο στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και στο πρώτο μισό της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Επιπλέον, η όποια ανάπτυξη (ιδίως στις ΗΠΑ, που προβάλλουν σήμερα ως το πιο ελκυστικό μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης) είναι ολοένα και περισσότερο ασταθής, με ορατά τα σπέρματα των μελλοντικών μεγάλων κρίσεων. Τυπική ένδειξη είναι η γενικευμένη υπερχρέωση, από το επίπεδο των ατομικών νοικοκυριών, μέχρι το επίπεδο των εθνικών κρατών, που λίγο-πολύ κάνουν το ίδιο: Η αναλογία χρεών/ΑΕΠ στο σύνολο του ΟΟΣΑ έφτασε, από το 20% του 1980 στο 48%, το 1998, ενώ στο επίπεδο του G-7, η εξέλιξη, την ίδια περίοδο, ήταν από 42% σε 72%.

 Στοιχείο εκρηκτικής, στα όρια της πολιτικής σχιζοφρένειας, αστάθειας του παγκόσμιου συστήματος είναι επίσης η αυξανόμενη οικονομική εξάρτηση των ΗΠΑ, της μόνης στρατιωτικής υπερδύναμης του πλανήτη, από την… Κίνα, έναν από τους βασικούς δυνάμει γεωστρατηγικούς αντιπάλους της, στο πλαίσιο ενός αλλόκοτου και μη βιώσιμου μακροπρόθεσμα καταμερισμού εργασίας: Η Κίνα μετατρέπεται στο μεγάλο «εργαστήριο του κόσμου» και η Αμερική στην τεράστια, παρασιτική «πλανητική αγορά» υπερχρεωμένων καταναλωτών. Η Κίνα συντηρεί το δολάριο και καλύπτει τα αστρονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ, ώστε να συνεχίζει να πουλάει το τεράστιο βιομηχανικό της πλεόνασμα στην Αμερική. Ακραία παρασιτικές εκδηλώσεις της τεράστιας κρίσης υπερσυσσώρευσης του παγκόσμιου συστήματος.

Η αποτυχία των αναδιαρθρώσεων να εξασφαλίσουν μια μακροπρόθεσμη, σταθερή ανάπτυξη, είναι εντυπωσιακή αν ληφθούν υπόψη οι τεράστιες εφεδρείες που απέκτησε (και γρήγορα κατασπατάλησε) το παγκόσμιο σύστημα μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την ενσωμάτωση της Κίνας και της Ινδίας στο παγκόσμιο σύστημα. Αλλά και η τεράστια λεία από την «πειρατεία» του κεφαλαίου σε βάρος της παγκόσμιας εργατικής τάξης, με την κοινωνική οπισθοδρόμηση που συντελέστηκε αυτές τις τρεις δεκαετίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πραγματικός μέσος ωριαίος μισθός στις ΗΠΑ (σε αποπληθωρισμένες τιμές) έπεσε, από τα 9,6 δολάρια που ήταν το 1968, σε 8,7 δολάρια, στο τέλος του εικοστού αιώνα. Στην ίδια περίοδο, το ποσοστό των φτωχών αυξήθηκε από 25% σε 36% του πληθυσμού. Παρά τη σχετική αναποτελεσματικότητά τους, από τη σκοπιά της υπέρβασης της ύφεσης, οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις αποτέλεσαν, ωστόσο, τις «ωδίνες τοκετού» του νέου ιστορικού σταδίου στην εξέλιξη του καπιταλισμού, που προβάλλει σε σχετικά ολοκληρωμένη μορφή από τις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Η διαρκής κινητήρια δύναμη που ωθεί την ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού προς ανώτερες καμπές και νέες αντιφάσεις, είναι η ωρίμανση της θεμελιώδους, εσωτερικής του αντίθεσης, η οποία διαποτίζει όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας: Από τη μια η πάντα αντιφατική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (πρώτα απ’ όλα της κοινωνικοποιημένης εργασίας) και των αντίστοιχων ιστορικών αναγκών της κοινωνίας. Και από την άλλη, τα «στενά» και οπισθοδρομικά όρια της ατομικής ιδιοκτησίας, των εκμεταλλευτικών, παραγωγικών σχέσεων.

Η αντίθεση αυτή φτάνει σε βαθμό ιστορικού παροξυσμού με την έλευση της Πληροφορικής, της τέταρτης οικουμενικής τεχνολογικής επανάστασης (μετά την αγροτική, που σημάδεψε το τέλος της νομαδικής ζωής, μετά τη βιομηχανική επανάσταση της ατμομηχανής, που σημάδεψε το πέρασμα από τον εμβρυακό-εμπορικό στον ώριμο-βιομηχανικό καπιταλισμό και μετά τον εξηλεκτρισμό, που έθεσε τα θεμέλια για το πέρασμα στο μονοπωλιακό στάδιο). Παράλληλα, η Πληροφορική επιτάχυνε την υπό εξέλιξη επανάσταση της Γενετικής και της Μοριακής Βιολογίας.

Αυτή η δίδυμη επανάσταση στις παραγωγικές δυνάμεις, σε συνδυασμό με τις καθηλωτικές παραγωγικές σχέσεις, ναρκοθετεί τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: Στην ουσία δημιουργεί τις υλικές προϋποθέσεις ώστε ο εργάτης-δημιουργός να δουλεύει λίγο, να παράγει τόσα προϊόντα όσα χρειάζεται και σε καλή ποιότητα, να αμείβεται τελικά με βάση τις ανάγκες του, να μετατρέπει τον ελεύθερο χρόνο του σε μέτρο του ανθρώπινου πλούτου, ως φυσική συνέχεια μιας μη αποξενωτικής και μη αλλοτριωμένης εργασίας.

Όμως, οι νέες δυνατότητες αποφασιστικής μείωσης του χρόνου εργασίας συγκρούονται με τη γενική τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, με τη θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού:

▪ Όσο βαθαίνει ποιοτικά η εκμετάλλευση, τόσο μειώνεται η «απόδοσή» της. Όσο μεγαλώνει η παραγωγικότητα της εργασίας (επομένως, και η απόσπαση υπεραξίας), τόσο οξύνεται η κρίση πραγματοποίησης της υπεραξίας, δηλαδή μετατροπής της σε κέρδος. Έτσι, υπονομεύεται η ίδια η εκμετάλλευση και οι μορφές της. Το πιο άμεσο και κραυγαλέο αποτέλεσμα αυτού του παροξυσμού, είναι το γεγονός ότι οι μισοί εργαζόμενοι είναι άνεργοι ή τρέχουν σε δουλειές του ποδαριού ενώ οι άλλοι μισοί κάνουν δυο και τρεις δουλειές.

▪ Η ισχυρή ώθηση προς την κοινωνικοποίηση-διεθνοποίηση της παραγωγής στην εποχή των Δικτύων, συγκρούεται με την ατομική ιδιοποίησή της από το Κεφάλαιο.

▪ Οι ασύλληπτες μέχρι χθες έννοιες της κοινωνικοποίησης της γνώσης και της πνευματικής-καλλιτεχνικής παραγωγής, έρχονται σε αντίθεση με τη λυσσαλέα προσπάθεια του Κεφαλαίου να περιφρουρήσει τα «δικαιώματά του» (από εδώ και η παγκόσμια «κρίση της ψηφιακής πειρατείας» μέσω Ιντερνετ).

▪ Οι ανώτερες δυνατότητες εργατικού-πανκοινωνικού ελέγχου συγκρούονται με τη μάχη οπισθοφυλακών του Κεφαλαίου για τη διατήρηση του διευθυντικού προνομίου και τον καταπιεστικό έλεγχο-παρακολούθηση της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας.

▪ Διαψεύδοντας τις αστικές, τεχνοκρατικές διαδόσεις, η ιδιοποίηση της Επιστήμης από το Κεφάλαιο οδηγεί σε μια τρομακτική κρίση τη σχέση ανθρώπου-Φύσης υποσκάπτοντας και την ίδια τη λειτουργία της επιστήμης, φέρνει απίστευτες μορφές υποδούλωσης της εργασίας.

▪ Στην εποχή της αποκωδικοποίησης του DNA, ακόμη και η παράταση της ανθρώπινης ζωής καταλήγει να θεωρείται «ωρολογιακή βόμβα για τα ασφαλιστικά ταμεία»!

▪ Στην εποχή που ο κόσμος παράγει υπερδιπλάσια τρόφιμα από αυτά που απαιτούνται για να τραφεί ικανοποιητικά όλος ο πλανήτης, οι αγρότες της Δύσης θάβουν τα προϊόντα τους. Και οι Τέσσερις Ιππότες της Αποκάλυψης (η πείνα, η δίψα, το AIDS και ο πόλεμος) επελαύνουν στον μη «αναπτυγμένο» Κόσμο, ενώ στο βιομηχανικό Βορρά οι διοξινούχες κότες και οι τρελές αγελάδες «τρώνε» τους ανθρώπους.

Οι πρωτόγνωρες δυνατότητες και οι εκρηκτικές αντιθέσεις σημαίνουν τελικά ότι ο σημερινός καπιταλισμός, σε σύγκριση και σχετική αντίθεση με τα προηγούμενα στάδια της ανάπτυξής του, δεν έχει και δεν μπορεί να έχει στρατηγική, δηλαδή, μακροπρόθεσμη απάντηση αναπροσαρμογής στις νέες δυνατότητες της Επιστήμης και ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, στις νέες ανάγκες του κοινωνικού πολιτισμού, στις απαιτήσεις της σύγχρονης εργασίας. Μόνο η επαναστατική δυναμική της εργατικής τάξης μπορεί να ανταποκριθεί στις δυνατότητες του κοινωνικού πολιτισμού και στις απαιτήσεις για τη λύση των οξύτατων αντιθέσεων και προβλημάτων στον ορίζοντα της Αντικαπιταλιστικής Επανάστασης και του κομμουνιστικού μετασχηματισμού. Αυτή είναι και η «υλική-αντικειμενική» βάση υπεροχής των τάσεων της επαναστατικής, κομμουνιστικής χειραφέτησης απέναντι στις τάσεις διαιώνισης του καπιταλισμού.

Η αστική τάξη, όπως η αριστοκρατία της ύστερης φεουδαρχίας, ποιοτικά όμως διαφορετικά, δεν έχει και δεν μπορεί να έχει θετική πρόταση για την εποχή μας. Οι αλλεπάλληλες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις (σε μεγάλο βαθμό ατελέσφορες, γι’ αυτό και αλλεπάλληλες) αποτελούν «τακτικές» απαντήσεις, μια εναγώνια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο, να απωθήσει λίγο μακρύτερα το μέλλον.

Στην εποχή μας ισχύει όσο ποτέ άλλοτε η θέση του Μαρξ ότι η αστική τάξη, πέρα από εμπορεύματα, «παράγει πρώτα απ’ όλα τους νεκροθάφτες της». Είναι οι ασύγκριτες απελευθερωτικές ιδιότητες των νέων τεχνολογιών και των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, μέσα από τον ακραία αντιφατικό χαρακτήρα τους και την όξυνση της αντίθεσής τους με τις παραγωγικές σχέσεις. Και πάνω απ’ όλα είναι η δυναμική διαμόρφωσης μιας νέας, ποσοτικά και ποιοτικά αναπτυγμένης όσο ποτέ, κοινωνικοποιημένης, διεθνοποιημένης και επιστημονικά συγκροτημένης γενιάς της μισθωτής εργασίας. Αυτά τα δυο στοιχεία είναι η πρωταρχική υλική βάση για μια νέα, ποιοτικά ανώτερη από το παρελθόν επαναστατική απόπειρα στον 21ο αιώνα. Χωρίς αυτό το θεμέλιο, ο κομμουνισμός θα ήταν κάτι σαν χιλιαστική πίστη και όχι πραγματική δυνατότητα που επωάζεται με στρεβλωμένο τρόπο μέσα στους κόλπους της παλιάς κοινωνίας.

 Ο αστικός οικονομισμός-τεχνοκρατισμός εκφράζει, στο σημερινό στάδιο, την υστερική επιδίωξη ενός γερασμένου συστήματος να στραγγίξει και την τελευταία σταγόνα για την άνοδο της κερδοφορίας του, με τη βοήθεια των νεότατων τεχνολογικών και επιστημονικών ανακαλύψεων. Αυτό όμως που μπορεί να γίνει στην κλίμακα του μεμονωμένου καπιταλιστή (ο οποίος βρίσκει διαρκώς ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα με το σφετερισμό των επιστημονικών καινοτομιών), γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο στην κλίμακα του συλλογικού-εθνικού και ακόμη περισσότερο του παγκόσμιου καπιταλιστή. Έτσι, πλάι στις παραδοσιακές χωματερές αγροτικών προϊόντων, προστίθενται καθημερινά «χωματερές» επιστημονικών ανακαλύψεων που «θάβονται» γιατί συγκρούονται με την κερδοφορία του κεφαλαίου, παρότι θα μπορούσαν να καλύψουν σημαντικές κοινωνικές ανάγκες. Οι ογκώδεις επενδύσεις που αναγκάζεται να αφιερώνει το πολυεθνικό κεφάλαιο στην έρευνα ζητούν γρήγορη απόσβεση. Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μειώνει γρήγορα το χρόνο περιστροφής του Κεφαλαίου και απαιτεί διαρκώς νέα καταναλωτικά προϊόντα με μικρότερο χρόνο ζωής, που θα αντικατασταθούν γρήγορα από μια καινούργια γενιά, με στόχο την αφαίμαξη (και την υπερχρέωση) των εργαζομένων.

Ωστόσο, η απάντηση στον αστικό οικονομισμό-τεχνοκρατισμό δεν είναι η υποτίμηση των αντιφατικών κατακτήσεων της ανθρώπινης, πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και της ταξικής πάλης που τις διαμορφώνει. Απάντηση δεν είναι η μικροαστική τεχνοφοβία και η αμυντική οικολογική ευαισθησία. Είναι η πάλη για ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής και της Επιστήμης από την εργατική τάξη, ο ριζικός μετασχηματισμός τους στην υπηρεσία των πανανθρώπινων αναγκών.

Από αυτή τη σκοπιά, τα ρεύματα της μικροαστικής τεχνοφοβίας και της αμυντικής Οικολογίας, όταν στο όνομα της αμφισβήτησης των αστικών ιδεολογημάτων της «ανάπτυξης» αρνούνται το ρόλο των παραγωγικών δυνάμεων και τη σύγκρουσή τους με τις παραγωγικές σχέσεις, ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, αρνούνται αντικειμενικά τον πρωτοπόρο επαναστατικό ρόλο της ίδιας της εργατικής τάξης στην εποχή μας. Αντανακλούν τον ατομικιστικό ριζοσπαστισμό του «ενδιάμεσου» ή μικροαστού διανοούμενου, που αγανακτεί για την υποδούλωση της επιστήμης και της τεχνικής (ουσιαστικά για την υποδούλωση του ίδιου) από το Κεφάλαιο και προσπαθεί να δραπετεύσει από τον «χυδαίο» κόσμο της οικονομίας, της εργασίας, της παραγωγής προς μια ιδεατή «ελευθεριακή» κοινωνία.

Πρόκειται για μια πολύ παλιά τάση ανήμπορης αμφισβήτησης, που επανέρχεται σταθερά στην Ιστορία της ανθρωπότητας σε εποχές απότομων κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών οι οποίες προκαλούν δέος για το μέλλον – από τη Γαλλία του Ρουσό και τη Βρετανία του Μπλέικ μέχρι τους χίπις της δεκαετίας του ’60 και μερίδα των Πρασίνων της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Ωστόσο οι τάσεις αυτές, με την προϋπόθεση της προγραμματικής και πολιτιστικής αυτοτέλειας και επάρκειας της εργατικής πολιτικής, μπορούν να αξιοποιηθούν από το σύγχρονο ταξικό κίνημα, να μετασχηματιστούν με νέους όρους και δυνατότητες και να αποκτήσουν ουσιαστική αντικαπιταλιστική δυναμική.

3. Η δεύτερη, ιστορική κρίση του καπιταλισμού
και το «παγκόσμιο» αστυνομικό κράτος

Η αντιδραστική ανάπτυξη του ολοκληρωτικού καπιταλισμού αποτελεί την εξαμβλωματική προσπάθεια απάντησης του κεφαλαίου στην αναπόφευκτη κρισιακή δοκιμασία του παγκόσμιου συστήματος. Όταν μιλάμε για κρίση δεν εννοούμε, βέβαια, τον (ούτως ή άλλως δεδομένο) αντι-ουμανιστικό χαρακτήρα της ανάπτυξής του, αλλά την εξάντληση της ικανότητάς του να αναπαράγεται με τον παλιό τρόπο. Και το βασικό από αυτή την άποψη είναι η διευρυμένη οικονομική, κοινωνική και πολιτική αναπαραγωγή του Κεφαλαίου, που αποτελεί την αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την επιβίωση του συστήματος, όπου η απόσπαση υπεραξίας είναι το βασικό «καύσιμο» του κινητήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

▪ Στο πρώτο στάδιο του νεαρού βιομηχανικού καπιταλισμού που ανέλυσε ο Μαρξ, η αστική τάξη μάχεται κυρίως για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις της διευρυμένης αναπαραγωγής μέσα από την ανηλεή υπερεκμετάλλευση της νεαρής, αδύναμης εργατικής τάξης, σε διαρκή αναμέτρηση με τα κατάλοιπα των παλιών, φεουδαρχικών σχέσεων.

▪ Στο δεύτερο στάδιο, αυτό του μονοπωλιακού καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού, που ανέλυσε ο Λένιν (και ο Μπουχάριν, η Λούξεμπουργκ κ.α.), η διευρυμένη αναπαραγωγή εξασφαλίζεται με την ποιοτική επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων τόσο στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών όσο και σε παγκόσμια κλίμακα, στην καθυστερημένη «περιφέρεια» (η αποικιοκρατία και οι πόλεμοι παίζουν εδώ αποφασιστικό ρόλο), υποτάσσοντας στο Κεφάλαιο τη μικρή παραγωγή, την αγροτική οικονομία, το εμπόριο, τις υπηρεσίες, σταδιακά όλες τις μορφές οικονομικής δραστηριότητας. Είναι ένα στάδιο «ωριμότητας» του παγκόσμιου συστήματος, αλλά με συγκέντρωση των στοιχείων της πρώτης ιστορικής κρίσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του αντίστοιχου επαναστατικού κλονισμού της αστικής κυριαρχίας και εξουσίας.

▪ Στο σημερινό στάδιο, οι καπιταλιστικές σχέσεις επικρατούν «ολοκληρωτικά» τόσο στο εσωτερικό των αναπτυγμένων οικονομιών όσο και σε παγκόσμια κλίμακα –ιδιαίτερα μετά την οριστική κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την καπιταλιστική πορεία της Κίνας. Εξαπλώνονται βαθύτερα στην αγροτική οικονομία, στο εμπόριο, στη μικρή παραγωγή, στην Παιδεία, στην Υγεία, γενικά στη σφαίρα της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Το κεφάλαιο εκτινάσσεται σε νέα πεδία δράσης: στην παραγωγή αναγκών, στην αξιοποίηση-ιδιοποίηση της γνώσης και των βαθύτερων εσωτερικών συναφειών του φυσικού κόσμου (στο διάστημα και στον «μικρόκοσμο»). Γενικότερα, αξιοποιεί την επέκταση μιας στρεβλωμένης «τεχνητής φύσης» σε βάρος του εργαζόμενου ανθρώπου, σε βάρος της απελευθερωτικής σχέσης της κοινωνίας με τη φύση. Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία που υποδηλώνει ο όρος «ολοκληρωτικός καπιταλισμός».

Ωστόσο, η κύρια, η ποιοτική διαφορά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού σε σχέση με τα άλλα στάδια είναι ότι ο επιθετικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης κορυφώνεται σε τέτοιο σημείο «κορεσμού» των θεμελιωδών αντιφάσεών του, ώστε να εξαντλούνται σε μεγάλο βαθμό οι εφεδρείες του συστήματος για την τροφοδότηση της διευρυμένης αναπαραγωγής του.

 Ασφαλώς, το κεφάλαιο θα επιχειρήσει νέες τομές για τη συντήρηση της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Ήδη, οι αστοί κάνουν σχέδια για την κυρίως βιολογική παραγωγή, στρέφονται ξανά και ξανά στην πολεμική βιομηχανία του διαστήματος και στη βιομηχανία της διαρκούς αστυνόμευσης όλων των σχέσεων επικοινωνίας· προετοιμάζουν νέες εξορμήσεις της βιομηχανίας της προσωπικής ζωής και των ειδών πολυτελείας για τους κατέχοντες. Όλα αυτά όμως, κατά τη γνώμη μας, συναντούν ένα ιστορικό φράγμα ανώτερο από ποτέ. Ο ύστερος καπιταλισμός της εποχής μας είναι αναγκασμένος να καταφεύγει τελικά στο «μονόδρομο» μιας οριστικής ανάλωσης του ανθρώπου και της φύσης.

Η εξάντληση των ιστορικών περιθωρίων της διευρυμένης αναπαραγωγής, αναγκάζει τον σημερινό καπιταλισμό να επιστρέφει διαρκώς σε μορφές βίαιου σφετερισμού της εργασίας ωθώντας την εργατική δύναμη κάτω από τα ιστορικά-ζωτικά όρια της αξίας της, συχνά κάτω και από τα ιστορικά-ζωτικά όρια προηγούμενων ιστορικών περιόδων και εποχών. Εντελώς σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι για μεγάλο διάστημα ο παγκόσμιος καπιταλισμός τρεφόταν βασικά από την ποιοτική ένταση της σχετικής εξαθλίωσης και της ιστορικής «φθοράς» της εργατικής τάξης. Παράλληλα «καταβρόχθιζε» την Επιστήμη, την αγροτιά, τη μικρή ιδιοκτησία, τις καπιταλιστικά παρθένες χώρες. Σήμερα, προκειμένου να επιβιώσει, αναγκάζεται να «καταστρέψει» την ίδια την πηγή των κερδών του, τον εργαζόμενο άνθρωπο, με την πρωτοφανή βιολογική και ηθική εξόντωση της εργατικής δύναμης, με τη μαζική, δομική ανεργία, τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τα νέα τείχη της πολιτιστικής υποδούλωσης. Συνάμα, όλο και πιο συχνά, αποδρά από την υλική και ιστορική πραγματικότητα για να επιστρέψει στα σκοταδιστικά, μεταφυσικά οράματα, στη νεκρόφιλη επαγγελία ενός «άλλου κόσμου», της κατάθεσης των ψυχών και της ατομικής σωτηρίας – σύμφωνα με το πρότυπο της κατακερματισμένης εργασίας. Η σύγχρονη βιομηχανία των χημικών ουσιών και των ναρκωτικών αποτελεί μόνο το αγοραίο, και όσο γίνεται κερδοφόρο, είδωλο αυτού του κόσμου.

Με δυο λόγια, ο σύγχρονος καπιταλισμός προβάλλει ως ένα είδος «ανθρωποφάγου» καπιταλισμού, που καταλήγει να τρέφεται από τις ίδιες του τις σάρκες, σαν τα γερασμένα μαλάκια που έχοντας εξαντλήσει το περιβάλλον τους και εξαντληθεί τα ίδια, επιβιώνουν τρώγοντας τα ίδια τους τα πλοκάμια. Αυτό είναι το πιο βασικό, το πιο ουσιαστικό στοιχείο που υποδηλώνει ο όρος «ολοκληρωτικός καπιταλισμός».

Η τάση ιστορικής εξάντλησης της διευρυμένης αναπαραγωγής του συστήματος έχει προφανείς συνέπειες και στο εργατικό λαϊκό κίνημα: Στα κινήματα των σχετικά πιο αναπτυγμένων χωρών, η αντικαπιταλιστική ενότητα της εργατικής τάξης, που είναι μαζικότερη από παλιά αλλά κατακερματισμένη, αποκτά το προβάδισμα έναντι των κοινωνικών συμμαχιών της. Επίσης, ο ρόλος των νέων μισθωτών μεσαίων στρωμάτων αναβαθμίζεται έναντι της παραδοσιακής εργατο-αγροτικής συμμαχίας. Και στα εργατικά, δημοκρατικά, εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα της «περιφέρειας», προκύπτουν νέες δυσκολίες από τη στενή διαπλοκή των δικών τους αστικών τάξεων με το παγκόσμιο σύστημα, αλλά και μεγαλύτερες δυνατότητες εργατικής ηγεμονίας στο ευρύτερο αντιιμπεριαλιστικό μπλοκ.

Η ραγδαία αναπτυσσόμενη παγκόσμια οικολογική κρίση συνδυάζεται με την κρίση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η καπιταλιστική παραγωγή έχει την τάση να σπαταλά τους φυσικούς πόρους και το περιβάλλον που δεν αποτελούν άμεσα κεφάλαιο (ατμόσφαιρα, κλίμα, θάλασσες, οικολογική ποικιλία, κλπ.) Διαρπάζει τον πλούτο της φύσης που είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή της ζωής και τη βελτίωση των φυσικών και ιστορικών ορίων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Αυτή η λεηλασία, με πυρήνα την απόπειρα εξαρχής αναδημιουργίας του φυσικού κόσμου, ώστε να έχει «εγγεγραμμένα» στο DNA του τα εκμεταλλευτικά χαρακτηριστικά του συστήματος, έχει πάρει σήμερα πρωτοφανείς διαστάσεις, έτσι που το ζήτημα της επιβίωσης του πλανήτη και της προστασίας του περιβάλλοντος γίνεται καθοριστικό στην τακτική και στρατηγική των εργατικών διεκδικήσεων. Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα είναι ένα ορατό παράδειγμα αυτής της τάσης. Μόνο η παραπέρα καπιταλιστική ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας καθιστά, με ορίζοντα είκοσι έως πενήντα χρόνων, τον «υπαρκτό καπιταλισμό» της εποχής μας ασύμβατο με την ίδια την επιβίωση του πλανήτη.

Στην κορυφή αυτής της διαδικασίας βρίσκεται και η τάση για τη δημιουργία των ίδιων των έμβιων όντων και τελικά του ανθρώπου. Μια τάση προσανατολισμένη στη σωτηρία της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της διευρυμένης αναπαραγωγής, στην αντιμετώπιση των ιστορικών ορίων εξάντλησης του συστήματος. Η καταγραφή του ανθρώπινου γονιδιώματος, η κατοχύρωση πατεντών και ιδιοκτησίας και τελικά η σχεδιασμένη αναπαραγωγή της ζωής μάς παραπέμπουν σε έναν κόσμο, όπου μετά την ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο θα έχουμε την ουσιαστική υπαγωγή της συνολικής ύπαρξης του ανθρώπινου όντος και της φύσης στις προτεραιότητες και τις ανάγκες του κεφαλαίου. Γεγονός που αποτελεί ειδοποιό διαφορά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού σε σχέση με τις άλλες εποχές.

Η ορμητική είσοδος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στη γεωργία έχει δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα παραγωγής και την αναγκαία κατανάλωση αγαθών: Εκτός από τη συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια, το βίαιο ξεκλήρισμα της αγροτιάς και την ταξική διαφοροποίηση στο εσωτερικό των αγροτών που απομένουν, υποτάσσεται η έρευνα και η εφαρμογή στο Θεό κέρδος, ενώ το κεφάλαιο των πολυεθνικών-πολυκλαδικών γιγάντων κυριαρχεί ολοκληρωτικά στους τομείς γεωργικών εφοδίων, τροφίμων, φυτοφαρμάκων, γεωργικών πρώτων υλών. Οδηγούν έτσι σε ένα γενικότερο αντιδραστικό μετασχηματισμό της σχέσης ανάμεσα στη βιολογική και την κοινωνική σφαίρα, ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, οδηγούν στην ποιοτική υποτίμηση και απαξίωση της εργατικής δύναμης.

Προϊόν της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού και προσπάθεια υπέρβασής της, ταυτόχρονα, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός αποτελεί, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής οργάνωσης, εκτρωματικό υβρίδιο των πιο σύγχρονων και των πιο παλιών μορφών επιβολής. Στην οικονομία, είναι αναγκασμένος να συνδυάζει τις τεχνολογικά υπερσύγχρονες μορφές άντλησης σχετικής υπεραξίας (με κινητήρια δύναμη τις νέες τεχνολογίες της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας) με τις πιο βάρβαρες μορφές άντλησης απόλυτης υπεραξίας. Στο πολιτικό εποικοδόμημα, συνδυάζει τη φαντασιακή «συμμετοχική Δημοκρατία» και τις εκλεπτυσμένες μορφές χειραγώγησης μέσω των ΜΜΕ, με τη νέα απολυταρχία των τρομονόμων, των ΜΑΤ, ακόμη και των βασανιστηρίων τύπου Γκουαντάναμο και Αμπού Γκραΐμπ. Στη διεθνή πολιτική, συνδυάζει τους σύγχρονους υπερεθνικούς «δημοκρατικούς» θεσμούς, τύπου ΕΕ και τις «βελούδινες επαναστάσεις» τύπου Σερβίας, Γεωργίας και Ουκρανίας με την ωμή νεοαποικιοκρατία, την κατοχή και την εθνική καταπίεση. Στο πεδίο του πολιτισμού και των ιδεών, συνδυάζει το «μεταμοντέρνο» νεοθετικισμό-αγνωστικισμό με τις πιο ανορθολογικές, μεσαιωνικού τύπου, φονταμενταλιστικές τάσεις, σαν τη Χριστιανική Δεξιά του Μπους και το κατοπτρικό της είδωλο, την ισλαμική Τζιχάντ του Λάντεν. Αυτός ο συνδυασμός του πιο «νέου-εκλεπτυσμένου» με το πιο «παλιό-βάρβαρο» οδηγεί σε ένα ιστορικά ανέκδοτο είδος «καπιταλιστικής απολυταρχίας» της ηλεκτρονικής εποχής.

Η ιστορική κρίση της σοσιαλδημοκρατίας και του μαχητικού ρεφορμισμού αποτελεί ουσιαστικό υποπροϊόν αυτής της «γονιδιακής» μετάλλαξης του συστήματος (μιλάμε για «ιστορική» και όχι για «άμεση-πολιτική» κρίση). Τα ρεύματα αυτά εξαπλώθηκαν στη διάρκεια του μονοπωλιακού-ιμπεριαλιστικού σταδίου, στη βάση της υλικής δυνατότητας για αντιστροφή της τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους σε σχετικά μακρόχρονα διαστήματα, της αξιοποίησης των μονοπωλιακών υπερκερδών. Κυρίως αναπτύχθηκαν στη βάση μιας σειράς αστικών και «αστικο-εργατικών» μεταρρυθμίσεων, πάντα κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης και κυρίως, υπό την πίεση του επαναστατικού ρεύματος. Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών αλλαγών ήταν η ένταση της σχετικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης, η οποία όμως είχε τα περιθώρια ακόμα να «ρυθμίζεται», να «παρακολουθεί» και να «υπολογίζει» σχετικά τα όρια της αξίας της εργατικής δύναμης, τουλάχιστον στις πιο κρίσιμες ζώνες «ανάπτυξης» του καπιταλισμού και της ίδιας της εργατικής τάξης.

Ο σημερινός καπιταλισμός, με την εκτίναξη της εκμετάλλευσης και με την αντίστοιχη δομική κρίση της, με την εκτίναξη του μονοπωλιακού υπερκέρδους και με την αντίστοιχη δομική κρίση του, πριονίζει μακροπρόθεσμα το κλαδί των διάφορων παραλλαγών του οπορτουνισμού-ρεφορμισμού, ιδιαίτερα στις κρίσιμες ζώνες της σύγχρονης «ανάπτυξης» του καπιταλισμού και της εργατικής τάξης. Έτσι, απομένουν ανοιχτές δύο ιστορικές δυνατότητες: Ή προσαρμογή στο μοντέλο των ατομικών λύσεων, σε ένα ριάλιτι-σόου τύπου Survivor όπου ο καθένας μάχεται για την επιβίωσή του εναντίον όλων (αυτή είναι η ουσία του «Τρίτου Δρόμου» της μεταλλαγμένης σοσιαλδημοκρατίας). Ή επιστροφή στο μέλλον της συλλογικής επαναστατικής προσπάθειας, που είναι ο μόνος πραγματικά ρεαλιστικός δρόμος για την αποτροπή μιας χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία, διαρκούς και μόνιμης «καταστροφής» της εργατικής δύναμης, του ίδιου του ανθρώπινου πολιτισμού.

Γιατί η κρίση της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής σε συνδυασμό με την καταστροφικά αναπτυσσόμενη, παγκόσμια οικολογική κρίση οδηγεί τον παγκόσμιο καπιταλισμό όχι απλώς προς κυκλικές ή διαρθρωτικές κρίσεις, αλλά σε έναν ανώτερο κύκλο ιστορικής κρίσης που αγγίζει πιο άμεσα τον ίδιο τον σκληρό πυρήνα του (η πρώτη ποιοτική καμπή της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, εμφανίστηκε στην εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Οκτωβριανής Επανάστασης και δεν έγινε δυνατό να ξεπεραστεί παρά μόνο μετά από ένα παγκόσμιο κραχ, δύο παγκοσμίους πολέμους και μια πρωτοφανή στην ιστορία της ανθρωπότητας καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων).

Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία για τη ροπή προς μια διαρκή, πολύμορφη τρομοκρατία του Κεφαλαίου, για την τάση της νεοφιλελεύθερης «παγκοσμιοποίησης» να μετατραπεί σε νέου τύπου «ολοκληρωτισμό», σε ένα εθνικό και «παγκόσμιο» σύστημα αστυνομικού κράτους, κάτω από τη σημαία της πάλης εναντίον της τρομοκρατίας, της εγκληματικότητας και της μετανάστευσης. Η τάση αυτή εξελίσσεται παράλληλα σε όλα τα επίπεδα: Στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής, με την προσπάθεια των ΗΠΑ να αναγορευτούν στο σιδηρόφρακτο «κράτος-οδηγό της παγκοσμιοποίησης», επιβάλλοντας ένα είδος πλανητικού απαρτχάιντ. Στο εσωτερικό των δυτικών χωρών, με τους τρομονόμους, τη γενικευμένη παρακολούθηση, τους «προληπτικούς πολέμους» εναντίον ακόμη και της στοιχειώδους, συνδικαλιστικής δράσης, που φτάνει μέχρι και στην επανενεργοποίηση του συνδικαλιστικού τμήματος της Ασφάλειας, όπως γινόταν στα πέτρινα μετεμφυλιακά χρόνια. Αλλά και στο βασικό πεδίο της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, με την επιβολή ενός είδους «βιομηχανικού φεουδαρχισμού-ηλεκτρονικού Τεϊλορισμού», μεταφέροντας συχνά ακραία απολυταρχικές συνθήκες εργασίας, σαν κι αυτές που συναντάμε στις «μακιλαδόρας» του Μεξικού ή στα εργοστάσια-κολαστήρια της Κίνας, μέσα στην καρδιά των δυτικών μητροπόλεων.

Κατά κάποιον τρόπο, ο νεοφιλελευθερισμός, αυτή η «Οικονομική Ορθοδοξία» του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, μοιάζει με το φίδι που δαγκώνει την ουρά του: Ξεκίνησε την επέλασή του πάνω στα τανκς του Αουγκούστο Πινοτσέτ, στην άλλη, ξεχασμένη 11η Σεπτεμβρίου του 1973, και καταλήγει σε ένα νέο, γενικευμένο «ολοκληρωτισμό» υπό κοινοβουλευτικό μανδύα σε παγκόσμια κλίμακα. Η εξέλιξη αυτή βάζει σε οξύτατη κρίση την ίδια την αστική δημοκρατία και διαψεύδει το κλασικό αστικό δόγμα ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός φέρνει μαζί του, αργά ή γρήγορα (χθες στην Αγγλία και στη Γαλλία, σήμερα στη Ρωσία, αύριο στην Κίνα) την πολιτική δημοκρατία. Η πρόσφατη ιστορική πείρα επιβεβαιώνει το ακριβώς αντίστροφο: Ότι η νεοφιλελεύθερη καταλήστευση των παραγωγικών δυνάμεων του πλανήτη, και πρώτα απ’ όλα της μισθωτής εργασίας, οδηγεί σε μια γενικευμένη στροφή προς την πολιτική αντίδραση, αναγορεύοντας σε πρότυπο του υπερώριμου καπιταλισμού της εποχής μας την… «κομμουνιστική» Κίνα, όπου ο συνδυασμός νεοφιλελευθερισμού-νεοαπολυταρχισμού δημιουργεί αξιοζήλευτες, για τους καπιταλιστές της Δύσης, συνθήκες καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Ωστόσο, η στροφή προς την πολιτική αντίδραση δεν μπορεί, από μόνη της, να δώσει μακροπρόθεσμη διέξοδο στη νέα ιστορική κρίση του συστήματος εφόσον δεν αντιμετωπίσει τη θεμελιώδη κρίση υπερσυσσώρευσής του. Όπως την τρομερή, για την ανθρωπότητα, περίοδο 1914-1945, περίοδο δύο παγκοσμίων πολέμων, πρωτοφανών κραχ, επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων, αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς νέες, αποκαλυπτικών διαστάσεων οικονομικο-κοινωνικές, οικολογικές και πολιτικο-στρατιωτικές καταστροφές. Για αυτό δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», αντικαθίσταται πλέον αντικειμενικά στην εποχή μας από το σύνθημα «Σοσιαλισμός ή Καταστροφή» του ανθρώπου και του πλανήτη.

4. Η σχέση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού με τον ιμπεριαλισμό

Στο νέο στάδιο, αναπτύσσονται στο έπακρο και έτσι τροποποιούνται ποιοτικά και υπερβαίνονται διαλεκτικά, τα θεμελιώδη ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά του προηγούμενου σταδίου, που περιέγραψε ο Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό». Ως προς τη γενική ιστορική του θέση, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός κληρονομεί από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό-ιμπεριαλισμό τα χαρακτηριστικά του παρασιτισμού και της «αντίδρασης σε όλη τη γραμμή» και τα αναπτύσσει σε μια χωρίς προηγούμενο κλίμακα. Παράλληλα, η εργατική εκμετάλλευση, η ατομική ιδιοκτησία και ο ανταγωνισμός μετασχηματίζονται και κλιμακώνονται. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του Κεφαλαίου παίρνει νέες ποιοτικές μορφές με τα πολυεθνικά-πολυκλαδικά μονοπώλια. Η αστική πολιτική αποκτά νέα στοιχεία αντιδραστικής μετάλλαξης και βίαιης παρέμβασης στην κοινωνική ζωή.

Το σύγχρονο πολυεθνικό-πολυκλαδικό μονοπώλιο σημαίνει ποιοτική ενίσχυση τόσο της οικονομικής, κοινωνικής όσο και της πολιτικής, ιδεολογικής βίας του κεφαλαίου, που εκδηλώνεται, πρώτα από όλα, μέσα στην παραγωγή και στη διαδικασία εκμετάλλευσης και επεκτείνεται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής δραστηριότητας. Σημαίνει πολιτική και βίαιη αξιοποίηση της τεχνολογικής, οικονομικής υπεροχής του και των επιστημονικών καινοτομιών, προσπάθεια μονιμοποίησης των συνεπειών τους προς όφελος συνολικά του κεφαλαίου, σε βάρος της εργασίας, αλλά και των ανταγωνιστών.

Το μονοπώλιο γενικά –και πολύ περισσότερο η σύγχρονη μορφή του– αντλεί τα ιδιαίτερα «υπερκέρδη» του όχι μόνο από την τεχνολογική του υπεροχή (που είναι απαραίτητη σε όλα τα στάδια του καπιταλισμού), αλλά από την πολιτική αξιοποίηση και τη βίαιη ενίσχυση αυτής της υπεροχής. Τα σύγχρονα πολυεθνικά-πολυκλαδικά μονοπώλια αποτελούν επομένως διαφορετική βαθμίδα ενίσχυσης του ρόλου και της αντιδραστικής ουσίας της αστικής πολιτικής και του ταξικού ρόλου του κράτους γενικά, ως παράγοντα συνολικής κοινωνικής εκμετάλλευσης. Συνεπώς, στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, το αστικό κράτος (και η πολιτική που συνδέεται με αυτό) δεν υποβαθμίζεται, αλλά αλλάζει ενισχυόμενο, αντιδραστικοποιείται όσον αφορά την ταξική πλευρά του, υπερβαίνοντας σχετικά ορισμένες άλλες.

Η διαφορά σήμερα είναι ότι αυτή η υπεραντιδραστική θωράκιση της αστικής πολιτικής τείνει να την απογυμνώνει από τα ιστορικά δημοκρατικά στοιχεία της (ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες, εθνικο-ανεξαρτησιακά δικαιώματα, πανκοινωνικός ρόλος του κράτους κ.α). Έτσι, μακροπρόθεσμα, δημιουργούνται οι όροι για να αποκαλύπτεται η δημαγωγική αυτονόμηση του αστικού κράτους και του πολιτικού συστήματος από τον ταξικό πυρήνα του και να ακρωτηριάζεται η «πανκοινωνική» του διάσταση. Από την άλλη μεριά, διαμορφώνονται συνθήκες αυτοτέλειας και ανάπτυξης της εργατικής πολιτικής (ως πολιτική της κοινωνικής δημοκρατίας της εποχής μας).

Το χρηματιστικό κεφάλαιο αποκτά νέο, πιο αντιδραστικό ρόλο, οδηγεί σε αυτό που περιγράφεται (στρεβλά) ως «καπιταλισμός του καζίνο». Δηλαδή, στην πρόσθετη, ανώτερη μονοπώληση της εργασιακής εκμετάλλευσης, στην εφ’ όρου ζωής ομηρία των εργαζόμενων και στην απαλλοτρίωση των μικρών ιδιοκτητών από τους μεγαλύτερους, μέσω των σύγχρονων Σάιλοκ, των μεγάλων τραπεζών, των Χρηματιστηρίων και της γενικής υπερχρέωσης μέσω των πιστωτικών καρτών. Χαρακτηριστικό στοιχείο της κρίσης της ατομικής ιδιοκτησίας και της απαλλοτρίωσής της είναι οι γιγαντιαίοι μετασχηματισμοί προλεταριοποίησης δισεκατομμυρίων ανθρώπων από τις περιοχές του «τρίτου κόσμου», οι οποίοι συγκεντρώνονται στις παραγκουπόλεις ή μεταναστεύουν στον «τέταρτο κόσμο» της «Δύσης» και του «Βορρά». Το 70% του πληθυσμού των «αναπτυσσόμενων» χωρών είναι συγκεντρωμένο στις παραγκουπόλεις του «Νότου» και της «Ανατολής». Σε ένα δισεκατομμύριο υπολογίζεται σήμερα από τον ΟΗΕ, σε παγκόσμια κλίμακα, αυτός ο εφεδρικός στρατός εργασίας. Αποκορύφωμα της κρίσης της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η τάση απαλλοτρίωσης της εργατικής τάξης από την ιδιοκτησία της εργατικής δύναμης με τις νέες μεθόδους μονοπωλιακού ελέγχου της «αγοράς εργασίας» και της αναπαραγωγής της από το χρηματιστικό κεφάλαιο (υποθήκευση της εργασίας στον δια βίου δανεισμό, υποταγή της Παιδείας, Υγείας, Πολιτισμού στο χρηματιστικό κεφάλαιο).

Επιβεβαιώνεται η διορατική πρόβλεψη του Λένιν, ότι ο καπιταλισμός, που γεννήθηκε από το τοκογλυφικό κεφάλαιο, επιστρέφει στα γεράματά του και πάλι στο τοκογλυφικό κεφάλαιο που αποκτά δεσπόζοντα ρόλο στην κορυφή της μονοπωλιακής πυραμίδας. Η εξέλιξη αυτή γεννάει νέες αντιθέσεις στο εσωτερικό του καπιταλισμού, καθώς σημαντικές μερίδες του βιομηχανικού-παραγωγικού κεφαλαίου ασφυκτιούν από τη σκληρή, μονεταριστική πολιτική που επιβάλλει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κυρίως ενισχύει δραματικά τις ανισορροπίες της καπιταλιστικής οικονομίας και διογκώνει τις κάθε είδους «φούσκες» (στην αγορά ακινήτων, στα χρέη των νοικοκυριών κ.α., με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ΗΠΑ) εγγράφοντας στην ημερήσια διάταξη τον κίνδυνο μεγάλων κραχ, τα οποία το σύστημα αποφεύγει με ολοένα και μεγαλύτερες δυσκολίες, σε πείσμα των πολύ ανεβασμένων (σε σύγκριση με τον ιμπεριαλισμό του Λένιν) ρυθμιστικών μηχανισμών του.

Η καπιταλιστική διεθνοποίηση της παραγωγής παίρνει νέα ποιοτική μορφή με κορυφαίο προϊόν τις περιφερειακές, καπιταλιστικές ολοκληρώσεις. Το μοντέλο των εθνοκεντρικών, αλληλοσυμπληρούμενων και αλληλοσυγκρουόμενων καπιταλισμών, που επικρατούσε ιδιαίτερα στις τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες των παχιών αγελάδων, δίνει τη θέση του στο μοντέλο των «υπερεθνικών», «νομαδικών», ανταγωνιστικών κεφαλαίων, με εξαγωγικό προσανατολισμό στην παγκόσμια αγορά. Προσγειώνονται εκεί που συνδυάζεται καλύτερα η υπερεκμετάλλευση της αναπτυγμένης παραγωγικά και πολιτιστικά εργασίας, με τις πιο βίαιες και απόλυτες μεθόδους άντλησης υπεραξίας. Πρόκειται για κεφάλαια που διαθέτοντας ισχυρή και διαρκώς ανατροφοδοτούμενη εθνική αφετηρία, μεταναστεύουν από ζώνη σε ζώνη και από χώρα σε χώρα, αναζητώντας τον πιο απίθανο «μαθηματικό τύπο», με τον μέγιστο αριθμητή ως προς την εργατική παραγωγικότητα και τον ελάχιστο παρονομαστή, ως προς το εργατικό κόστος και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα.

Το μοίρασμα των αγορών που μόλις είχε αρχίσει στην εποχή του Λένιν σε παγκόσμια κλίμακα, τείνει να τελειώσει με τη διαμόρφωση τριών, βασικά, μεγάλων ιμπεριαλιστικών ζωνών (Βόρεια και Νότια Αμερική, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, Ευρώπη-Βόρεια Αφρική, Νότια και Ανατολική Ασία, διακύβευμα της αναμέτρησης μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας). Μια νέα οξύτατη αντιπαράθεση για το ξαναμοίρασμα των αγορών με νέο τρόπο, φυτρώνει ξανά με βάση τα νέα πλαίσια της κερδοφορίας και των σύγχρονων αντιδραστικών δομών, μετασχηματισμών και αναγκών του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, κάτω από την πίεση των τάσεων ιστορικής εξάντλησης των ορίων της διευρυμένης αναπαραγωγής. Το εδαφικό μοίρασμα του κόσμου είχε ήδη τελειώσει στην εποχή του Λένιν στη βάση των προηγούμενων καπιταλιστικών σχέσεων, αναδιαρθρώθηκε ριζικά μεταπολεμικά με τη σχετική υπέρβαση της αποικιοκρατίας, της ανοιχτής πολιτικής εθνικής καταπίεσης και κατοχής και την αντικατάστασή της από τις σύγχρονες μορφές νεοαποικιοκρατίας. Σήμερα, ξεκινά ένας καινούργιος γύρος και εδαφικού ξαναμοιράσματος του κόσμου, με σύγχρονες μορφές νεοαποικιοκρατίας στα πλαίσια της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» και της πολεμικής, πολιτικής τρομοεκστρατείας του κεφαλαίου. Ένα εδαφικό ξαναμοίρασμα που παρακολουθεί και εντάσσεται στη βασική διαδικασία του ξαναμοιράσματος των αγορών με βάση τα χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

5. Οι ενδοκαπιταλιστικοί και ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί

Η διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα στη συνδυασμένη και ανισόμετρη ανάπτυξη του διεθνούς συστήματος, ανάμεσα στην αλληλοδιαπλοκή του κεφαλαίου και τον ενδοκαπιταλιστικό-ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό αναπτύσσεται ποιοτικά στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Οι νέες αυτές σχέσεις και αντιφάσεις στηρίζονται σε μια βαθύτερη αντίθεση, η οποία οξύνεται: Ενώ αναπτύσσεται η τάση για τη διαμόρφωση ενός «διεθνούς» νόμου της αξίας, ενός μέσου ποσοστού εκμετάλλευσης της διεθνούς εργατικής τάξης, αυτή η τάση είναι αδύνατον να ολοκληρωθεί γιατί προσκρούει στην αντικειμενική υπονόμευσή της από τον αναπόφευκτο όσο και οξυνόμενο ανταγωνισμό των καπιταλιστών. Οι καπιταλιστές, στην πάλη για το διαρκές ξαναμοίρασμα των «αγορών», για την ηγεμονία στο διεθνές σύστημα του κεφαλαίου και τελικά για τα μερίδια από την εκμετάλλευση της εργασίας, αναζητούν και διαμορφώνουν ακριβώς τις «ανισόμετρες» συνθήκες και ευκαιρίες υπέρ τους και σε βάρος των ανταγωνιστών τους. Το παραπάνω είναι όρος για να υπερβαίνουν την τάση εξάντλησης της ανάπτυξής τους, να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους πτώσης του ποσοστού κέρδους και να αυξάνουν την κερδοφορία τους. Άλλωστε ο ανταγωνισμός αποτελεί, μετά την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, τον δεύτερο απόλυτο νόμο του καπιταλισμού, από το επίπεδο των μεμονωμένων επιχειρήσεων μέχρι εκείνο των εθνικών-αστικών κρατών και, στην εποχή μας, των ολοκληρώσεων.

Ο ενδοκαπιταλιστικός-ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, παρόλο που δεν εκδηλώνεται πάντα με την ίδια ένταση και οξύτητα (υπάρχουν περίοδοι που οι αντιθέσεις ρυθμίζονται παροδικά ή αμβλύνονται), έχει γενικά την τάση να οξύνεται όσο εντείνεται η αντιπαράθεση Κεφαλαίου-Εργασίας, σε διεθνή κλίμακα, και όσο στενεύουν τα ιστορικά όρια της εκμετάλλευσης. Κάτι που ισχύει, ως ένα βαθμό, σήμερα και θα ισχύει ακόμη περισσότερο στο μέλλον.

Οι αντιθέσεις και οι αντιπαραθέσεις μέσα στην Αριστερά και, σε ένα βαθμό, στις γραμμές μας γύρω από τη σχέση εκμετάλλευσης-ανταγωνισμού στη νέα εποχή του καπιταλισμού, δεν έχουν να κάνουν με το ψευτοδίλημμα «τι είναι το “καθοριστικό” και τι το “δευτερεύον”» μεταξύ εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού. Αλλά κυρίως με το ποια είναι η συγκεκριμένη σύνδεση ανάμεσά τους σήμερα, τι επίπτωση έχει η νέα, ποιοτική ανάπτυξη της εκμετάλλευσης πάνω στην όξυνση και στο ρόλο του ανταγωνισμού.

Όσοι αντιλαμβάνονται τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης και κατανοούν τις τάσεις που προοιωνίζονται την «ανώτερη» εξάντλησή της, θεωρούν ότι η ποιοτική ένταση και ο σύγχρονος χαρακτήρας της εκμετάλλευσης, το μακροπρόθεσμο «στένεμα» των περιθωρίων της, έχει ως γενική ιστορική επίπτωση την όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Αυτή η συγκεκριμένη μορφή σύνδεσης μεταξύ εκμετάλλευσης και ανταγωνισμών αναδεικνύει την αλήθεια, ότι η πολιτική ουσία του κοινωνικού ζητήματος είναι η καθοριστική βάση των ανταγωνισμών. Ότι είναι ο πυρήνας όλων των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην κοινωνία, όλων των εργατικών, αλλά και των ευρύτερων πολιτικών, δημοκρατικών, εθνικών και λαϊκών προβλημάτων. Η σύνδεση της εκτίναξης της εκμετάλλευσης με την όξυνση του ανταγωνισμού αναδεικνύει το βαθύτερο, σήμερα, εργατικό-ταξικό χαρακτήρα αυτών των προβλημάτων και τον αντίστοιχο μετασχηματισμό τους στη νέα εποχή. Απομυθοποιεί το ιδεολογικό περίβλημα, με το οποίο το κεφάλαιο και ο ιμπεριαλισμός καλύπτουν τους ανταγωνισμούς τους και την ταξική ουσία της γενικότερης πολιτικής αντιπαράθεσης. Ευρύτερες μάζες οδηγούνται στην κατανόηση αυτής της αλήθειας, όπως έδειξαν τα συνθήματα των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων κατά τη διάρκεια της επέμβασης στο Ιράκ («όχι αίμα για πετρέλαιο» κ.α.).

Αυτή η σύνδεση προωθεί ουσιαστικά το νέο ρόλο του αυτοτελούς πολιτικού εργατικού αγώνα. Πριμοδοτεί παράλληλα την αξιοποίηση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών, «των συγκρούσεων των πάνω» από το κίνημα. Φέρνει στην πρώτη γραμμή και την αναγκαιότητα της εργατικής ηγεμονίας στα συνολικά πολιτικά προβλήματα των καταπιεζομένων και της κοινωνίας, έως το επίπεδο της μετατροπής της εργατικής τάξης σε «κυρίαρχη δύναμη», στο αποφασιστικό εθνικό πεδίο, με την επαναστατική ανατροπή της αστικής κυριαρχίας.

Όσοι, αντίθετα, «βλέπουν» κυρίως το δυναμισμό και την ιστορική υπεροχή του καπιταλισμού (σε διάφορες παραλλαγές, από εκσυγχρονιστικές έως εσχατολογικές), όσοι υποτιμούν τον αντιδραστικό χαρακτήρα και τη θεμελιακή αντίφαση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυτοί τείνουν να θεωρούν ότι η ποιοτική ένταση της εκμετάλλευσης και η τάση της «συνδυασμένης ανάπτυξης» του καπιταλισμού έχουν ως βασική επίπτωση τη σχετική έως και απόλυτη υπέρβαση των ενδοκαπιταλιστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Η υποβάθμιση της σημασίας και του ρόλου των ανταγωνισμών οδηγεί, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, σε ουτοπίες περί «παγκόσμιας» ρύθμισης του καπιταλισμού και παγκόσμιων ή ευρωπαϊκών μορφών «υπερκράτους». Οδηγεί επίσης στην άρνηση ή υποβάθμιση του εθνικού πεδίου ως το αποφασιστικό πεδίο της επανάστασης. Τέλος, οδηγεί σε θεωρίες για την ανάδυση της παγκόσμιας ταξικής πάλης με μια δήθεν «καθαρή», «ταξική» και πιο συχνά με «οικονομική» και αυθόρμητη μορφή, απαλλαγμένης από τα ευρύτερα δημοκρατικά, λαϊκά, εθνικά κ.α. πολιτικά προβλήματα. Πρόκειται για αντιλήψεις που υποβαθμίζουν τόσο την χωρίς προηγούμενο όξυνση όσο και τον εργατικό, ταξικό χαρακτήρα των πλατιών, πολιτικών, δημοκρατικών προβλημάτων στην εποχή μας. Στο τέλος, υποβαθμίζουν και τη συνολική πολιτική πάλη, την τακτική και την επαναστατική στρατηγική του εργατικού κινήματος, την ανάγκη της εργατικής ηγεμονίας στα ζητήματα των καταπιεζόμενων και στην κοινωνία. Συχνά, αυτά τα ρεύματα, αντί να αποκαλύπτουν, καταλήγουν να εξωραΐζουν τους εντεινόμενους ενδοκαπιταλιστικούς και ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, να συγκαλύπτουν την προσπάθεια μεγαλοαστικής ηγεμονίας στα λαϊκά, δημοκρατικά προβλήματα της εποχής μας. Το γεγονός αυτό έγινε αισθητό, τόσο στα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης, όσο και στα αντιπολεμικά κινήματα με διάφορες μορφές: Από την υπόκλιση του Φόρουμ και των αναρχικών στους σχεδιασμούς, τελικά, της αστικής αντίστασης και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, μέχρι την αναγνώριση του δήθεν θετικού ρόλου της ορθοδοξίας, την ηρωοποίηση, σχεδόν, του Μπιν Λάντεν, έως και την «αναγνώριση» της «Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» κλπ.

Στη βάση της εντεινόμενης αντίθεσης μεταξύ συνδυασμένης και ανισόμετρης ανάπτυξης, ερμηνεύεται και η πορεία των «ανάπηρων» –σε σχέση με τις εκρηκτικές δυνατότητες της εποχής, για κοινωνικοποίηση και διεθνοποίηση– καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια πορεία που χαρακτηρίζεται από περιόδους ισορροπίας, κρίσης, νέας ισορροπίας σε έναν φαύλο κύκλο που τείνει, αλλά ποτέ δεν φτάνει, στο επιθυμητό για τους καπιταλιστές αποτέλεσμα. Η πιθανότητα, μάλιστα, να πάρει αυτός ο ανταγωνισμός (σήμερα, κατά βάση οικονομικός και μόνο σε δεύτερο πλάνο πολιτικός) χαρακτήρα πολιτικής ή και στρατιωτικής ρήξης ανάμεσα σε γιγαντιαία ιμπεριαλιστικά μπλοκ, εξοπλισμένα με πυρηνικά όπλα, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποτιμάται, μακροπρόθεσμα, από τις επαναστατικές δυνάμεις.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι αρνούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα στον «κακό» (αμερικανικό) και τον «καλό» (ευρωπαϊκό, ρωσικό ή κινέζικο) ιμπεριαλισμό. Ο ενδοκαπιταλιστικός και ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, όπως ο ανταγωνισμός μεταξύ των αφεντικών στην κλίμακα ενός κλάδου της οικονομίας, είναι μοχλός της συνολικής καταπίεσης των λαών από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα (όταν τσακώνονται τα βουβάλια, λιώνουν τα βατράχια).

Ωστόσο, ο ανταγωνισμός προκαλεί ρωγμές τις οποίες μπορεί και οφείλει να εκμεταλλευτεί το κίνημα στην πάλη για την εργατική, κοινωνική και εθνική απελευθέρωση.

6. Τα γενικότερα δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα

Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τα γενικότερα δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα όχι μόνο δεν εξαλείφονται, αλλά προβάλλουν σε διαστάσεις παροξυσμού και αποτελούν σπουδαία πεδία οικοδόμησης της εργατικής ενότητας και των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης που αφορούν όλες τις διαβαθμίσεις αντίστασης και συνειδητοποίησης των εργαζόμενων και (με διαφορετικό ταξικά τρόπο) όλα τα στρώματα των καταπιεζόμενων και όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Αυτή την πραγματικότητα της εποχής του παγκοσμιοποιημένου, οργανικού Τρόμου αδυνατούν να συλλάβουν όσοι αντιλαμβάνονται τα δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα με παλαιομοδίτικους όρους: Τα εθνικά ως έκφραση αστικού-επιθετικού εθνικισμού ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως διεκδίκηση εθνικής-κρατικής συγκρότησης στις λιγοστές περιπτώσεις των λαών που συνεχίζουν, παρά την κατάρρευση της κλασικής αποικιοκρατίας, να ζουν υπό συνθήκες κατοχής (Παλαιστίνη, Βόρεια Ιρλανδία, κλπ). Και τα δημοκρατικά, όχι από τη σκοπιά των νέων δυνατοτήτων ανάπτυξης και ηγεμονίας της εργατικής-δημοκρατικής τάσης, αλλά υπό το στενό πρίσμα της πάλης εναντίον του «αυταρχισμού» και της «καταστολής», είτε πρόκειται για τους τρομονόμους είτε για απόπειρες πραξικοπημάτων σε περιόδους ανόδου του κινήματος (Βενεζουέλα), είτε για κάποια υπολείμματα προκαπιταλιστικών μορφών καταπίεσης (τσιφλίκια, απαρτχάιντ, κλπ). Αυτά τα ρεύματα αγνοούν, ότι τα σύγχρονα, οξύτατα δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα προέρχονται όχι από την «υπανάπτυξη» αλλά, ίσα ίσα, από την υπερανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού, των αντιφάσεών του και των εργατικών αντικαπιταλιστικών τάσεων, όχι από τα υπολείμματα του παρελθόντος, αλλά από τις τάσεις του μέλλοντός του: Θεμελιακά δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα, από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, είναι, για παράδειγμα, το παγκόσμιο «κοινωνικό ντάμπινγκ» που επιβάλλουν οι πολυεθνικές, η απαλλοτρίωση της αστικής δημοκρατίας από το ΔΝΤ, την Κομισιόν και το Ευρωσύνταγμα, η ουσιαστική κατάργηση του πολιτικού ασύλου κλπ. Ενώ, ταυτόχρονα, επανέρχονται «κλασικά» εθνικά προβλήματα κατοχής, όπως στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Όλα αυτά τονίζουν τη στενότερη σύνδεση, στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ανάμεσα στα γενικότερα πολιτικά, δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα και στο θεμελιακό πολιτικό πρόβλημα της κοινωνικής και ταξικής εκμετάλλευσης. Γεγονός που δεν αναιρεί τη σχετική αυτοτέλεια και την σχετικά αυτοτελή εκρηκτική ανάπτυξη των πρώτων. Αντίθετα υπογραμμίζουν τις νέες, ανώτερες δυνατότητες εργατικής αντικαπιταλιστικής ηγεμονίας μέσα στο συνολικό κίνημα των καταπιεζόμενων. Στην εποχή μας, τα γενικότερα πολιτικά δημοκρατικά και εθνικά προβλήματα δεν μπορεί να λυθούν μόνιμα και σταθερά, υπέρ της καταπιεζόμενης πλειονότητας, χωρίς τον κλονισμό και την ουσιαστική εργατική, επαναστατική υπέρβαση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Ειδικά, το μετασχηματισμένο και αναβαθμισμένο, σήμερα, δημοκρατικό-εθνικό ζήτημα συνδέεται με νέα ένταση, με το δικαίωμα της εργαζόμενης πλειοψηφίας και των καταπιεζόμενων να κυριαρχήσουν κοινωνικά και πολιτικά πάνω σε όλες τις συνθήκες της ζωής και της προοπτικής τους. Συνδέεται με το δικαίωμα και την ανάγκη της εργατικής τάξης, να κατακτήσει την ηγεμονία, να αναδειχτεί, με την Αντικαπιταλιστική Επανάστασή της και την πάλη για την κατάκτηση της Εργατικής Δημοκρατίας σε κυρίαρχη τάξη στο αποφασιστικό εθνικό πεδίο, ως προϋπόθεση για την οριστική κομμουνιστική, διεθνιστική υπέρβαση του καπιταλιστικού ταξικού, εθνικού και πολιτιστικού ανταγωνισμού και κατακερματισμού.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράκ, την Παλαιστίνη αλλά και την Κύπρο δείχνουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει στην εποχή μας «πατριωτική, αντιμονοπωλιακή αστική τάξη» και ότι κάθε δημοκρατικός-εθνικός αγώνας, εφ’ όσον αναπτύσσεται με συνέπεια και μέχρι το τέλος, εμπεριέχει αναγκαστικά, έστω και σπερματικά, τον «εσωτερικό, κοινωνικό εμφύλιο». Επιπλέον, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπεράσει το εθνικό αστικό κράτος ως βασικό πεδίο οργάνωσης της αστικής κυριαρχίας και, επομένως, ως το ιστορικά άμεσο, καθοριστικό πεδίο ανάπτυξης των ταξικών αγώνων. Παραγνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, οι θεωρίες της «παγκοσμιοποίησης» και της «Αυτοκρατορίας», παρά τη «διεθνιστική», ρητορική πλειοδοσία τους, στην πράξη αρνούνται την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα νίκης της επανάστασης στο εθνικό επίπεδο, περιορίζοντας μοιραία το κίνημα στη δημιουργία κάποιων «αντίβαρων» στην αστική εξουσία, το ΔΝΤ ή τις πολυεθνικές. Παραμένει γεγονός, βέβαια, ότι το αποφασιστικό άλμα από την εργατική εξουσία και δημοκρατία στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη νίκη της επανάστασης σε μια διευρυμένη, διεθνική (περιφερειακή και τελικά παγκόσμια) βάση. Όπως παραμένει γεγονός, ότι και στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κυριαρχίας, το εθνικό κράτος συνδέεται πιο στενά με το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα (ιδίως στην πιο προχωρημένη περίπτωση περιφερειακής ολοκλήρωσης, την Ευρωπαϊκή Ένωση), κάτι που δεν μπορεί παρά να αντανακλάται και στο ίδιο το εργατικό κίνημα και στην ποιοτικά αναβαθμισμένη διεθνιστική διάσταση της πάλης του.

7. Γενικά συμπεράσματα

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός είναι ένα ανώτερο στάδιο αντιδραστικής, καταστροφικής ανάπτυξης των συνολικών κοινωνικών και πολιτικών καπιταλιστικών σχέσεων σε βάρος του κοινωνικού εργαζόμενου ανθρώπου και της φύσης. Είναι μια νέα, ανώτερη βαθμίδα του αντιδραστικού χαρακτήρα της συνολικής καπιταλιστικής ιστορικής εξέλιξης, των θεμελιωδών αντιφάσεών της και της βασικής της κατεύθυνσης. Εγκυμονεί μια κορύφωση της ιστορικής κρίσης της καπιταλιστικής εξέλιξης και έναν αντίστοιχο, βαθύτερο, ιστορικό κλονισμό της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Είναι, κυρίως, ένα ανώτερο στάδιο ωρίμανσης των δυνάμεων της κομμουνιστικής αναγκαιότητας και δυνατότητας. Είναι ένα στάδιο μακροπρόθεσμης υπεροχής των τάσεων και των σχέσεων της κομμουνιστικής-διεθνιστικής προοπτικής της ανθρωπότητας απέναντι στην αντεπαναστατική κλιμάκωση της βαρβαρότητας.

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός αποτελεί μια ποιοτική τομή στα πλαίσια της συνολικής ιστορικής συνέχειας και εξέλιξης του καπιταλισμού. Αποτελεί μια νέα βαθμίδα ανάπτυξης των αντιθέσεων αυτής της εξέλιξης, μια ανώτερη βαθμίδα των τάσεων άρνησης και υπέρβασης των θεμελιωδών ταξικών εκμεταλλευτικών χαρακτηριστικών της και πάνω απ’ όλα άρνησης και υπέρβασης του δυναμισμού και του ρόλου της ατομικής ιδιοκτησίας. Σε σχέση με τον μονοπωλιακό (και κρατικομονοπωλιακό) καπιταλισμό/ιμπεριαλισμό, αποτελεί κυρίως μια ποιοτική ανάπτυξη των εκμεταλλευτικών μονοπωλιακών και ιμπεριαλιστικών χαρακτηριστικών του. Αποτελεί ποιοτική ανάπτυξη των τάσεων άρνησης και υπέρβασης απέναντι στα θεμελιώδη εκμεταλλευτικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής εξέλιξης, που ενυπάρχουν γενικά στον καπιταλισμό, και που εκδηλώθηκαν σε μια πρώτη ποιοτική καμπή στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού, όπως ανέδειξε ο Λένιν.

Από την πλευρά του κεφαλαίου, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός αποτελεί προσπάθεια ποιοτικής ενίσχυσης των βασικών εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού και ταυτόχρονα άρνησης ορισμένων σημαντικών πλευρών τους για την υπέρβαση των αντιφάσεων αυτών των χαρακτηριστικών. Από την πλευρά της εργατικής τάξης, αποτελεί, μακροπρόθεσμα, πεδίο διαμόρφωσης υπέρτερων δυνατοτήτων από τη σκοπιά της επαναστατικής άρνησης και υπέρβασης του συστήματος. Απαιτεί μια αντίστοιχη επαναστατική τομή στη συνειδητή, «υποκειμενική» δράση του κινήματος.

Με αυτόν το συγκεκριμένο ιστορικό τρόπο, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός αποτελεί ποιοτική ανάπτυξη, τομή και συνέχεια, άρνηση ορισμένων πλευρών και συνολική διαλεκτική υπέρβαση του μονοπωλιακού καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού, της προηγούμενης πρώτης εκδήλωσης της ιστορικής κρίσης και του επαναστατικού κλονισμού του καπιταλισμού. Δεν αποτελεί κάποια ανιστόρητη «γενική κατάργηση», άρνηση του ιμπεριαλισμού, των θεμελιακών εκμεταλλευτικών μονοπωλιακών ιμπεριαλιστικών και αντιδραστικών χαρακτηριστικών και αντιφάσεων που στα πλαίσια αυτού του σταδίου σημάδεψαν την συνολική καπιταλιστική εξέλιξη και σήμαναν την ιστορική στροφή της πάλης των τάξεων στον δρόμο της επαναστατικής και κομμουνιστικής υπέρβασης του συστήματος. Δεν αποτελεί κάποια δήθεν «γενική κατάργηση» της ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, μια κατάργηση της επαναστατικής κομμουνιστικής δυναμικής, που εκδηλώθηκε, σε σχετικά χαμηλότερο επίπεδο, στα πλαίσια του προηγούμενου σταδίου. Και από αυτή τη σκοπιά, η αντίληψη για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό δεν καταργεί, ούτε υποβαθμίζει την επαναστατική, λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και την επαναστατική πρακτική των Μπολσεβίκων. Αντίθετα, επιχειρεί να συμβάλλει στην ποιοτική ανάπτυξή τους μέχρι τα «άκρα της εποχής μας» με βάση την υλιστική ιστορική μέθοδο, την μαχόμενη αυτοκριτική του επαναστατικού ρεύματος, τα συμπεράσματα από τη νίκη και ήττα της Οκτωβριανής Επανάστασης και τις νέες ιστορικές δυνατότητες της εργατικής τάξης και των επαναστατικών τάσεων.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν αποτελεί, όπως ισχυρίζονται οι πολυποίκιλοι απολογητές της Νέας Τάξης, μια ανώτερη επιστροφή στην κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, στην ποιοτική ωρίμανση του καθολικού δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας σε τέτοιο σημείο, ώστε να μετατρέπεται σε φυσική τάξη της κοινωνίας. Ούτε αποτελεί –σύμφωνα με ορισμένες παραλλαγές της κυρίαρχης αντίληψης– μια ιστορική ισχυροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και κυριαρχίας, ή ένα λίγο πολύ ενιαίο, αυτορυθμιζόμενο, παγκόσμιο σύστημα, όπου ο νέος δυναμισμός, όσο και η αχαλίνωτη «ανηθικότητα» της ατομικής ιδιοκτησίας, θα μπορεί ή θα πρέπει να συνυπάρχει, πιο ελεύθερα από ποτέ, με την οργή, το μίσος και την επαναστατική παρόρμηση των καταπιεζομένων.

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός απαιτεί, πάνω από όλα, νέες υποκειμενικές αποφάσεις, πολιτιστική και πρακτική υπέρβαση της καθεμιάς, ξεχωριστής κοινωνικής προσωπικότητας, όσο και συλλογικά, όλων των αγωνιστών του επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας και ειδικά των αγωνιστών των επαναστατικών ρευμάτων που έχουν χρέος να επιχειρήσουν μια συνολική πολιτιστική και προγραμματική τομή με βάση τις ανάγκες της νέας εποχής και της σημερινής ιδιόμορφης ιστορικής περιόδου.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

1. Η νέα ιστορική εποχή και η σημερινή ιστορική περίοδος

Η αδυναμία σωστής θεώρησης της ιστορικής εποχής έριχνε και ρίχνει τη σκιά της στις απλουστευτικές ή λανθασμένες επεξεργασίες των μη επαναστατικών τάσεων του αριστερού κινήματος. Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφονται οι παραδοσιακές απόψεις περί «εποχής νίκης του σοσιαλισμού» σε παγκόσμια κλίμακα (με τους περίφημους χάρτες της Γης που κοκκίνιζαν στο Αφγανιστάν και την Αγκόλα, την ώρα που το κοινωνικό-πολιτικό τοπίο μαύριζε στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, κλπ.) ή ακόμη περί «εποχής βασικής αντιπαράθεσης» ανάμεσα στο «σοσιαλιστικό» και το καπιταλιστικό στρατόπεδο, με το πρώτο μάλιστα να αποτελεί την ανερχόμενη, καθοριστική πλευρά της διαπάλης, ακόμα και την ώρα που η αντεπανάσταση κάλπαζε και στα δυο στρατόπεδα.

Μια αδυναμία που δεν αίρεται από εκτιμήσεις, όπως π.χ. του τελευταίου συνεδρίου του ΚΚΕ, το οποίο συνεχίζει να θεωρεί ότι βρισκόμαστε ακόμα στην προηγούμενη εποχή. Ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή με την ίδια περίπου ποιότητα των καπιταλιστικών μετασχηματισμών και αντιφάσεων, της ανάπτυξης και της σύγκρουσης των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων, με την ίδια πάνω κάτω συγκρότηση, ιστορική εμπειρία, δυνατότητα χειραφέτησης της εργατικής τάξης και ωρίμανσης της κομμουνιστικής αναγκαιότητας, με την ίδια περίπου ποιοτική πολιτική διάταξη των δυνάμεων της ταξικής σύγκρουσης. Αυτή η εκτίμηση αγνοεί τη συγκεκριμένη πολιτική έκβαση της πάλης των τάξεων της προηγούμενης εποχής, έστω και αν κάτω από την εξόφθαλμη πίεση της ίδιας της πραγματικότητας, προσπαθεί να προσθέσει και κάποιες πολιτικά ορθές πινελιές του τύπου: «Η εποχή μας εξακολουθεί να είναι εποχή περάσματος στον σοσιαλισμό σε συνθήκες προσωρινής νίκης της αντεπανάστασης».

Η εποχή του ιμπεριαλισμού σφραγίστηκε από τη συγκρότηση, για πρώτη φορά σε παγκόσμια κλίμακα, ενός μαζικού επαναστατικού εργατικού ρεύματος που κατάφερε να κάνει τα πρώτα βήματα –χωρίς ποτέ να τα ολοκληρώσει ουσιαστικά– για τη δημιουργία μιας νέου τύπου Εργατικής Δημοκρατίας (της δικτατορίας του προλεταριάτου). Στη συνέχεια, χαρακτηρίστηκε από την επικράτηση των μεταλλαγμένων αστικών εκμεταλλευτικών δυνάμεων μέσα στο ταξικό εργατικό κίνημα και την ήττα του επαναστατικού ρεύματος, που δεν είχε ωριμάσει αντικειμενικά και υποκειμενικά στον αναγκαίο βαθμό ώστε αυτό το μεγαλειώδες πρώτο βήμα να σηματοδοτήσει μια μη αντιστρεπτή κίνηση προς τα εμπρός.

Αλλά για τη στοιχειωδώς υλιστική θεώρηση του χαρακτήρα της εποχής μας δεν είναι αρκετή η γενικόλογη επανάληψη των ταξικών προσεγγίσεων του παρελθόντος, όπως για παράδειγμα της θέσης του Λένιν για την «εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων», «εποχή μετάβασης στον σοσιαλισμό και στην κομμουνιστική κοινωνία». Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να πάρει κανείς υπόψη του τη γενική δυναμική των τάσεων και συσχετισμών του συγκεκριμένου ιστορικού σταδίου του καπιταλισμού που καθορίζει τις νέες ή όχι, τις ανώτερες ή κατώτερες επαναστατικές κομμουνιστικές αναγκαιότητες και τη διαλεκτική δυναμική του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ενώ, ιδιαίτερα χρειάζεται να εκτιμήσει την ιστορική κατάσταση και τη δυναμική του «υποκειμενικού παράγοντα», την κατάσταση και την προοπτική της «συνειδητής» πολιτικής ταξικής παρέμβασης της εργατικής τάξης, το διαμορφωμένο συσχετισμό και την τάση σύγκρουσης ανάμεσα στην αστική και την εργατική πολιτική, το επίπεδο συγκρότησης των κοινωνικών και πολιτικών πρωτοποριών και τους στόχους-κρίκους για την υλοποίηση των σύγχρονων επαναστατικών δυνατοτήτων.

Η θέση μας για τη συνολική εποχή της ταξικής πάλης, που σφραγίζεται από τις αντιφάσεις του νέου σταδίου του καπιταλισμού, με βάση τα παραπάνω, καθορίζεται σε αδρές γραμμές ως εξής:

▪ Διανύουμε εποχή ποιοτικής ανάπτυξης του αντιδραστικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών σχέσεων, εποχή ολοκληρωτικής επίθεσης στα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά και κορύφωσης της ιστορικής κρίσης του συστήματος, ανώτερης ποιοτικής ωρίμανσης της εργατικής χειραφέτησης, της αναγκαιότητας-δυνατότητας για την αντικαπιταλιστική επανάσταση, την Εργατική Δημοκρατία και την οριστική νίκη του κομμουνισμού.

▪ Πρόκειται ταυτόχρονα για μια νέα πολιτική εποχή του εργατικού κινήματος, με κύρια χαρακτηριστικά την πάλη, ιδιαίτερα μέσα στη σημερινή ιστορική περίοδο, για υπέρβαση των συνεπειών της ήττας του επαναστατικού εργατικού ρεύματος και του εργατικού κινήματος, για υπέρβαση της ασφυκτικής ηγεμονίας και «παντοδυναμίας» της αστικής πολιτικής και τη ριζική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών, με την ανεξάρτητη μαζική συγκρότηση και επίδραση της εργατικής πολιτικής σε εθνική και διεθνή κλίμακα. Για τη μετάβαση από την κυριαρχία του οπορτουνισμού, της ενσωμάτωσης και της διάσπασης μέσα στο εργατικό κίνημα, στην ενίσχυση του ταξικού ρεύματος και της ανώτερης επαναστατικής του προοπτικής, στην ενίσχυση μιας νέας επαναστατικής ενότητας της εργατικής τάξης στο έδαφος της αξιοποίησης της πείρας από τη νίκη και την ήττα της και των σύγχρονων ιστορικών δυνατοτήτων της. Εποχή, ταξικής θεωρητικής και πολιτικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, που θα σφραγίσει τελικά την πορεία μετάβασης από τις αντιφατικές κατακτήσεις και τις στρατηγικές ήττες της εργατικής τάξης στην ποιοτική ενίσχυση της κομμουνιστικής κατεύθυνσης και της νικηφόρας, διεθνιστικής της προοπτικής, αντίστοιχα με τις ανάγκες και τις προκλήσεις του σύγχρονου κοινωνικού πολιτισμού.

Η σημερινή, πρώτη περίοδος στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η οποία ξεκίνησε από το τέλος της δεκαετίας του ’80, σημαδεύεται:

▪ Από την πολλαπλή «τρομοκρατική» εκστρατεία του Κεφαλαίου σε διεθνή και εσωτερική κλίμακα και από την εργατική-λαϊκή πάλη για την ήττα και την ανατροπή αυτής της εκστρατείας προς όφελος των αντικαπιταλιστικών εργατικών, δημοκρατικών λαϊκών δικαιωμάτων και της ειρήνης, με καθοριστική κατεύθυνση τη μαζική επιδίωξη και πραγματοποίηση της εργατικής αντικαπιταλιστικής επανάστασης.

▪ Από την καταθλιπτική υπεροπλία της αστικής πολιτικής, την ιστορική έλλειψη ενός στοιχειωδώς μαζικού και συγκροτημένου σε διεθνή κλίμακα επαναστατικού εργατικού ρεύματος με κομμουνιστικό περιεχόμενο. Αλλά και από μια πρώτη, αδύναμη ακόμη, εμφάνιση των επαναστατικών, αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και των σχέσεων προσέγγισης του κομμουνιστικού μέλλοντος, που είναι η «ηγεμονευόμενη», μέχρι τώρα, πλευρά της κοινωνικής εξέλιξης.

2. Η τωρινή νέα φάση της ιστορικής περιόδου

Η εκδήλωση των φαινομένων μιας συνολικής κρίσης (που δεν είναι ανεπίστρεπτη) διαμορφώνει αντικειμενικά (και σε ένα χαμηλότερο επίπεδο υποκειμενικά) νέα σημαντικά στοιχεία εργατικής αμφισβήτησης των τρομοκρατικών πολιτικών συσχετισμών της σημερινής περιόδου, και γενικότερα της σύγχρονης ηγεμονίας του κεφαλαίου. Από την άλλη μεριά, περιπλέκει και οξύνει τις ενδοκαπιταλιστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και τους αντίστοιχους ανταγωνισμούς σε εθνική, περιφερειακή και διεθνή κλίμακα.

Η εκδήλωση αυτών των φαινομένων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στη νέα φάση, συνδυάζει διαλεκτικά τρεις βασικές πλευρές:

▪ Συσσωρεύονται εμπειρίες (όπως η καταβύθιση της Ν. Ορλεάνης ή η πτώση του αεροπλάνου της «Ήλιος») που αποκαλύπτουν τον υπεραντιδραστικό χαρακτήρα της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης, αναδεικνύουν το ανάπηρο, οπισθοδρομικό και καταστροφικό τελικά περιεχόμενό της. Και σε συνδυασμό με αυτά, αποκαλύπτουν (σε αρχική μορφή) την επαπειλούμενη ιστορική κρίση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τη νέα ποιότητα της ανεπάρκειάς του ως κοινωνικής οργάνωσης. Αναδεικνύουν και την «παροδικότητά» του, το ανώτερο επίπεδο ωρίμανσης των δυνάμεων και των σχέσεων της κομμουνιστικής υπέρβασής του. Αυτή η πρώτη εκδήλωση των συνολικών φαινομένων αδυναμίας του συστήματος εκφράζει σε «μικρογραφία» τη γενικότερη τάση ενός ανώτερου ιστορικού κλονισμού της αστικής ηγεμονίας, εξουσίας και κυριαρχίας στην εποχή μας.

▪ Η συγκεκριμένη φάση αποτελεί για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό την ιστορική «βουκέντρα» για τη συνολική ολοκλήρωση των νέων αντιδραστικών σχέσεων, δομών και μετασχηματισμών του. Τον παρωθεί προς την ολοκλήρωση της «φυσιογνωμίας» του, τη θωράκιση των καινούργιων ποιοτικών χαρακτηριστικών του. Με αφορμή τη σημερινή κρίση, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός επιχειρεί να περάσει από την «αυθόρμητη» (και υπεραισιόδοξη) στην πιο «συνειδητή», στρατηγική μορφή συγκρότησής του. Ώστε να διεκδικήσει τη μακροπρόθεσμη υπεροχή απέναντι στις επαναστατικές τάσεις και αναγκαιότητες.

▪ Ταυτόχρονα, η νέα φάση αποτελεί για τις δυνάμεις του σύγχρονου ιμπεριαλισμού «μια ενιαία αφετηρία» προκειμένου να επεξεργαστούν ένα «πρόγραμμα» συνολικής αντιδραστικής εφόδου, μια όσο γίνεται κοινή αντεπαναστατική τακτική με στρατηγικό περιεχόμενο. Μορφή αυτής της τακτικής είναι η σημερινή πολύμορφη τρομο-εκστρατεία του, που έχει συνολικό χαρακτήρα και εκδηλώνεται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής: στην εργασία, την εκπαίδευση, την πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις, στα ΜΜΕ και τον πολιτισμό. Ουσιαστικό περιεχόμενό της είναι η αντιμετώπιση των κινδύνων ανατροπής των ειδικών, πολιτικών συσχετισμών και της αστικής υπεροπλίας, που καθορίζουν τη σημερινή πρώτη ιστορική περίοδο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Από ένα σημείο και μετά, λόγω της γενικότερης ιστορικής ανεπάρκειας των στρατηγικών απαντήσεων του κεφαλαίου στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, η «αντεπαναστατική τακτική» της βίαιης διατήρησης των συσχετισμών της σημερινής ιστορικής περιόδου, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τη «διαιώνιση» της καπιταλιστικής κυριαρχίας και ηγεμονίας. Έτσι, η ίδια η εξέλιξη των αντιθέσεων της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας στη νέα φάση προβάλλει αντικειμενικά ένα συνδυασμό ολοκλήρωσης της «στρατηγικής» του σύγχρονου καπιταλισμού, με μια άμεση «τρομοκρατική τακτική», η οποία επιδιώκει τη βίαιη κατοχύρωση της σημερινής υπέρτερης αντεπαναστατικής δυναμικής για όλη την ιστορική εποχή που ανοίγει και σφραγίζει το νέο στάδιο. Και αυτό αναδεικνύει, από μια άλλη πλευρά, τα αντίστοιχα όσο και ποιοτικά αντίθετα καθήκοντα του προλεταριάτου, για το συνδυασμό της στρατηγικής του με μια αποφασιστικής σημασίας επαναστατική τακτική, για τη νικηφόρα αντιμετώπιση της πολλαπλής τρομοκρατικής εκστρατείας του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, στη σημερινή ιστορική περίοδο.

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

1. Η θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα

Με διαφορά φάσης από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης, η Ελλάδα έχει μπει κι αυτή στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η βασική ιδιομορφία του σημερινού ελληνικού καπιταλισμού έγκειται στο ότι ενώ έχει αναπτύξει σε σημαντικό βαθμό σύγχρονα εκμεταλλευτικά χαρακτηριστικά, καταλαμβάνει ενδιάμεση θέση στο παγκόσμιο σύστημα με τάσεις αναρρίχησης στο ανώτερο επίπεδο – αν και το «ενδιάμεσο» της εποχής μας είναι ποιοτικά ανώτερο από το «ενδιάμεσο» των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών της εντατικής εκβιομηχάνισης.

Ταυτόχρονα, λόγω ακριβώς της ενδιάμεσης θέσης του και των ιδιαιτεροτήτων της ταξικής πάλης, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να λύνει τα προβλήματα μετασχηματισμών του νέου σταδίου έχοντας ολοκληρώσει, σχετικά πολύ πιο πρόσφατα από τις ηγεμονικές καπιταλιστικές χώρες, τους μετασχηματισμούς του προηγούμενου ιμπεριαλιστικού σταδίου και ιδιαίτερα της κρατικομονοπωλιακής βαθμίδας του. Αυτό είναι που δυσκολεύει τις βίαιες ανακατατάξεις και απαιτεί μια πιο ενεργητική «συμβολή» και «εξαγορά» της γραφειοκρατίας του εργατικού και αριστερού κινήματος. Κάτι τέτοιο φάνηκε και στη δίνη του 1989-’91 και στην κατάρρευση της κυβέρνησης Μητσοτάκη αλλά και στην απαξίωση του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Φαίνεται και στις σημερινές δυσκολίες του αντιδραστικού συνασπισμού εξουσίας και της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να μεθοδεύσουν τις σαρωτικές αντιδραστικές «μεταρρυθμίσεις» τους.

Αυτή η αντίληψή μας για τη θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα συναντά την πολεμική άλλων αριστερών ρευμάτων που θεωρούν ότι αν δούμε στον ελληνικό καπιταλισμό υπερώριμα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά που αναπτύσσονται στα πλαίσια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ακυρώνουμε εκ προοιμίου κάθε λογική αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Αλλά η κριτική αυτή είναι θεωρητικά, ιστορικά και πολιτικά λαθεμένη.

▪ Θεωρητικά, βασίζεται στην αντιμετώπιση του ιμπεριαλισμού απλώς ως «πολιτικής» που επιβάλλεται από τις «μεγάλες» δυνάμεις στις «μικρές» με τη διπλωματία των κανονιοφόρων. Αδυνατεί να δει τον ιμπεριαλισμό ως διαλεκτικά αναπτυσσόμενη πλευρά του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ως οργανικό στοιχείο της εσωτερικής ανάπτυξής του (και κάθε μονοπωλιακού καπιταλισμού από ένα ορισμένο επίπεδο ωρίμανσης των παραγωγικών δυνάμεων-παραγωγικών σχέσεων και πάνω). Ιδιαίτερα, αδυνατεί να δει τα αναβαθμισμένα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κεφαλαίου στο εσωτερικό, στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές επίπεδο.

▪ Ιστορικά, αναπαράγει τα κυρίαρχα από τη δεκαετία του ’30 σχήματα που αναγόρευαν την εξάρτηση ως «το πρόβλημα των προβλημάτων» της χώρας, βλέποντας την Ελλάδα ως διαχρονικό θύμα των ισχυρών, υποτάσσοντας τελικά τους ταξικούς στόχους στους «πατριωτικούς». Αυτή όμως η αντίληψη αποτέλεσε, ακόμη και σε εκείνη την εποχή, ιστορική οπισθοδρόμηση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο γεννήθηκε κατά κύριο λόγο στα βασικά βιομηχανικά κέντρα της χώρας με έντονη διεθνιστική φυσιογνωμία και συσσώρευσε την πρώτη κρίσιμη μάζα του ακριβώς χάρη στη διεθνιστική στάση του ενάντια στον επιθετικό «πατριωτικό» πόλεμο την εποχή της Μεγάλης Ιδέας του Βενιζελισμού και του Κωνσταντινισμού.

▪ Πολιτικά, η λογική αυτή υπερασπίζεται όχι το σύγχρονο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, αλλά την ηγεμονία του διαταξικού, πατριωτικού (δηλαδή ουσιαστικά του μικροαστικού) στοιχείου σε βάρος του ταξικού αντικαπιταλιστικού, στο εσωτερικό του κινήματος.

Ο ελληνικός καπιταλισμός από την εμφάνισή του, με τη συγκρότηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, σημαδεύτηκε από μια οξύτατη αντίφαση: Από τη μια πλευρά, το ηγεμονικό του στρώμα, το κοσμοπολίτικο εφοπλιστικό, εμπορικό και τραπεζικό κεφάλαιο, ανήκε στην «πρώτη ταχύτητα» της εποχής του. Βρισκόταν σε επαφή με τα πιο προχωρημένα από οικονομική, τεχνολογική και πολιτιστική άποψη, τμήματα του διεθνούς (κατά βάση ευρωπαϊκού) καπιταλισμού και ασφυκτιούσε στα στενά εθνικά του όρια – κάτι που του έδινε εξαιρετικά επιθετικό, επεκτατικό χαρακτήρα. Από την άλλη, ήταν αναγκασμένο να στηρίζεται στις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, αφ’ ενός μεν λόγω των υπαρκτών αλυτρωτικών, εθνικών στόχων που το έφερναν σε σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (και αργότερα με την Τουρκία), αφ’ ετέρου δε λόγω του αυξημένου ειδικού βάρους των λαϊκών στρωμάτων (αρχικά της φτωχής αγροτιάς, μα ολοένα και περισσότερο του νεαρού προλεταριάτου), σε μια χώρα που πραγματοποίησε μια από τις πιο προχωρημένες λαϊκές-δημοκρατικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα.

Σε αυτό το φόντο, η «εξάρτηση» ήταν το αναγκαίο κακό για την εδραίωση και ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού και όχι προϊόν κάποιας εγγενούς «ενδοτικότητας» της ελληνικής αστικής τάξης. Αλλά και η «στρεβλή ανάπτυξη» του ελληνικού καπιταλισμού, με το αυξημένο ειδικό βάρος των αγροτικών και γενικότερα των μεσαίων στρωμάτων και την καθυστέρηση της εκβιομηχάνισης, ήταν προϊόν όχι της «εξάρτησης», αλλά των ιστορικά διαμορφωμένων, μετά την Επανάσταση του 1821-1829, κοινωνικών συσχετισμών που δυσκόλευαν τη γρήγορη απαλλοτρίωση των μικρών ιδιοκτητών από τους μεγάλους, καθυστερώντας την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου.

Ουσιαστικά, αυτό που πολιτογραφήθηκε ως «εξάρτηση» δεν ήταν παρά η εξέλιξη των διεθνών συμμαχιών του ελληνικού καπιταλισμού. Φυσικά, οι συμμαχίες μεταξύ εθνικών καπιταλισμών διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης, ακολουθούν την ίδια λογική με εκείνη του συνασπισμού ατομικών καπιταλιστών στο πλαίσιο των μονοπωλιακών τραστ: Ο πιο ισχυρός έχει μεγαλύτερη, από το μερίδιο που του αναλογεί, συμμετοχή στα κέρδη, ενώ ο πιο αδύναμος επωμίζεται δυσανάλογα μεγάλη συμμετοχή στις ζημιές της κοινής «εκστρατείας». Αλλά αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να διεκδικήσει ο ασθενέστερος την αναβάθμισή του.

Η Ελλάδα, εν μέρει λόγω ευνοϊκών συγκυριών, εν μέρει χάρη στο υψηλό επίπεδο των αστικών πολιτικών της ηγεσιών σε ορισμένες κρίσιμες στιγμές, κατάφερε να επωφεληθεί απ’ όλες τις μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας ποντάρει σωστά στην πλευρά των τελικών νικητών. Αυτό της χάρισε διαρκείς εδαφικές επεκτάσεις και αναβάθμιση στο εσωτερικό του παγκόσμιου καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας (ιδιαίτερα απέναντι στην Τουρκία), έστω κι αν στην πορεία έχασε τη μοναδική ιστορική ευκαιρία που της δόθηκε, αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να αναδειχτεί σε ηγεμονική περιφερειακή δύναμη, με την αποτυχημένη Μικρασιατική Εκστρατεία. (Σημαντικά παράπλευρα κέρδη της οποίας υπήρξαν, ωστόσο, η εθνοτική ομογενοποίηση και η αποφασιστική στροφή από τις εξωτερικές περιπέτειες στην εσωτερική, εντατική εκβιομηχάνιση.)

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο βασικός παράγοντας που διαιώνισε φαινόμενα πολιτικής «εξάρτησης» ήταν η καταλυτική, στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, πολιτική τομή του εμφυλίου πολέμου. Η διαρκής απειλή αναζωπύρωσης ενός επαναστατικού-λαϊκού ρεύματος, παρά τη στρατιωτική συντριβή του αντάρτικου χάρη στην ιμπεριαλιστική επέμβαση και στις (αποφασιστικές) εσωτερικές αντιφάσεις του, ανάγκασε επίσης την αστική τάξη να παρατείνει ορισμένες θεμελιακές «στρεβλώσεις» του ελληνικού καπιταλισμού: κυρίως τον μικρό αγροτικό κλήρο, τον διευρυμένο κρατικό τομέα της οικονομίας, τις προσωπικές σχέσεις εξαγοράς από την κεντρική εξουσία (ρουσφέτι, κορπορατισμός, αυθαίρετα, κλπ.) και τον ανοιχτό στα λαϊκά στρώματα χαρακτήρα της Παιδείας –υποκατάστατα του κοινωνικού κράτους που οικοδομούνταν στις αναπτυγμένες χώρες. Βεβαίως, η ελληνική αστική τάξη κατάφερε να επωφεληθεί ακόμη και από την επαναστατική απειλή που αντιμετώπιζε, αποσπώντας τη μεγαλύτερη, αναλογικά με τον πληθυσμό της, οικονομική «βοήθεια» με το σχέδιο Μάρσαλ και τη δρομολόγηση της ένταξής της στο ευρωπαϊκό κέντρο.

Ωστόσο, οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές στρεβλώσεις της μετεμφυλιακής περιόδου, με αποκορύφωμα τη δικτατορία των συνταγματαρχών και την κυπριακή τραγωδία, αναγεννούσαν διαρκώς εργατικά-λαϊκά, δημοκρατικά, αντιιμπεριαλιστικά κινήματα μεγάλου κοινωνικού εύρους και πολιτικού δυναμισμού, ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη ριζοσπαστική τομή του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης. Όμως, οι στρατηγικές ανεπάρκειες της Αριστεράς δεν επέτρεψαν την ηγεμονία των επαναστατικών τάσεων στο ευρύτερο δημοκρατικό αντιιμπεριαλιστικό ρεύμα, που αργά αλλά σταθερά αφομοιωνόταν – ακολουθώντας τις σημαίες του ρεφορμισμού και του μικροαστικού πατριωτισμού. Κυριότερος πολιτικός εκπρόσωπος αυτού του μεγάλου ρεύματος υπήρξε αρχικά η Ένωση Κέντρου και στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ. Συνολικά, το αποτέλεσμα όλης της μετεμφυλιακής περιόδου (ουσιαστικά όλης της περιόδου μετά τη δεκαετία του ’30) ήταν ότι το ευρύτερο αριστερό κίνημα, παρά το δυναμισμό και τον ηρωισμό του, είχε χαρακτήρα πολύ περισσότερο «πολιτικό»-δημοκρατικό και πολύ λιγότερο «ταξικό»-αντικαπιταλιστικό.

Η ένταξη στο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό κέντρο, το 1980, αναβαθμίζει τη θέση της ελληνικής αστικής τάξης στα Βαλκάνια και στο διεθνή καταμερισμό εργασίας – αυξάνει την ισχύ της απέναντι στον εσωτερικό εχθρό. Ωστόσο, αυτή η αναβάθμιση συμπίπτει με μια περίοδο εντεινόμενων κρισιακών φαινομένων στην παγκόσμια οικονομία – την περίοδο του στασιμοπληθωρισμού, της εκτόξευσης του εξωτερικού χρέους και του πρώτου κύματος των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων επί Ρίγκαν και Θάτσερ. Το γεγονός αυτό αναγκάζει τον ελληνικό καπιταλισμό να μπει κι αυτός, από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, σε τροχιά γρήγορων αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων. Η ελληνική ολιγαρχία βιάζεται σ’ αυτή τη φάση να σαρώσει τα «ξεπερασμένα κατάλοιπα» (ουσιαστικά, τις ιστορικές κατακτήσεις του ΕΑΜικού μπλοκ και των αγώνων της μεταπολίτευσης) που εμποδίζουν την απογείωσή της, χωρίς εν τω μεταξύ να έχει καταφέρει να ολοκληρώσει ποτέ κάτι ανάλογο με το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας.

Αυτό είναι το βασικό περιεχόμενο της περίφημης «δεύτερης μεταπολίτευσης» και του «εκσυγχρονισμού», που οδηγούν στο πολιτικό λιντσάρισμα του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, στον ευνουχισμό και την τελική υποταγή του, με την «πρωτοπόρα» συμβολή τής ταξικά εκφυλισμένης Αριστεράς την περίοδο της «κάθαρσης» και των συγκυβερνήσεων Τζαννετάκη και Ζολώτα.

Ύστερα από έναν αιώνα αλλεπάλληλων εξωτερικών περιπετειών και εσωτερικής πολιτικής ανωμαλίας, ο ελληνικός καπιταλισμός συντονίζεται, στη δεκαετία του ’90, πιο σταθερά με το βηματισμό του παγκόσμιου συστήματος. Ολοκληρώνει σε ένα βαθμό (αν και όχι πλήρως) την εκκαθάριση του εδάφους του από μια σειρά ιστορικών ιδιομορφιών που εμπόδιζαν την ανάπτυξή του. Αυτή τη δυναμική εκφράζει και στη σημερινή φάση η σημαία της κυβέρνησης για ρήξεις και τομές με τα συμφέροντα «κλειστών ομάδων».

Έτσι, ο ελληνικός καπιταλισμός αποτελεί πλέον όχι περιφερειακό, «καθυστερημένο» τμήμα του συστήματος, αλλά οργανικό στοιχείο, έστω και δεύτερης ταχύτητας, του πυρήνα της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ολοκλήρωσης στα συγκεκριμένα δημογραφικά, οικονομικά και γεωπολιτικά του όρια. Αυτό το «κεκτημένο» είναι το σταθερό εφαλτήριο για εξορμήσεις στην άμεση ζώνη επέκτασής του – κατά κύριο λόγο στα Βαλκάνια, τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες και τη Μέση Ανατολή. Εξορμήσεις, που ώς τα σήμερα δεν έχουν επιφέρει τα αναμενόμενα στρατηγικά αποτελέσματα, τόσο εξαιτίας των εσωτερικών προβλημάτων στη λειτουργία της αγοράς των ανατολικών χωρών, όσο και της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή σε σχέση με το «ειδικό βάρος» του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού.

Η αστικοποίηση, η συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού και η εισβολή των καπιταλιστικών σχέσεων στο χωριό, παρά την ορισμένη υστέρησή τους, δεν διαφοροποιούνται ποιοτικά από τη γενική εξέλιξη στις χώρες της πρώτης ταχύτητας. Πλάι στους παραδοσιακούς κινητήρες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα (ναυτιλία, κατασκευές, τουρισμός) αναπτύσσονται νέοι βιομηχανικοί κλάδοι στρατηγικής σημασίας. Οι τομείς των τηλεπικοινωνιών, της φαρμακευτικής βιομηχανίας και των υπηρεσιών γνωρίζουν αλματώδη εξέλιξη, ενώ η συρρίκνωση και μετακόμιση σε άλλες χώρες παραδοσιακών κλάδων της μεταποίησης (κλωστοϋφαντουργία, ναυπηγοεπισκευαστικές δραστηριότητες, χαλυβουργία κ.α.) επίσης ακολουθούν τις γενικές τάσεις του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου. Η μετατροπή της Ελλάδας από χώρα εξαγωγής μεταναστών σε χώρα υποδοχής προσφέρει νέες ευκαιρίες κερδοφορίας στο ελληνικό κεφάλαιο και αποτυπώνει ανάγλυφα τη διεθνή του αναβάθμιση.

 Ο διαρκής ανταγωνισμός της ελληνικής αστικής τάξης με την τουρκική, που παίρνει νέες μορφές μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στις φιλοδοξίες της. Αξιοποιώντας την αναβαθμισμένη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέση της, η ελληνική ολιγαρχία επιδιώκει ένα οριστικό κλείσιμο των εκκρεμοτήτων με την Τουρκία, θεωρώντας ότι βρίσκεται σε θέση σχετικής ισχύος, μετά και την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ (από εδώ και η πιο διαπραγματευτική θέση της Αθήνας και της Λευκωσίας στην τελευταία εμπλοκή με το σχέδιο Ανάν). Ωστόσο, η τουρκική ολιγαρχία δεν έχει λόγο να προχωρήσει σε έναν «ιστορικό συμβιβασμό» τη στιγμή που οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή (και κυρίως στο Ιράκ, με τη ντε φάκτο αυτονόμηση των Κούρδων) εγγράφουν σοβαρές απειλές για την ίδια, ενώ η ευρωπαϊκή προοπτική της κάθε άλλο παρά δεδομένη μπορεί να θεωρηθεί. Από αυτή την άποψη, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος επεισοδίων τύπου Ιμίων στο Αιγαίο, ή άλλων κρίσεων στην Κύπρο ή και τη Θράκη, που θα δώσουν στην Τουρκία τη δυνατότητα, ποντάροντας στα ισχυρά της χαρτιά (τη γεωστρατηγική θέση και τη στρατιωτική της υπεροχή) να αποκομίσει κέρδη στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο.

Οι κίνδυνοι αυτοί μεγαλώνουν καθώς ο αμερικανικός παράγοντας, στον ανταγωνισμό του με τον ευρωπαϊκό, δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήσει ελεγχόμενες κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (όπως και στα Δυτικά Βαλκάνια) για να ενισχύσει τον επιδιαιτητικό του ρόλο και τα προγεφυρώματά του στην περιφέρεια του ευρωπαϊκού κέντρου. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες εξελίξεις και κυρίως η εντυπωσιακά γρήγορη ανάπτυξη ενός ευρύτερου αντικαπιταλιστικού-αντιιμπεριαλιστικού ρεύματος στη σημερινή Τουρκία (που από ορισμένες απόψεις θυμίζει τη δική μας μεταπολίτευση) δίνουν ώθηση στις αριστερές, διεθνιστικές δυνάμεις και στις δύο πλευρές του Αιγαίου να συγκροτήσουν κοινό μέτωπο εναντίον των εξωτερικών τυχοδιωκτισμών και του κινδύνου ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία ιστορική κοινωνική και πολιτική οπισθοδρόμηση και τους δύο λαούς.

2. Ο αστικός συνασπισμός εξουσίας

Οι τομές του ολοκληρωτικού καπιταλισμού στην παραγωγική διαδικασία, στην οργάνωση της εκμετάλλευσης και του ανταγωνισμού σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, επιδρούν στο «εποικοδόμημα» και ειδικά στο αστικό κράτος, που με τη σειρά τους, ειδικά στη φάση που διανύουμε, αντεπιδρούν στην παραγωγική «βάση». Μέσα από την κρίση του Κράτους Πρόνοιας αναπτύσσεται ένας ευρύτερος, αντιδραστικός συνασπισμός εξουσίας της αστικής τάξης, με πυρήνα του το μεταλλαγμένο κράτος-επιτελείο πολιτικής και στρατηγικής του κεφαλαίου.

Ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, το Κράτος Πρόνοιας, ως μορφή αστικού κράτους του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού/ύστερου ιμπεριαλισμού, μπαίνει σε πολλαπλή κρίση. Ειδικά, μπαίνει σε κρίση ο αστικός κρατικός προγραμματισμός (με την κρίση του 1972-’73 αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να αποτρέψει τις οικονομικές κρίσεις, ενώ με τη μετέπειτα διαρκή ύφεση αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε την καπιταλιστική ανάπτυξη), ενώ και η λειτουργία των δημόσιων ή κρατικά ελεγχόμενων επιχειρήσεων χάνει τον προωθητικό ρόλο της και μετατρέπεται σε βαρίδι για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου (οι δημόσιες επιχειρήσεις υπερχρεώνονται, απαρχαιώνονται, υπερδιογκώνονται κλπ.). Η δεύτερη πλευρά του Κράτους Πρόνοιας που μπαίνει σε κρίση είναι η «κοινωνική πλευρά» του, το «αριστερό χέρι του κράτους» σύμφωνα με τον Πιερ Μπουρντιέ (με πιο χαρακτηριστική έκφραση την καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων και τη συνεπακόλουθη κατάρρευσή τους). Σε τροχιά κρίσης μπήκαν και η πολιτική οργάνωση των διεθνών σχέσεων, το αστικό πολιτικό σύστημα, το κομματικό μοντέλο κ.α. Θεμέλιο αυτής της πολλαπλής κρίσης είναι η μετάβαση προς τη σημερινή εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού όπου κυριαρχεί ο βίαιος σφετερισμός της αξίας της εργατικής δύναμης, τα απανωτά προγράμματα λιτότητας και η ανάγκη ενίσχυσης του ταξικού ρόλου του κράτους. Η κυριότερη συνέπεια όλων των παραπάνω (και όσων έχουμε περιγράψει στα προηγούμενα κεφάλαια) είναι ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 - αρχές του ’70, μπαίνει σε κρίση η ιδιαίτερη λειτουργία του Κράτους Πρόνοιας, η οργάνωση της συναίνεσης των εργαζόμενων μαζών στην ηγεμονία και κυριαρχία του κεφαλαίου. Η συναίνεση αμφισβητείται από τους εργαζόμενους και από τα αριστερά (γαλλικός Μάης και γερμανικό Φθινόπωρο του ’68, παρατεταμένος «ιταλικός Μάης» στη δεκαετία του ’70 κλπ.), αλλά κυρίως από τα δεξιά: Στη δεκαετία του ’80, ο ριγκανισμός-θατσερισμός δίνει επιθετική απάντηση στην κρίση με το σύνθημα «μικρό και ευέλικτο κράτος» και με περιεχόμενο μια αντιδραστική αναμόρφωση των «σχέσεων αστικής εξουσίας».

Τα κυριότερα «εξωτερικά γνωρίσματα» αυτής της αντιδραστικής αναμόρφωσης είναι: Η τάση κατάργησης της διάκρισης των τριών εξουσιών σε όφελος της εκτελεστικής (κυβέρνηση), η απομάκρυνση της τελευταίας από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και η πλήρης αδιαφάνεια, η εκχώρηση αρμοδιοτήτων του έθνους-κράτους στους υπερεθνικούς θεσμούς, η σύγκλιση και η επακόλουθη κρίση των πολιτικών κομμάτων του συστήματος, η εκτρωματική ενίσχυση του «σκληρού κράτους» (αστυνομία, στρατός, μυστικές υπηρεσίες συνδυάζονται μεταξύ τους, ταυτόχρονα, παίζουν «νόμιμα» άμεσο πολιτικό ρόλο), η εμφάνιση και στερέωση του «βελούδινου κράτους» –των ΜΜΕ, της «Τηλεξουσίας» και γενικότερα του μηχανισμού πολιτιστικής κυριαρχίας, όπως οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, η Εκκλησία κ.α.–, η μεθοδική «αποκέντρωση» οικονομικών, πολιτικών και κατασταλτικών λειτουργιών του κράτους με την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η εκχώρηση «κρατικών αρμοδιοτήτων» σε κοινωνικούς φορείς (συνδικάτα, σύλλογοι κ.α.). Καθένα από αυτά πρέπει να μελετηθεί βαθύτερα. Όλες οι παραπάνω πτέρυγες συνεργάζονται μόνιμα, συμπλέκονται, ενοποιούνται διατηρώντας τη σχετική τους αυτοτέλεια (και τον ανταγωνισμό τους) «κάτω από τις διαταγές» της εθνικής κυβερνητικής-εκτελεστικής εξουσίας. Έτσι βγαίνει στην επιφάνεια και ενισχύεται η κύρια ταξική πλευρά του αστικού κράτους, η περιφρούρηση της ατομικής ιδιοκτησίας που μπαίνει σε βαθιά κρίση σε όλες τις μορφές της. Παράλληλα, η κρίση της «πανκοινωνικής λειτουργίας» του κράτους οδηγεί στην ανάγκη οργάνωσης μιας νέου τύπου συναίνεσης εργαζόμενων και ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων στη βάση της «προάσπισης» των ατομικών, κατακερματισμένων συμφερόντων και της «αντιτρομοκρατικής ασφάλειας». Εδώ, κρίσιμο ρόλο παίζει κυρίως τη βιομηχανία των μέσων ενημέρωσης και η βιομηχανία των «ατομικών» αξιών και οραμάτων.

Πυρήνας του αντιδραστικού συνασπισμού εξουσίας της αστικής τάξης είναι το κράτος-επιτελείο πολιτικής και στρατηγικής του κεφαλαίου για τη γενική ρύθμιση της διευρυμένης αναπαραγωγής, την αντιμετώπιση της εξάντλησής της, τη ρύθμιση της αγοράς και την αντιμετώπιση των άλλων κρατών-ανταγωνιστών στο διεθνή καταμερισμό. Ενισχύεται αποφασιστικά η πολιτική, άμεσα καταπιεστική πλευρά του κράτους. «Ο βασιλιάς εμφανίζεται γυμνός», σκληρός και ταξικός. Ενισχύεται, όπως δείξαμε, ο πολιτικός ρόλος του κράτους, η εξωοικονομική βία, ειδικά στη σημερινή φάση. Αυτή η τάση βρίσκεται πίσω από το σύνθημα για «επανίδρυση του κράτους» και τις προσπάθειες της κυβέρνησης Καραμανλή, όπως και πίσω από την «ανανέωση» του μεταλλαγμένου ΠΑΣΟΚ.

Ο αντιδραστικός συνασπισμός εξουσίας εσωτερικοποιεί στη λειτουργία του το ρόλο των διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει. Τα εθνικά κράτη δημιούργησαν και στηρίζουν τους διεθνείς οργανισμούς του κεφαλαίου, όπως την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, ιδιαίτερα στη σημερινή φάση των συνολικών κρισιακών φαινομένων και της πολιτικής τρομοκρατίας ενισχύεται η ιδιαίτερη πολιτική στήριξη των εθνικών κρατών από τα υπερεθνικά όργανα του κεφαλαίου. Θεμελιώδης πολιτικός στόχος των διεθνικών ιμπεριαλιστικών θεσμών είναι η αποφασιστική στήριξη του κάθε φορά ξεχωριστού έθνους-κράτους για να ανταποκριθεί στο βασικό καθήκον του, στη διατήρηση της κλονιζόμενης κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι από την πολιτική παρέμβαση των εργαζόμενων, η προοπτική κάθε ριζικής, αντικαπιταλιστική ανατροπής και επανάστασης σε μια χώρα. Για να μην «σπάσει ο αδύνατος κρίκος της αλυσίδας» στο επίπεδο ενός έθνους-κράτους. Παρά τις προσπάθειες της καπιταλιστικής διεθνοποίησης-«παγκοσμιοποίησης» και όσα υποστηρίζουν οι απολογητές της, στις συνθήκες της κρίσης του «πανκοινωνικού ρόλου» του κράτους και της έντασης της ανισομετρίας και των ανταγωνισμών, η τάση του εθνικού «αδύνατου κρίκου» αναπτύσσεται μακροπρόθεσμα με νέους τρόπους. Από αυτή την άποψη, με τη συμμετοχή στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ενισχύεται και δεν αποδυναμώνεται η κύρια αποστολή του αστικού κράτους.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το πεδίο του έθνους-κράτους, όχι μόνο παραμένει, αλλά αναβαθμίζεται ως το αποφασιστικό «επιτελείο» της κοινωνικής και πολιτικής τάξης και αυτή είναι η αιτία και η βαθύτερη εσωτερική συνάφεια του αντιδραστικού συνασπισμού εξουσίας. Από την άλλη, παρ’ όλες τις δυσκολίες που βάζει ο τελευταίος, η πάλη για την ανατροπή του και την επανάσταση σε κάθε ξεχωριστή χώρα αναδεικνύεται με νέους τρόπους σε άμεσα καθοριστικό πεδίο για τη διεθνιστική επαναστατική προοπτική.

3. Οι δυνάμεις του αστικού πολιτικού συστήματος

Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων έχουν επιφέρει σοβαρές μεταβολές και στο χαρακτήρα των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων – μεταβολές που επίσης οφείλουμε να λάβουμε υπόψη στη χάραξη μιας μάχιμης πολιτικής γραμμής.

Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί και εκσυγχρονίζει την ταξική φυσιογνωμία της, ως κόμμα μεγαλοαστικού χαρακτήρα, με πλατιά υποστήριξη από μικροαστικά και ανώτερα ενδιάμεσα στρώματα, με παράλληλη προσπάθεια διεύρυνσης προς ένα κοινωνικό μπλοκ των πιο «δυναμικών» ενδιάμεσων μισθωτών στρωμάτων και του ρεύματος των «εξατομικευμένων» επιδιώξεων μέσα στους εργαζόμενους και στη νεολαία, αλλά και σε τμήματα των πιο αποδιαρθρωμένων λαϊκών και εργατικών τμημάτων. Είναι ο ένας βασικός πολιτικός εκπρόσωπος του παραδοσιακού ελληνικού βιομηχανικού και τραπεζιτικού κεφαλαίου, όπως αυτό μετασχηματίζεται στα πλαίσια των νέων μορφών οργάνωσης των καπιταλιστικών σχέσεων και της διαπλοκής με το διεθνή ιμπεριαλισμό, κατά προτεραιότητα με το ευρωπαϊκό του κέντρο. Η μακρά παραμονή εκτός κυβερνητικής εξουσίας και το γεγονός ότι ήταν το ΠΑΣΟΚ που διαχειρίστηκε, κατά κύριο λόγο, την κρίσιμη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, από τη μια αποδυνάμωσε σχετικά και προσωρινά τη ΝΔ στα πιο ανερχόμενα τμήματα του σύγχρονου κεφαλαίου, ενώ από την άλλη τη βοήθησε να δημιουργήσει σημαντικά αλλά ασταθή προγεφυρώματα και σε ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης του ιδιωτικού, κυρίως, αλλά και του δημόσιου τομέα, των καταπιεζομένων και της νεολαίας. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε και στην εμφάνιση μιας τάσης «λαϊκής Δεξιάς», μέσα στις γραμμές της, που κυρίως συμπληρώνει και μόνο δευτερευόντως αντιπαρατίθεται στο κυρίαρχο μεγαλοαστικό-νεοφιλελεύθερο ρεύμα της, με έντονη ροπή προς σκληρά αστυνομικές, ξενοφοβικές και ακροδεξιές αντιλήψεις. Το ενδεχόμενο να οδηγήσει η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης από τη Νέα Δημοκρατία σε ρήγματα που θα τροφοδοτήσουν, στο μέλλον, μια πολύ πιο μαζική και «σοβαρή» ακροδεξιά απ’ ό,τι καταφέρνει σήμερα ο Καρατζαφέρης, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ακόμη περισσότερο τα προβλήματα και η κρίση στην Εκκλησία άφησαν ένα κενό στην ιδεολογική εκπροσώπηση του «θυμωμένου λαϊκού συντηρητικού κοινού» που μπορεί να τροφοδοτήσει ακροδεξιά ρεύματα.

Το σημερινό ΠΑΣΟΚ είναι το άλλο βασικό αστικό κόμμα, λαϊκής και εργατικής όμως κατά κύριο λόγο υποστήριξης, με ιδιαίτερη επιρροή στα νέα ενδιάμεσα μισθωτά στρώματα, που μαζί με εξαγορασμένα εργατικά στοιχεία, συγκροτούν την ιδιόμορφη ελληνική εργατική και συνδικαλιστική «αριστοκρατία». Τα αποκρυσταλλωμένα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του εκφράζουν την εξυπηρέτηση των μεγαλοαστικών συμφερόντων με προνομιακούς, αλλά όχι και μόνιμους, δεσμούς με τα πιο ευνοημένα τμήματα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Το ΠΑΣΟΚ παρακολουθεί και συντάσσεται (όχι πια με διαφορά φάσης) με τη γενικότερη οριστική μετάλλαξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, από το ρεφορμισμό των συλλογικών εργατικών διεκδικήσεων στον σοσιαλφιλελευθερισμό των ατομικών (περισσότερο φαντασιακών παρά πραγματικών) δυνατοτήτων κοινωνικής ανέλιξης. Η μακρά παραμονή του στην εξουσία γιγάντωσε τη διαπλοκή του με το κράτος, το κεφάλαιο, (ιδιαίτερα με νέα, δυναμικά ανερχόμενα και διεθνοποιημένα τμήματά του) και τον εξωτερικό παράγοντα. Δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ωστόσο το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ διατηρεί ακόμη, με πολύ δεξιότερους όρους απ’ ό,τι στο παρελθόν, οργανικούς δεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης με το μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης, τόσο στον δημόσιο τομέα, που αποτελεί και το αριθμητικά σοβαρότερο κομμάτι του σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος, όσο και σε βασικούς κλάδους του ιδιωτικού τομέα. Οι δεσμοί αυτοί με την εργατική τάξη σφυρηλατήθηκαν με βάση την αξιοποίηση των συνθημάτων, των εμπειριών, αλλά κυρίως των αντιφάσεων και της μακράς μικροαστικής διαπαιδαγώγησης της Αριστεράς, κυρίως στην πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης. Ιδιαίτερο κοινωνικό όχημα για την ηγεμονία στη σύγχρονη εργατική τάξη, αποτέλεσε και αποτελεί ακόμα, σε ένα βαθμό, η επιρροή του στα μισθωτά στρώματα μικροαστικής και ενδιάμεσης κοινωνικής συγκρότησης και στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Ωστόσο, αυτοί οι δεσμοί με τη σύγχρονη εργατική τάξη μπαίνουν σε δοκιμασία καθώς η συναίνεση στις ακραίες αντεργατικές πολιτικές πληρώνεται με διασπάσεις στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και αποσυσπείρωση της οργανωμένης βάσης. Επιπλέον, η δεξιά μετάλλαξή του αφήνει κενά πολιτικής εκπροσώπησης στα αριστερά του, από τα οποία αδυνατεί να ωφεληθεί έστω και στο ελάχιστο η κοινοβουλευτική Αριστερά λόγω στρατηγικής ανεπάρκειας και πολιτικών επιλογών (από το μεγάλο ρήγμα της κυβέρνησης Τζαννετάκη μέχρι τις σημερινές επιλογές του ΣΥΝ και με άλλο τρόπο του ΚΚΕ). Σε αντίθεση με τη Νέα Δημοκρατία, η βασική πολιτική πίεση στο χώρο του ΠΑΣΟΚ ασκείται όχι από τα δεξιά αλλά από τα αριστερά, χωρίς να αποκλείεται στο μέλλον η αναβίωση, εντός ή εκτός ΠΑΣΟΚ, πολιτικών μορφών ενός σοσιαλδημοκρατικού ή και πιο μαχητικού ρεφορμισμού. Η προσπάθεια για κοινή αγωνιστική δράση με την εργατική-λαϊκή βάση του ΠΑΣΟΚ και η αποδέσμευση, μεσοπρόθεσμα, σημαντικών δυνάμεών του σε αντικαπιταλιστική πολιτική προοπτική, αποτελεί αναγκαία κατεύθυνση για την οικοδόμηση ενός ισχυρού ταξικού αριστερού πόλου που θα υπερβαίνει τα ιστορικά όρια της μεταπολιτευτικής Αριστεράς.

Ο Συνασπισμός είναι μικροαστικό κόμμα, με βασική υποστήριξη από τα νέα μικροαστικά ή μεσαία μισθωτά στρώματα, ιδίως της διανοητικής εργασίας, και από ορισμένα αντίστοιχα τμήματα που προσεγγίζουν ή εντάσσονται στη σύγχρονη εργατική τάξη. Επιδιώκει να καλύψει το κενό μιας «σοβαρής» ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, σε μια εποχή όπου το ΠΑΣΟΚ στρέφει το βλέμμα στις κορυφές του πιο αμερικανικού, φιλελεύθερου παραδείγματος. Πολιτικά, είναι διχασμένος ανάμεσα στη στρατηγική της Κεντροαριστεράς, που μοιραία τον οδηγεί σε πολιτική ουράς έναντι του ΠΑΣΟΚ και στη στρατηγική της Παναριστεράς, που κινδυνεύει, αντί να του προσφέρει ακροατήριο στο ΚΚΕ, να οδηγήσει τμήμα της επιρροής του στο «μεγαλύτερο αδελφό» της Αριστεράς, στην κατεύθυνση μιας νέας αυταπάτης για ένα πιο ενισχυμένο κοινοβουλευτικό ποσοστό. Οι αριστερόστροφες διαφοροποιήσεις του, κυρίως σε επίπεδο ύφους και δευτερευόντως σε επίπεδο πολιτικής ουσίας, μετά την πρόσφατη αλλαγή ηγεσίας του, ανοίγουν ένα παράθυρο αντικαπιταλιστικής επικοινωνίας με τα εργατικά τμήματα της βάσης του, ευρύτερα, κοινής δράσης και πολιτικού διαλόγου. Σε στρατηγικό επίπεδο όμως υπερκαθορίζονται από τη θεμελιακή επιλογή για υποστήριξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από τη μη αμφισβήτηση του καπιταλισμού ως προσπελάσιμου ιστορικού ορίζοντα της ανθρωπότητας και από τη λογική της «ενότητας στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή», που σημαίνει τελικά –και ανεξάρτητα από προθέσεις– προσαρμογή στην πιο «αριστερή» παραλλαγή της αστικής πολιτικής («σοσιαλισμός με δημοκρατία» αλλά χωρίς επανάσταση και εργατική εξουσία, αστικός κοινοβουλευτισμός).

Το ΚΚΕ, ως προς τα κυρίαρχα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του, είναι κόμμα μικροαστικής ηγεμονίας και εργατικής-λαϊκής υποστήριξης, με έμφαση στα εργατικά και μεσαία στρώματα καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας, που θίγονται πιο πολύ από τις αναδιαρθρώσεις. Η ίδια η ιστορία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και ο ρόλος του ΚΚΕ σε αυτήν, οι ιδιαίτερες εξάρσεις και κυρίως οι αντιφάσεις των αγώνων του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος της χώρας μας, καθορίζουν την αίγλη και τα όρια του ΚΚΕ. Άλλωστε αυτά δεν επέτρεψαν και τη μεταμόρφωσή του σε κόμμα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» όπως έγινε σε πολλές χώρες. Η διατήρηση μιας σχηματικής αλλά «κομμουνιστικής» ταυτότητας σε επίπεδο συμβόλων και ορισμένων ιδεολογικών εξαγγελιών (όχι όμως σε επίπεδο θεωρητικού πολιτισμού, πολιτικού προγράμματος και πράξης) τη δύσκολη εποχή της ιδεολογικής παρανομίας της κομμουνιστικής Αριστεράς μετά την κατάρρευση, του χάρισε ένα μεγάλο βαθμό συνοχής και την υποστήριξη σημαντικού τμήματος αριστερών με επαναστατικές διαθέσεις, εξαιτίας και των αδυναμιών και αντιφάσεων της επαναστατικής Αριστεράς.

Ωστόσο, η άρνηση της αναγκαιότητας μιας συνολικής κομμουνιστικής επανίδρυσης, η επίμονη άρνηση αυτοκριτικής, η προσήλωσή του στη στρατηγική των χρεοκοπημένων και αστικά μεταλλαγμένων «σοσιαλιστικών» καθεστώτων το οδηγούν στην αυτάρκεια, στην ακραία πολιτική και θεωρητική περιχαράκωση. Οδηγούν στην άρνηση του σημερινού περιεχομένου της αντικαπιταλιστικής πάλης και μια επαναστατικής τακτικής αποδέσμευσης ευρύτερων δυνάμεων από την αστική πολιτική, στο σεχταρισμό στο μαζικό κίνημα και την πολιτική και ιδιαίτερα στην εχθρότητα απέναντι στα εγχειρήματα της εργατικής και κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα όχι μόνο την ποσοτική εξασθένισή του, αλλά και την ποιοτική υποβάθμιση των δεσμών του με τις μάζες τις οποίες επιδιώκει να «εκπροσωπεί» πολιτικά.

Η πίεση της ίδιας της πραγματικότητας, αλλά και των καλύτερων επεξεργασιών και δράσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, έχει τον αντίκτυπό της στο χώρο του ΚΚΕ, που είναι πολύ λιγότερο «μονολιθικός» απ’ όσο συνήθως πιστεύεται. Αν και η κύρια πίεση που δέχεται άμεσα ο οργανωμένος κορμός του εξακολουθεί να είναι προς το παρόν από τα δεξιά, παραμένει γεγονός ότι στο χώρο του ΚΚΕ και της ευρύτερης επιρροής του βρίσκεται ένα σημαντικό τμήμα δυνάμεων που από ταξική, ιστορική και πολιτική σκοπιά είναι ευαίσθητες στο εγχείρημα της κομμουνιστικής επανίδρυσης.

Το ΚΚΕ και γενικότερα το ρεύμα του μαχητικού, «κομμουνιστικού» ρεφορμισμού έχει σφυρηλατήσει, μέσα από μακρόχρονη ιστορική διαμόρφωση, τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του: Την πολιτική και στρατηγική συνεργασία με μη ευνοημένα, θιγόμενα τμήματα των αστικών τάξεων ενάντια στον «κύριο εχθρό», την ηγεμονική πυραμίδα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού. Στις νέες συνθήκες, όπου υποβαθμίζεται ο ιδιαίτερος ρόλος και η όποια αντίσταση αυτών των δυνάμεων, το ΚΚΕ οδηγείται σε δυο κατευθύνσεις: Από τη μια μεριά σε ορισμένες ριζικές, για τα μέτρα του, αριστερές αναπροσαρμογές με επίκεντρο το κοινωνικό ζήτημα και την εργατική τάξη. Από την άλλη μεριά, παρά την παταγώδη διάψευση και ήττα αυτής της πολιτικής, στην άρνηση και καταπολέμηση, ακόμα πιο επίμονα (και ταυτόχρονα πιο ευέλικτα), του αντικαπιταλιστικού ταξικού πολιτικού περιεχομένου.

Στην πραγματικότητα, ο κυρίαρχος κοινωνικός και ιδεολογικός χαρακτήρας του σημερινού ΚΚΕ (αντικειμενικά και ανεξάρτητα από προθέσεις) είναι να δρα ως βασικός μοχλός, ως ιδιόμορφο, ακραίο αριστερό χαράκωμα για την ταξική και ιδεολογική ηγεμόνευση και καθήλωση των δυνάμεων της επαναστατικής και κομμουνιστικής χειραφέτησης, μέσα στο «παλιό» εκμεταλλευτικό σύστημα.

Από αυτή την άποψη, δυνάμεις της ανεξάρτητης αριστεράς και το ΝΑΡ δίκαια αντιμάχονται τη δορυφοροποίηση γύρω από την καθεστωτική Αριστερά, αλλά αυτό φυσικά δεν αρκεί. Κυρίως θα πρέπει να προβάλλουν την πρόταση και την πρακτική της αντικαπιταλιστικής εργατικής πολιτικής ενότητας και της κομμουνιστικής πολιτιστικής αναζήτησης, αντιπαράθεσης και επαναθεμελίωσης, χωρίς ισοπεδωτισμούς, απέναντι στους αγωνιστές που κινούνται στο χώρο του ΚΚΕ και ευρύτερα του ιδιόμορφου κομμουνιστικού ρεφορμισμού της εποχής μας. Θα πρέπει σ’ αυτά τα πλαίσια να αντιμετωπίσουν αποφασιστικά τις δικές τους τάσεις αμυντικής αντανακλαστικής περιχαράκωσης, βιαστικών ιστορικών και πολιτικών αφορισμών και «εύκολης» πολιτιστικής και πολιτικής υποτίμησης, απέναντι στις δυνάμεις που προσβλέπουν σε αυτό. Θα πρέπει κυρίως να αντιπαραθέσουν στο ιστορικά κραυγαλέο έλλειμμα στρατηγικής και τακτικής αυτού του χώρου, ένα συνολικό πρόγραμμα επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής.


Κεφάλαιο Β΄

Κομμουνιστικό πρόγραμμα
Επαναστατική στρατηγική και τακτική

ΤΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΡΕΥΜΑΤΑ

1. Η διαλεκτική σχέση επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής

Τ

ο πρόγραμμα ενός εργατικού κόμματος καλείται να αποκρυσταλλώσει σε συγκεκριμένη στρατηγική και τακτική την επαναστατική δυναμική των αντιθέσεων της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής. Στόχος του δεν είναι μια «έφοδος στον ουρανό» από τη σκοπιά ενός ουτοπικού ηθικολόγου σοσιαλισμού, αλλά η μαχόμενη-υλιστική «κατάκτηση του ουρανού με τ’ άστρα πάνω στη Γη». Είναι ο θεωρητικός και πολιτικός επανεξοπλισμός μιας Αριστεράς που βλέπει τον κομμουνισμό, όχι ως ιδεατή κοινωνική αρχιτεκτονική ενός απρόσιτου μέλλοντος, αλλά ως «το πραγματικό κίνημα που αλλάζει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων», στην κατεύθυνση της αταξικής κοινωνίας των ελεύθερα αυτοδιαχειριζόμενων παραγωγών. Αυτό σημαίνει ότι η χάραξη στρατηγικής-τακτικής δεν μπορεί να είναι μια «ελεύθερη», καθαρά υποκειμενική πράξη, ένα αυθαίρετο «πολιτικό πρόταγμα» της επαναστατικής πρωτοπορίας. Αν η τελευταία θέλει οι προγραμματικές της ιδέες να γίνουν υλική δύναμη κατακτώντας τις μάζες, οφείλει να «ανακαλύψει», να επεξεργαστεί και να συμπυκνώσει το συγκεκριμένο συνδυασμό στρατηγικής-τακτικής που έχει αντικειμενικά ανάγκη η ίδια η μισθωτή εργασία, στη συγκεκριμένη εποχή, στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και στη συγκεκριμένη χώρα.

H στρατηγική μιας επαναστατικής οργάνωσης οριοθετεί το σκοπό της ύπαρξής της, τους ανώτερους τελικούς στόχους της τάξης την οποία εκφράζει, τις κοινωνικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον να τους κατακτήσουν, το χαρακτήρα της επανάστασης και τις μορφές του επαναστατικού περάσματος. Αποτελεί την καθοριστική πλευρά στην πολιτική ταυτότητα και στη θεωρητική και πολιτική πρακτική της οργάνωσης και του ταξικού εργατικού κινήματος, το πιο «μόνιμο» στοιχείο τους στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής. Περιγράφει το γενικό καθοριστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λύνονται αποφασιστικά, καθολικά και με μη αντιστρεπτό τρόπο τα βασικά επαναστατικά καθήκοντα για το πέρασμα σε μια ανώτερη βαθμίδα κοινωνικής οργάνωσης.

Η επαναστατική τακτική αναδεικνύει τα συγκεκριμένα, σε κάθε ιστορική περίοδο, κεντρικά μέτωπα των εργατικών και ευρύτερων λαϊκών-δημοκρατικών συγκρούσεων για την ουσιαστική, υλική βελτίωση των όρων ζωής και πάλης των εργαζόμενων, με συνολική κατεύθυνση τον κλονισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και γενική επιδίωξη την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, δηλαδή, την υλική, μαζική προσέγγιση και πραγματοποίηση της Αντικαπιταλιστικής Επανάστασης. Αποτελεί το πολιτικά αποφασιστικό στοιχείο του προγράμματος, υπηρετώντας τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάμεων, την πολιτική τους ωρίμανση και συνειδητοποίηση μέσα από την ίδια τους την πείρα, αλλά και την υλική συγκρότηση θεσμών και οργάνων της εργατικής πολιτικής, τη συγκρότηση έστω και σε εμβρυακό επίπεδο, μορφών της εργατικής επαναστατικής εξουσίας και προοπτικής. Είναι το πιο «ευέλικτο» στοιχείο του προγράμματος, καθώς παίρνει υπόψη τους συσχετισμούς της εκάστοτε ιστορικής περιόδου, τα κυρίαρχα κάθε φορά ζητήματα στην ημερήσια διάταξη και δεν απορρέει αυτόματα από κάποιο, μια για πάντα δοσμένο, επαναστατικό «μπίζνες πλαν».

Η σχέση επαναστατικής στρατηγικής - επαναστατικής τακτικής του εργατικού κινήματος είναι μια διαλεκτική σχέση ενότητας και αντίθεσης με αντικειμενική βάση, η οποία καθορίζεται από την τάση της ταξικής πάλης να αμφισβητεί, να κλονίζει, να υπερβαίνει, αλλά και από την άλλη πλευρά, να καθηλώνεται από το θεμελιώδη νόμο του καπιταλισμού, το νόμο της αξίας και της σχετικής εξαθλίωσης, από τους γενικότερους νόμους της καπιταλιστικής κυριαρχίας και να «υποτάσσεται» σε αυτούς.

Η ενότητα, η σύνδεση ανάμεσα στην επαναστατική στρατηγική και τακτική, καθορίζεται τελικά από την ενότητα των σημερινών, επιτακτικών αναγκών και βασικών συμφερόντων της εργασίας με τα επαναστατικά και κομμουνιστικά τους συμφέροντα. Η επαναστατική τακτική εκπροσωπεί σε κατώτερο επίπεδο, αυτά τα βασικά συμφέροντα της εργασίας «στο σήμερα» και αποτελεί τον αναγκαίο δρόμο προώθησής τους, καθώς και αντικαπιταλιστικής πολιτικής μετατόπισης ευρύτερων δυνάμεων στην κατεύθυνση της επανάστασης. Η μόνιμη αντίθεση ανάμεσα στην επαναστατική στρατηγική και τακτική στο έδαφος της αστικής κυριαρχίας (αλλά και πέρα από αυτό, στην αντικαπιταλιστική επανάσταση και τον κομμουνισμό), καθορίζεται από τους φραγμούς που βάζουν οι θεμελιώδεις νόμοι του καπιταλιστικού συστήματος. Στα πλαίσια αυτά, οι αντιφάσεις της ταξικής πάλης, η αδυναμία της εργατικής πολιτικής να επιβληθεί ολοκληρωτικά στις συνθήκες της αστικής κυριαρχίας, καθορίζουν τη δεσπόζουσα αντίθεση της τακτικής με τη στρατηγική.

Η προσπάθεια των επαναστατών για την περίφημη, «συγκεκριμένη σύνδεση» στρατηγικής και τακτικής δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση, ούτε λύνεται με τη γενική αποδοχή του στρατηγικού προτάγματος ή με τη γενική υποβάθμιση ή απόρριψη της επαναστατικής τακτικής. Προϋποθέτει τη σχετική τους αυτοτέλεια, την αναγνώριση των ορίων που έχει η ενότητά τους και -ιδιαίτερα στη σημερινή ιστορική περίοδο- την κατανόηση της δεσπόζουσας αντίθεσής τους. Προϋποθέτει, επομένως, την αναγνώριση της αναγκαιότητας για σχετική σύνδεση της στρατηγικής και της τακτικής στο σήμερα με την αξιοποίηση στο έπακρο των «υλικών» στοιχείων της ενότητάς τους. Από την άλλη πλευρά επιβάλλει την αναγκαιότητα των μεγάλων επαναστατικών αλμάτων για την ιστορική σύνδεση και ενότητά της, στα πλαίσια της οριστικής νίκης του κομμουνισμού. Αυτή η διαδικασία δεν γίνεται, βέβαια, αυτόματα και υποκειμενικά, ούτε με κάποιο προγραμματικό ή κινηματικό λογάριθμο. Ούτε αρκεί να επαναλαμβάνει κανείς τις γενικές επεξεργασίες του 1ου Συνεδρίου. Αντίθετα, απαιτεί την επεξεργασία μιας σαφούς, διακριτής επαναστατικής τακτικής στην κατεύθυνση αυτής της υπέρβασης, ανατρέποντας το συγκεκριμένο επίπεδο της αντίθεσης και τους συσχετισμούς της περιόδου. Δεν προωθείται από μια διαγώνια «πολιτική γραμμή» που ξεκινάει σήμερα και καταλήγει στον κομμουνισμό.

Η ανάγκη διαρκούς υπέρβασης της δεσπόζουσας αντίθεσης απαιτεί να τοποθετηθεί η σχέση επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και –με διαφορετικό τρόπο– για κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτή η ανάγκη, επίσης, υπογραμμίζει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η αυτοτελής προβολή και η υλική επίδραση του στρατηγικού προγράμματος στο παρόν, όπως και τη σημασία που έχει ο γενικότερος ρόλος της κομμουνιστικής πρωτοπορίας. Άρα, και εδώ δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε τις γενικά σωστές διατυπώσεις του 1ου Συνεδρίου ότι «η τακτική για την εργατική πολιτική είναι ο επαναστατικός αγώνας σε κάθε ζήτημα, σε κάθε φάση και η στρατηγική είναι η επανάσταση μέχρι το τέλος».

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν κάτω από το άγχος να διαχωριστούμε από τις θεωρίες των σταδίων, διατυπώνονται απόψεις, όπως και στο τελικό Σχέδιο Θέσεων, του τύπου: «για την εργατική πολιτική, η αντικαπιταλιστική πάλη και η κομμουνιστική προοπτική δεν είναι ξεχωριστά στάδια», διατηρώντας τη σύγχυση γύρω από τη διαλεκτική εξέλιξη της ταξικής πάλης, τις αναγκαίες ποιοτικές καμπές από το σήμερα στην επαναστατική κατάσταση και τα μεγάλα άλματα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της μετάβασης στον κομμουνισμό. Δεν αρκεί να επαναλαμβάνει κανείς γενικά, σε διάφορους τόνους, την απόρριψη της ρεφορμιστικής τακτικής και στρατηγικής των σταδίων και των «ενδιάμεσων λύσεων» που καθηλώνουν την πάλη στα όρια του συστήματος. Χρειάζεται να επεξεργαστεί συγκεκριμένα την επαναστατική τακτική, να αναδείξει τη συγκεκριμένη σύνδεση και αντίθεσή της με τη στρατηγική στο σήμερα (και με άλλο τρόπο ιστορικά), καθώς και να προωθήσει θεωρητικά και υλικά την αυτοτελή προβολή του στρατηγικού προγράμματος.

Η σχέση ενότητας και αντίθεσης ανάμεσα στη στρατηγική και την τακτική διατηρείται έως την οριστική υπέρβαση της δεσπόζουσας αντίθεσής τους και την οριστική ενοποίησή τους μόνο στο πλαίσιο της νίκης της κομμουνιστικής, διεθνιστικής κοινωνίας. Ωστόσο, ο τρόπος που συνδέονται η στρατηγική και τακτική μεταξύ τους, δεν είναι ίδιος μέσα στον ιστορικό χρόνο: Διαφορετικός είναι, με βάση τα χαρακτηριστικά και τους συσχετισμούς της σημερινής ιστορικής περιόδου, άλλος θα είναι σε περίοδο επαναστατικών γεγονότων ή προεπαναστατικών και πολύ περισσότερο επαναστατικών καταστάσεων. Και ακόμα, ποιοτικά διαφορετική θα είναι η σχέση ενότητας-αντίθεσης ανάμεσα στα τακτικά καθήκοντα και προβλήματα της Αντικαπιταλιστικής Επανάστασης και στα στρατηγικά της Εργατικής Δημοκρατίας και άλλη, πάλι, ανάμεσα στην τελευταία και στο μεγάλο άλμα της Κομμουνιστικής Διεθνιστικής Απελευθέρωσης.

Η διαλεκτική σύνδεση στρατηγικής-τακτικής δεν είναι απλώς μια «ιδέα». Στηρίζεται σε αντικειμενικά και υποκειμενικά, επαναστατικά στοιχεία που αναδεικνύει η σύγχρονη εποχή του καπιταλισμού σε συνδυασμό με τη σημερινή ιστορική περίοδο, αλλά και με τα ειδικά χαρακτηριστικά της νέας φάσης, τα οποία περιγράψαμε. Στην ανατρεπτική, εργατική πλευρά αυτού του συνδυασμού, πρέπει να «ανακαλύψουμε» τη λύση της επαναστατικής σύνδεσης στρατηγικής-τακτικής στις σημερινές συνθήκες.

Μέσα στην «άμεση» πραγματικότητα, υπάρχουν συγκεκριμένες σχέσεις, δυνάμεις, ταξικά εργατικά συμφέροντα και πρακτικές, αντίστοιχα αιτήματα, πολιτικοί στόχοι και διεκδικήσεις, ιδέες, μορφές πάλης και οργάνωσης, που εκπροσωπούν τη βασική πλευρά των εργατικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων (συνηθίζουμε να την χαρακτηρίζουμε ως «αντικαπιταλιστική-ταξική» ή «επαναστατική» τάση ή κατεύθυνση του εργατικού αγώνα). Επίσης, αυτά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία εκπροσωπούν τη στρατηγική προοπτική του εργατικού κινήματος μέσα στον άμεσο αγώνα, με αντιφατικό τρόπο και σε «κατώτερο», σήμερα, επίπεδο. Η δυναμική τους είναι αφάνταστα ευρύτερη από τις σημερινές «πολιτικές πρωτοπορίες» τους. Η γενικότερη ταξική πάλη για την αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης, από ένα σημείο ανάπτυξής της και μετά, αναγεννά διαρκώς τις αντικαπιταλιστικές τάσεις, που συγκρούονται με τα πλαίσια των νόμων του συστήματος. Παράλληλα, οι τελευταίες συνυπάρχουν με τις εργατικές τάσεις που εκπροσωπούν την υπόκλιση και την υποταγή στα αστικά πλαίσια.

Ο θεμέλιος λίθος, ο κινητήρας της επαναστατικής τακτικής είναι η διαπάλη ανάμεσα στη διαρκή προσπάθεια της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής πλευράς να συνενώσει και να μετασχηματίσει το συνολικό αγώνα των εργαζόμενων σε ανεξάρτητη, πολιτική επαναστατική βάση, και από την άλλη, στις δυνάμεις και τις τάσεις που προωθούν τη διατήρηση και ενίσχυση του κατακερματισμού του εργατικού αγώνα και την υποταγή του στους νόμους του συστήματος.

Οι διάφορες παραλλαγές του ρεφορμισμού και αντίστοιχα του αναρχισμού, ιδιαίτερα στη σημερινή ιστορική περίοδο, μπροστά στη «σκληρή» αντίθεση της επαναστατικής στρατηγικής-τακτικής, καταργούν τόσο την ενότητα όσο και την αντίθεση ανάμεσα στη στρατηγική και την τακτική, με διάφορους συνδυασμούς. Πρόκειται για μια παράδοση δεκαετιών που καθόρισε την πορεία ενσωμάτωσης του αριστερού, κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος.

Το ταξικά εκφυλισμένο κομμουνιστικό κίνημα είχε και έχει την τάση να απολυτοποιεί και να αντιμετωπίζει στατικά την αντίθεση και τη σχετική αυτονομία της στρατηγικής και της επαναστατικής τακτικής. Μετατρέπει την πρώτη σε «εικόνισμα» και τη δεύτερη σε πολιτική ουράς απέναντι στην πιο «αριστερή» πτέρυγα του αστικού πολιτικού κόσμου. Αναλόγως, τμήματα του μαρξιστικού-λενινιστικού χώρου που προσπάθησαν να αρθρώσουν μια εξ αριστερών κριτική στο κομμουνιστικό κίνημα, στην εποχή της νεότητάς τους, περιορίστηκαν, τελικά, στην πολιτική έκφραση ενός ρηχού ριζοσπαστισμού μικροαστικών στρωμάτων, υψώνοντας Σινικά Τείχη ανάμεσα στη στρατηγική και τακτική. Στα λόγια υπερασπίζονται (δογματικά) κάποιες «αιώνιες» επαναστατικές αρχές και στην πράξη εφαρμόζουν την πολιτική γραμμή ενός «ρεαλιστικού», αμυντικού ρεφορμισμού στο όνομα των αρνητικών συσχετισμών.

Ο κινηματισμός της αυτονομίας και, πολύ περισσότερο, το αναρχικό ρεύμα αρνείται και την επαναστατική στρατηγική και την επαναστατική τακτική, ενώ φαντασιώνεται ότι τις συνθέτει μέσω του ακραίου υποκειμενισμού της «Πράξης» και της «Ρήξης».

Οι τάσεις του παραδοσιακού αριστερισμού έχουν μικρότερη έκταση και άλλη μορφή, σήμερα, αλλά δεν αποκλείεται να αναγεννηθούν στο μέλλον εφ’ όσον δεν καλυφθεί το ιστορικό έλλειμμα ενός ισχυρού εργατικού-επαναστατικού πόλου. Πρόκειται για ένα ρεύμα που είχε την τάση να αρνείται κάθε τακτική, κάθε ελιγμό, κάθε συγκεκριμένο υπολογισμό των συσχετισμών ως ταξική προδοσία, εκφυλίζοντας το εργατικό πρόγραμμα σε ανώφελη, μεγαλόστομη ρητορεία μάταιων πόθων (μια αντανακλαστική, ανίσχυρη και ατελέσφορη αντίδραση στο δεξιό οπορτουνισμό). Συχνά μεταλλάσσεται και συνδέεται με το μαχητικό οικονομισμό και τον ανανεωμένο αναρχοσυνδικαλισμό της αυτονομίας, ως αριστερός αντικατοπτρισμός του επιχειρούμενου ατομικού κατακερματισμού της εργατικής τάξης.

Το ΝΑΡ προσπάθησε να υπερβεί αυτές τις κληρονομικές ασθένειες των διάφορων εκδοχών του «παλιού», επανασυνδέοντας τη στρατηγική με την τακτική και αναγνωρίζοντας τον καθοριστικό, ιστορικά, ρόλο της πρώτης και τον αποφασιστικό, πολιτικά, ρόλο της δεύτερης. Στην πράξη, ωστόσο, η δράση μας σφραγίστηκε από την υποτίμηση της επαναστατικής στρατηγικής και του ανώτερου, σήμερα, κομμουνιστικού χαρακτήρα της (κι αυτό δεν έχει να κάνει με το πόσο συχνά κλίναμε σε όλες τις πτώσεις την επανάσταση και τον κομμουνισμό), πράγμα που εκφράστηκε ανάγλυφα στην υποβάθμιση της θεωρίας και της ίδιας της επαναστατικής οργάνωσης. Παράλληλα, σε αυτή τη βάση και εν μέρει λόγω ασαφειών και απολυτοτήτων στις προγραμματικές μας επεξεργασίες, υποτιμήσαμε το σχετικά αυτοτελή ρόλο της τακτικής ως το αποφασιστικό, κάθε φορά, πεδίο προώθησης του συνολικού επαναστατικού προγράμματος και της στρατηγικής. Από εδώ απορρέει η πολυσυζητημένη απόσπαση από τα γενικότερα πολιτικά μέτωπα και τις διαθέσεις των εργαζομένων και της νεολαίας.

2. Η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης, επαναστατικής τακτικής και επανάστασης

 

«Η επεξεργασία σωστών αποφάσεων τακτικής
έχει τεράστια σημασία για ένα κόμμα» που δεν θέλει
«να σέρνεται απλώς στην ουρά των γεγονότων».
B. I. Λένιν, Οι Δυο Τακτικές της Σοσιαλδημοκρατίας

 

Οι ανεπάρκειες που αναφέραμε αντανακλούν, ως ένα βαθμό, μια πραγματική και βαθιά οργανική αντίφαση της επαναστατικής τακτικής, που συνοδεύει πάντα τις προσπάθειες των κομμουνιστών, όπως η χελώνα συνοδεύεται από το καβούκι της:

▪ Γενικά, στις συνθήκες της ταξικής κοινωνίας, η αντιμετώπιση των κρίσιμων εργατικών λαϊκών προβλημάτων, η προώθηση αντικαπιταλιστικών δημοκρατικών κατακτήσεων και η επιβολή επαναστατικών μεταρρυθμίσεων προσκρούει στο φράγμα της γενικής λειτουργίας του νόμου της σχετικής εξαθλίωσης και στους γενικότερους νόμους της αστικής κυριαρχίας. Για αυτό τελικά, όλα τα παραπάνω έχουν πολύ στενά όρια χωρίς επαναστατικού τύπου μεταβολές στον πολιτικό συσχετισμό, χωρίς την ανεξάρτητη συγκρότηση της εργατικής πολιτικής και, κυρίως, χωρίς την επιδίωξη από τώρα, και τελικά, την κατάκτηση της επαναστατικής, πολιτικής εξουσίας.

▪ Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι αδύνατο να κερδηθούν τα ευρύτερα εργατικά στρώματα με την υπόθεση του επαναστατικού μετασχηματισμού, χωρίς μια συνολική, πολιτική προώθηση των άμεσων εργατικών αντικαπιταλιστικών δικαιωμάτων, χωρίς διαρκή αγώνα που δεν θα περιορίζεται σε μια αφηρημένη, προπαγανδιστική ζύμωση, αλλά θα επιδιώκει πραγματικά να επιβάλλει τις πιο ώριμες, επιτακτικές και αναγκαίες διεκδικήσεις, στην κατεύθυνση της αντίστασης, της ήττας και της ανατροπής της αστικής πολιτικής.

Η παραπάνω αντίφαση αναδεικνύεται με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα στη νέα εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και ειδικά στη σημερινή περίοδο: Η ανάγκη αποτελεσματικής αντίστασης απέναντι στην ποιοτική επιδείνωση της θέσης των εργαζόμενων, σήμερα, απαιτεί διεκδικήσεις και κατακτήσεις που να αλλάζουν τη συνολική θέση των εργατών σε βάρος του κεφαλαίου, να επιδιώκουν την πραγματική βελτίωση της κατάστασής τους. Το τελευταίο, όμως, συγκρούεται με την εκτίναξη της σχετικής εξαθλίωσης των εργαζόμενων και τη σημερινή αντεπαναστατική δυναμική του συστήματος. Για αυτούς τους λόγους, οι διεκδικήσεις και κατακτήσεις πρέπει να υπερβαίνουν όχι μόνο τη σημερινή αντεπαναστατική δυναμική, αλλά και τους νόμους του συστήματος, να υπερβαίνουν τα όριά του. Πρέπει να έχουν βασικά αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο και επαναστατική κατεύθυνση.           

Στη σημερινή εποχή, η περίφημη στον επαναστατικό μαρξισμό σχέση ανάμεσα στην ταξική εργατική μεταρρύθμιση και στην επανάσταση (από τη μια η ενότητα τους και από την άλλη η δεσπόζουσα αντίθεσή τους), τροποποιείται ριζικά, χωρίς φυσικά να καταργείται. Η ταξική, αντικαπιταλιστική μεταρρύθμιση και σε ανώτερο επίπεδο, η επαναστατική τακτική, συνδέονται στενότερα και πιο ουσιαστικά με την επανάσταση. Για να ολοκληρωθούν απαιτούν περισσότερο και πιο άμεσα την καθοριστική αναγκαιότητα της επανάστασης και την ενότητα μαζί της, χωρίς να ταυτίζονται με αυτήν, χωρίς να ξεπερνούν τεχνητά τη βασική αντίθεσή τους.

Από αυτή την άποψη, η πραγματική δυναμική της Ιστορίας είναι εντελώς αντίστροφη από αυτό που υποστηρίζει η αγοραία λογική του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού, που λέει ότι η επανάσταση είναι μια «ουτοπία», χρήσιμη ίσως ως πηγή έμπνευσης, και ότι η μεταρρύθμιση είναι ο μόνος «πολιτικός ρεαλισμός» που μας απομένει. Στον καπιταλισμό, και πολύ περισσότερο στο σημερινό του στάδιο, ουσιαστικά ισχύει το ανάποδο: Ο πραγματικός ρεαλισμός είναι η επανάσταση και η χρήσιμη κατά κάποιο τρόπο «ουτοπία» είναι, μέχρι ενός ορισμένου σημείου, η «τακτική» της αντικαπιταλιστικής, ταξικής, πολιτικής μεταρρύθμισης και ανατροπής.

Στις μέρες μας ο όρος «μεταρρύθμιση» έχει γίνει κακόφημος, όχι μόνο στους κύκλους των επαναστατών (ως αντίδραση στη μακρόχρονη κυριαρχία του ρεφορμισμού-οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα) αλλά και στους ευρύτερους κύκλους των εργαζομένων, ειδικά των νέων. Διόλου αδικαιολόγητα: Σήμερα, αυτοί που μιλάνε διαρκώς για «μεταρρυθμίσεις» είναι οι αρχιερείς του νεοφιλελευθερισμού και της αντεπαναστατικής εκστρατείας του κεφαλαίου και σε παγκόσμιο επίπεδο το υπερεπιθετικό ρεύμα του αμερικανικού νεοσυντηρητισμού. Αντίθετα, τα εργατικά συνδικάτα, τα αριστερά κόμματα, τα κινήματα κατά του πολέμου και της παγκοσμιοποίησης εμφανίζονται ως εκπρόσωποι του «κατεστημένου», του «κοινωνικού και γεωπολιτικού στάτους κβο», δυνάμεις της κοινωνικής και πολιτικής αρτηριοσκλήρωσης που αντιστέκονται, περίπου όπως οι παλαιοημερολογίτες, στο «νομοτελειακό» ρεύμα της «αλλαγής». Οι κατεστημένες ηγεσίες της ευρύτερης αστικής και μικροαστικής Αριστεράς φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την αντιδραστική ιστορική αντιστροφή. Έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού την επανάσταση, αδυνατούν να χαράξουν, στη σημερινή εποχή, οποιαδήποτε στοιχειωδώς αποτελεσματική γραμμή συνεκτικής τακτικής ακόμα και για τη δική τους ρεφορμιστική αντίληψη και πρακτική.

Σήμερα, το εργατικό κίνημα βρίσκεται μπροστά σε ένα πραγματικό σταυροδρόμι, καλείται να ακολουθήσει τέσσερις πιθανούς δρόμους.

Πρώτος δρόμος: Η υποταγή στο νόμο της σχετικής εξαθλίωσης των εργαζομένων με τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του, που συχνά οδηγούν έως την απόλυτη επιδείνωση της γενικής κατάστασης των εργατών. Σε αυτά τα πλαίσια, καλείται να επιλέξει το «εφικτό» των άμεσων βελτιώσεων, με βάση την ενίσχυση της δικής «μας» επιχείρησης και του δικού «μας» κράτους. Περιμένοντας, τελικά, την καλή θέληση του αστικού ρεφορμισμού, που ενδεχόμενα θα αναγκασθεί να πάρει κάποια στοιχειώδη μέτρα εκτόνωσης και εξισορρόπησης των εντάσεων, για την αναζωογόνηση της σύγχρονης εκμετάλλευσης, σε κάποια καμπή όξυνσης των αντιφάσεων, σε κάποια στροφή των εξελίξεων. Στην πραγματικότητα, σε έναν τέτοιο δρόμο, η εργατική τάξη εξαναγκάζεται είτε να αρκεστεί σε μια διαπραγμάτευση των ρυθμών επιδείνωσης της ζωής της, είτε να παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια συλλογικής διεκδίκησης, βουλιάζοντας στο δρόμο του ατομικού κατακερματισμού-ανταγωνισμού. Σε αυτό το δρόμο καλεί η κυρίαρχη, δεξιά πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία έχει προσαρμοστεί στην καθεαυτή αστική γραμμή των αντιδραστικών-αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων». Αντικατέστησε την (ρεφορμιστική και γι’ αυτό ουτοπική) επιδίωξη της κοινωνικής ισότητας με το σύνθημα της «κοινωνίας ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων», που αποτέλεσε και την κεντρική ιδέα στο πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ.

Δεύτερος δρόμος: Οι διάφορες πολιτικές μορφές του εργατικού (αντιδεξιού, αντινεοφιλελεύθερου, αντιμονοπωλιακού κλπ.) ρεφορμισμού. Στην πράξη, καταλήγουν σε παραλλαγές της προηγούμενης επιλογής. Αρνούνται το συνολικό, πολιτικό πρόγραμμα ανατρεπτικών, αντικαπιταλιστικών διεκδικήσεων και, πρακτικά, περιορίζουν την εργατική πάλη σε αμυντικές μάχες οπισθοφυλακών, στα όρια τελικά της σημερινής αντεπαναστατικής δυναμικής και των απαράβατων νόμων του συστήματος. Ο Συνασπισμός οραματίζεται μια συνολική, δημοκρατική... αυτομεταρρύθμιση της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ενωσης και του σύγχρονου καπιταλισμού. Το ΚΚΕ, όπως και άλλα ρεύματα κομμουνιστικής αναφοράς, καταστρώνουν καταλόγους επί καταλόγων εργατικών, δημοκρατικών, ακόμα και αντικαπιταλιστικών διεκδικήσεων, στα επιμέρους μέτωπα. Τις αντιμετωπίζουν όμως, είτε ως απλούς «στόχους ζύμωσης», που δεν μπορούν να υλοποιηθούν σήμερα λόγω «αρνητικών συσχετισμών», είτε εκφυλίζονται σε ασύνδετα μεταξύ τους «προγράμματα πάλης των επί μέρους χώρων». Στην καλύτερη περίπτωση, αυτή η τακτική δεν μπορεί να αναπαράγει τίποτα περισσότερο από ένα κατακερματισμένο «συνδικαλιστικό αντάρτικο», κατά βάση αμυντικού χαρακτήρα, που αδυνατεί να ανυψωθεί σε πανεργατικό, πολιτικό αγώνα, αδυνατεί να αποσπάσει οποιαδήποτε ουσιαστική κατάκτηση υπέρ των εργατικών συμφερόντων και να συνδεθεί με την επανάσταση.

Τρίτη επιλογή για το εργατικό κίνημα, που επηρεάζει ειδικά τις αριστερές, μαχητικές πτέρυγές του: Να αποδεχθεί («από τα αριστερά» και στο όνομα του «να μην καλλιεργούνται αυταπάτες») το «αδύνατο» και ίσως «επικίνδυνο» ενός σχετικά αυτοτελούς προγράμματος τακτικής συνολικών αντικαπιταλιστικών εργατικών-δημοκρατικών στόχων και, αντίστοιχα, σχετικών κατακτήσεων, που θα συνδέονται με την επιδίωξη και την πραγματοποίηση της επανάστασης. Αυτή η επιλογή συνήθως εμφανίζει μια «μεταμφίεση» της στρατηγικής ως τακτική. Κι αυτό φαντάζει σε μερικούς σαν κάτι το «πολύ επαναστατικό». Ενώ δεν είναι παρά μια ομπρέλα για τους κινδύνους, τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις του άμεσου αντικαπιταλιστικού αγώνα, για τις παγίδες και τις κατηγορίες περί απομάκρυνσης από την επανάσταση, ενδιάμεσων στόχων και σταδίων κλπ., που τους οδηγεί, τελικά, σε μια τακτική στα πλαίσια του συστήματος.

Στην πραγματικότητα, η τακτική τους ή παραμένει στη «λούφα» του οικονομισμού ή εμφανίζεται ως «παραλλαγή» της στρατηγικής. Έτσι απομονώνονται από τον άμεσο, πολιτικό αγώνα των εργατών, από τη δυνατότητα του αντικαπιταλιστικού μετασχηματισμού του, από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης τους σε ανώτερες καμπές. Έτσι, οι αντικαπιταλιστικοί πολιτικοί στόχοι του άμεσου αγώνα φαντάζουν στα μάτια των αγωνιζόμενων εργατών, όχι ως ώριμο γέννημα και ως αναγκαιότητα της πάλης τους με νικηφόρα προοπτική, αλλά σαν στενά κομματικές επιδιώξεις κάποιων πρωτοποριών και ως ξένη από τα προβλήματά τους υπόθεση. Στην πραγματικότητα αυτή η λογική απομακρύνει αντί να φέρνει πιο κοντά την επανάσταση.

Ο τέταρτος δρόμος του εργατικού κινήματος είναι η συγκεκριμένη σύνδεση της επαναστατικής στρατηγικής και της αντίστοιχης τακτικής, καθώς και της αμοιβαίας, σχετικής τους αυτοτέλειας, στο σήμερα και στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Είναι ο δρόμος για την πραγματική και όχι προπαγανδιστική προσπάθεια ρήξης με τη σημερινή δυναμική και γενικότερα με τα όρια και τους νόμους του συστήματος. Για τη διεκδίκηση και την απόσπαση ουσιαστικών κατακτήσεων. Είναι ο δρόμος για την πραγματική ήττα της τρομοκρατικής εκστρατείας του κεφαλαίου, του αντιδραστικού συνασπισμού εξουσίας και των κυβερνήσεών του. Είναι ο δρόμος που συνδέει αυτόν τον αγώνα