16.8 C
Athens
Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Θα κερδίσουμε αν προσκολληθούμε στον «ελέφαντα» Τραμπ; του Διονύση Ελευθεράτου

Κάποιο πρόβλημα (να το πούμε «ταυτότητας»;) φαίνεται να αντιμετωπίζει ένα τμήμα του Εν Ελλάδι ευρισκόμενου «τραμπισμού». Από τη μία πλευρά, το τμήμα αυτό έχει ενθουσιαστεί με την ώθηση που δίνει ο Τραμπ  στις αντι – μεταναστευτικές και αντι – προσφυγικές αντιλήψεις, καθώς και στον άκρατο πολιτισμικό συντηρητισμό. Από την άλλη πλευρά, όμως, τον ενθουσιασμό αυτόν τον νοθεύει ο σκεπτικισμός για τις – ενδεχόμενες ή και ήδη υφιστάμενες – γεωπολιτικές επιπτώσεις… ημετέρου ενδιαφέροντος, από την ισοπεδωτική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ.

Ένα πρώτο δείγμα είχαμε όταν ο Αντώνης Σαμαράς αποδοκίμασε την ανεκδιήγητη, πασίγνωστη  δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Μαδούρο (εκείνο το αμίμητο «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών»). Την επέκρινε, επισημαίνοντας ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου, τις οποίες φυσιολογικά συσχέτισε με τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, «δεν είναι επιλεκτικές και δεν τις επικαλούμαστε όποτε μας συμφέρει».

Υπενθυμίζεται ότι ο Α. Σαμαράς τον Μάρτιο του 2025 είχε διατυπώσει από το βήμα της Βουλής ένα συνεκτικό «τραμπικό» μανιφέστο (για το μεταναστευτικό, τον «δικαιωματισμό», κ.α), κάνοντας μάλιστα και μνεία στην εκλογική νίκη του νυν προέδρου των ΗΠΑ ως θετικού καταλύτη που επιτάχυνε την ενδυνάμωση των αντίστοιχων ιδεών, παγκοσμίως.

Ως άλλο δείγμα, πολύ πιο πρόσφατο, μπορούμε να εκλάβουμε τις εκτιμήσεις της εφημερίδας «Δημοκρατία» στο φύλλο του Σαββάτου 24 Ιανουαρίου 2026. «Η εξωφρενική στήριξη από τον Τραμπ στο συριακό μέτωπο αποθρασύνει την Άγκυρα» σε σχέση με το Αιγαίο, σημείωσε στο πρωτοσέλιδό της η γνωστή για τις «αλα Τραμπ» και «αλά Όρμπαν» θέσεις της, σε πλείστα όσα ζητήματα, εφημερίδα.

Στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας, δημοσιεύθηκε ολοσέλιδο άρθρο του αντιστράτηγου ε.α. Λάζαρου Καμπουρίδη, ο οποίος μεταξύ άλλων επεσήμανε πως η ίδρυση του Συμβουλίου Ειρήνης από τον Ντ. Τραμπ και η συνακόλουθη απόπειρα «αποδόμησης του ΟΗΕ» λειτουργούν «υπέρ των τουρκικών επιδιώξεων». Και ότι «οι εξελίξεις στη Συρία και ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ θυσίασαν τους Κούρδους (…) αποτελεί το πιο καθαρό μήνυμα στήριξης της Άγκυρας στην περιοχή».

Αξίζει όμως να σταθούμε για λίγο στα τα της Συρίας (τα πρόσφατα), διότι προσφέρουν «τροφή για σκέψη».

Διδάγματα από το νέο πάθημα των Κούρδων

Με τη συμφωνία της 6ης Ιανουαρίου επιβλήθηκαν δυσμενέστατοι όροι στους Κούρδους της Συρίας: Καμία αυτονομία στα εδάφη τους, τέλος στο πείραμα της αυτοδιοίκησης της Ροζάβα, διάλυση των Συριακών Ενόπλων Δυνάμεων (SDF), που έχουν ως «ραχοκοκαλιά» τα κουρδικά ένοπλα σώματα.

Μπορεί να χάσει κανείς τον λογαριασμό μετρώντας πόσες φορές ως τώρα οι ΗΠΑ έχουν εγκαταλείψει τους Κούρδους, όπως πετά κάποιος μια στυμμένη λεμονόκουπα. Είναι μάλιστα αμφίβολο κατά πόσο στέκει ο όρος «προδοσία», αφ’ ης στιγμής η Ουάσινγκτον έχει χαρακτηρίσει τις σχέσεις της με τους Κούρδους «προσωρινές, συναλλακτικές και τοπικά προσδιορισμένες», για να θυμηθούμε επακριβώς τι είχε πει το 2017 ο Τζόναθαν Κοέν, ο εβραϊκής καταγωγής αναπληρωτής υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ (τότε).

Παρουσιάζει ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι του παρόντος σημειώματος η προϊστορία των κουρδικών προσδοκιών – στη Συρία και στο Ιράκ – που είχαν εναποτεθεί στις ΗΠΑ (αλλά και στο Ισραήλ, από ένα σημείο και μετά). Προσδοκιών και κατοπινών «ανώμαλων προσγειώσεων». Το τωρινό, νέο «άδειασμα» των αυτονομιστών Κούρδων της Συρίας είναι φυσικά οδυνηρό, αλλά όχι απροσδόκητο. Το καθεστώς Άσαντ κατέρρευσε, ο αλ Σαράα συνεννοείται με την Ουάσινγκτον, η «δουλειά» ολοκληρώθηκε, οι Κούρδοι υποχρεώνονται να μπουν στην «εργαλειοθήκη».  Η ιδιότητά τους ως «συμμάχων» των ΗΠΑ τίποτα δεν διασφαλίζει.

«Είναι επικίνδυνο να είσαι εχθρός των ΗΠΑ, αλλά αν είσαι φίλος τους αυτό μπορεί να γίνει μοιραίο», είπε κάποτε ο Χένρι Κίσινγκερ, σε μια στιγμή ειλικρίνειας. Απόφθεγμα… οικουμενικής εμβέλειας και διαχρονικής ισχύος. Στις ημέρες μας έχουν λόγο να το θυμούνται πολλοί στο Κίεβο, όπως και στα επιτελεία των Ευρωπαίων ηγετών που μετρούν τις «ανταμοιβές», τις οποίες «εισέπραξαν» για την πλήρη ευθυγράμμισή τους με την Ουάσινγκτον στο ουκρανικό: Δυσβάστακτο ενεργειακό βάρος λόγω του πανάκριβου αμερικανικού LNG, γεωπολιτική σμίκρυνση, ωμές προσβολές από τον Τραμπ (ούτε καν η παραδοσιακή, στενή σύμμαχος Αγγλία απέφυγε τη χλεύη του «σερίφη») και απειλητικοί «ετσιθελισμοί», τύπου Γροιλανδίας. Γιατί θα αποτελούσαν εξαίρεση οι Κούρδοι, που στο κάτω – κάτω θα έπρεπε να έχουν «συνηθίσει» τα τραβήγματα του χαλιού κάτω από τα πόδια τους;

Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος, την οποία αποφεύγουν επιμελώς να παραδεχθούν όσοι δεξιοί ή και ακροδεξιοί ανησυχούν για τα μηνύματα που εκπέμπει η εγκατάλειψη των Κούρδων της Συρίας: Το «πούλημα» έχει και ισραηλινή σφραγίδα, κάτω από την αμερικανική και δίπλα στην τουρκική.

Μπορεί τα αποτελέσματα του «παζαριού»  να εξυπηρέτησαν πρωτίστως τα σχέδια της Άγκυρας που ως γνωστόν κάνει τα πάντα για να αποτραπεί η δημιουργία κουρδικού μορφώματος στη Βόρεια Συρία, αλλά και το Ισραήλ βολεύτηκε, παίρνοντας το «κάτι τι του». Η συμφωνία της 6ης Ιανουαρίου προβλέπει ουσιαστική ισραηλινή επικυριαρχία στις περιοχές των Δρούζων στη Νότια Συρία. Ως αντάλλαγμα, η κυβέρνηση Νετανιάχου συμφώνησε να μην… φωνάζει και πολύ υπέρ της αυτονομίας των Κούρδων.

Στην Ελλάδα, όμως, «δεν συμφέρει» να αναδεικνύονται αυτές οι πτυχές της πραγματικότητας. Διότι, εάν αναδειχθούν, θα αρχίσουν να αμφισβητούνται οι γνωστοί μύθοι για τη ημέτερη «ωφέλιμη συμμαχία με το Ισραήλ», οι βασισμένοι  σε μια επιδερμική, γεωπολιτικά αφελή – και δυνάμει επικίνδυνη- εκδοχή του δόγματος «ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος μου».

Οι… φωστήρες της ελληνικής κυβέρνησης

Κλείνοντας την παρένθεση για τη Συρία, επιστρέφουμε στα «μπερδέματα» και τους προβληματισμούς που προκαλεί ο «τυφώνας Τραμπ» στην ελληνική Δεξιά. Όσα προαναφέρθηκαν αφορούν τη Δεξιά που αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εξυπακούεται ότι οι προσανατολισμοί της ίδιας της κυβέρνησης έχουν απείρως μεγαλύτερη σημασία, ακριβώς επειδή πρόκειται για κυβέρνηση.

Τι βλέπουμε κατά τους τελευταίους μήνες από κυβερνητικής πλευράς; Το «διαζύγιο» από το διεθνές δίκαιο, πότε σιωπηρό  και πότε ωμά διακηρυττόμενο, να εναλλάσσεται με ξέπνοες, άνευ μεγάλης σημασίας «διορθωτικές» διαβεβαιώσεις.

Στο πρώτο σκέλος εντάσσονται οι πρωτοφανείς τοποθετήσεις δυο υπουργών – των Αδ. Γεωργιάδη και Θ. Πλεύρη – για τον ΟΗΕ, το «αριστεροκρατούμενο» Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, το «αντιδυτικό» Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εντάσσεται εκεί και το αδιάφορο σφύριγμα της ελληνικής διπλωματίας για τους συνεχείς παράνομους εποικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Εντάσσεται και η ένοχη απάθειά της όταν ο Μπ. Νετανιάχου υιοθέτησε ανοιχτά, ρητά κι επίσημα το κραυγαλέα «αναθεωρητικό» όραμα του «μεγάλου Ισραήλ» (αλήθεια, πόσο σοφό είναι να βρίσκεις «ΟΚ» το δόγμα του «μεγάλου Ισραήλ» την ώρα που αντιμάχεσαι το τουρκικό δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας;»). Στο ίδιο σκέλος εντάσσεται φυσικά και η δήλωση του πρωθυπουργού για τη Βενεζουέλα.

Στο άλλο σκέλος ανιχνεύονται κάποια τυπικά λόγια (πχ του Γ. Γεραπετρίτη) τα οποία, σε ελεύθερη απόδοση, ισοδυναμούν με ένα «δεν είναι αυτό που νομίζετε…». Είχαμε επίσης και την… αναλαμπή μνήμης στο μυαλό του Κυρ. Μητσοτάκη, ο οποίος θυμήθηκε το διεθνές δίκαιο για την περίπτωση της Γροιλανδίας, φροντίζοντας όμως να αναγνωρίσει και πόσο «δίκιο» έχουν οι ΗΠΑ όταν εγείρουν ζήτημα ασφάλειας στην Αρκτική, που την καλοβλέπουν Ρώσοι και Κινέζοι.

Ασφαλώς κομίζει πονοκεφάλους και διλλήματα στην ελληνική κυβέρνηση το γεγονός ότι η ετσιθελική αρπακτικότητα του Τραμπ απειλεί και την ευρωπαϊκή «τάξη πραγμάτων». Ήδη όμως οι… φωστήρες των Αθηνών έχουν ουσιαστικά αποδεχθεί τον θεμέλιο λίθο του «τραμπισμού», δηλαδή την ιδέα ότι η διεθνής νομιμότητα καλά θα κάνει να απέλθει από τον όποιο χώρο της έχει απομείνει και να τον παραχωρήσει  ολοκληρωτικά στο εκάστοτε «δίκιο του ισχυρού». Έστω και άτυπη, είναι ευδιάκριτη αυτή αποδοχή εκ μέρους της κυβέρνησης. Αφήστε που δεν τη λες ακριβώς και άτυπη, όταν ακούς τους Γεωργιάδηδες, τους Πλεύρηδες, ή τον Κυρ. Μητσοτάκη για τη Βενεζουέλα.

Σαν από το άσμα του Θέμη Ανδρεάδη….

Ποιους λόγους θα είχε να κινηθεί σε αυτήν την κατεύθυνση μια χώρα, της οποίας οι εκάστοτε ηγεσίες διεκήρυτταν ανελλιπώς ότι θεωρούν το διεθνές δίκαιο «ασπίδα»,  γνώμονα για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά και «πυξίδα», συνολικά, στις διεθνείς σχέσεις τους; Παρακολουθώντας κανείς όσα γράφονται και λέγονται, εντοπίζει δυο αντιλήψεις – απαντήσεις.

Σύμφωνα με τη μία αντίληψη, το διεθνές δίκαιο ήταν ήδη νεκρό κι ο Τραμπ απλώς εξέδωσε – με μεγάλη καθυστέρηση – τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του. Εν ολίγοις: Αφού σε τόσες περιπτώσεις οι βουλήσεις των ισχυρότερων το παρέκαμπταν ή και το σμπαράλιαζαν, διεθνές δίκαιο μόνο στα λόγια υπήρχε. Άρα σήμερα δεν έχουμε κάποια τομή, έχουμε απλώς την απόσυρση των προσχημάτων.

Πολύ απλουστευτική αντίληψη. Δεν είναι το ίδιο, ούτε παράγουν τα ίδια (σε ποσότητα, βαρύτητα και χρονική διάρκεια) αποτελέσματα οι συχνές παραβιάσεις της διεθνούς νομιμότητας και η πλήρης άρση της εν λόγω νομιμότητας. Σε ένα ευρύτατο φάσμα ζητημάτων και διενέξεων που σημάδεψαν τον μεταπολεμικό κόσμο ως τις μέρες μας, οι γεωπολιτικά και στρατιωτικά ισχυροί – ή απλώς ισχυρότεροι των άλλων – θα «μετρούσαν» χαρούμενοι θριάμβους περισσότερους, μονιμότερους και σκληρότερους  (για τα θύματα), αν δεν υπήρχε το διεθνές δίκαιο.

Έστω και συχνά παραβιαζόμενο, το διεθνές δίκαιο θέτει κάποια όρια σε αυθαιρεσίες. Ωθεί σε εξισορροπήσεις, υποχρεώνει τις ισχυρές χώρες να σκέφτονται κατά περιόδους ότι δεν θα τις συνέφερε μια μόνιμη «μαυρίλα» στο προφίλ τους κ. α. Είναι λάθος να μπαίνουν όλα αυτά «στο ίδιο τσουβάλι» με την «τραμπική» πρακτική της… κανονικής αρπαγής των πετρελαίων μιας χώρας και του «αρπάζω όποιο κομμάτι της υφηλίου θέλω».

Η δεύτερη αντίληψη δεν διατείνεται ότι τα πράγματα μένουν περίπου ως είχαν. Δεν αρνείται τη δραματική επιδείνωση. Εκβάλλει όμως στο ίδιο «δια ταύτα» και ίσως με μεγαλύτερη κατηγορηματικότητα: Αν ο κόσμος μας γίνεται κανονική ζούγκλα, ένας λόγος παραπάνω να σπεύσουμε να καλοπιάσουμε τον πιο δυνατό, να «κολλήσουμε» δίπλα του …

Πού να φανταζόταν ο Γιάννης Μαρκόπουλος το 1975, όταν έγραφε τον σατιρικό, τραγουδισμένο από τον Θέμη Ανδρεάδη «Ταρζάν» ότι θα φάνταζε ως… προσδόκιμο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο στίχος «παρέα με τον ελέφαντα να μη μου δίνουν ξύλο»… Στην πραγματικότητα το συμπαθέστατο αυτό ζώο μπορεί όντως να γίνει φιλικό και προστατευτικό, αλλά τα πράγματα δείχνουν… κάπως διαφορετικά όταν πρόκειται για τον αμερικανικό ελέφαντα (που κατά σύμπτωση, είναι και το έμβλημα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις ΗΠΑ). Ειδικά επί των ημερών του Τραμπ.

Στην ουσία λοιπόν αναπαράγεται ένα… αρχέγονο όραμα, μια παμπάλαια αυταπάτη της ελληνικής άρχουσας τάξης και της εγχώριας πολιτικής ελίτ. Χίμαιρα «πατροπαράδοτη». Ποια ήταν και είναι αυτή; Πως η χώρα, παραμένοντας εσαεί δεδομένη και απολύτως πειθήνια στις ΗΠΑ (κάτι που υπήρξε ανέκαθεν κανόνας με λιγοστές εξαιρέσεις), κάποια στιγμή θα επιβραβευτεί. Θα αναβαθμιστεί στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Ουάσινγκτον. Θα λάβει το χρίσμα του βασικού «ιππότη» του ατλαντισμού στην ευρύτερη περιοχή. Θα εκτοπίσει από αυτή τη θέση τη δύστροπη Τουρκία, που «κάνει παιχνίδι» με πολλούς (και με τη Ρωσία).

Το «όραμα» δεν υλοποιείται, αλλά οι δεδομένοι των Αθηνών παραμένουν δεδομένοι. Παραμένουν και… περιμένουν. Τι, ακριβώς; Να «εξαντληθεί η υπομονή» του Τραμπ με τον «απρόβλεπτο Ερντογάν»; Άγνωστο…

Θα «μαγέψουμε» τις ΗΠΑ με ενεργειακά deals;  Όπως… κάποτε;

Γιατί, άραγε, ο Τραμπ θα αποφάσιζε να δικαιώσει αυτό το όραμα της ελληνικής πολιτικής ελίτ; Για ποιο λόγο θα ξέγραφε σταθερές «ιεραρχήσεις» της αμερικανικής στρατηγικής στη ΝΑ Μεσόγειο; Τι θα τον έπειθε ότι η πάντα «ζόρικη» Άγκυρα, η οποία συχνά επιδίδεται σε εξεζητημένα (με τα αμερικανικά κριτήρια) γεωπολιτικά «παιχνίδια», χρήζει λιγότερης φροντίδας; Τι θα τον έκανε να «ρίξει» τον συχνά «δύστροπο» σύμμαχο, που έχει και το ειδικό βάρος μιας περιφερειακής δύναμης, για χάρη ενός άλλου, τον οποίο βλέπει σταθερά καθηλωμένο στο… τσεπάκι των ΗΠΑ; Κάποιο «φιλότιμο», μήπως;

«Τα ενεργειακά deals», απαντούν κάμποσοι. Κάπως έτσι «πασπαλίζεται» με ολίγη από… επικαιρότητα το προαναφερθέν «αρχαίο» όραμα. Τώρα δεν είμαστε απλώς δεδομένοι για τις ΗΠΑ, έχουμε δεθεί μαζί τους και με όρους υλικού συμφέροντος και δη ενεργειακού. Άρα… αρχίζει η γεωπολιτική «αντεπίθεσή μας»!.

Έλα όμως που οι ΗΠΑ δεν απλώνουν μόνο σε μία γωνιά το δίχτυ των ενεργειακών τους σχεδίων και δραστηριοτήτων. Ενεργειακά deals κάνουν και με την Τουρκία. Πέραν της πρόσφατης συμφωνίας της Άγκυρας με την ExxonMobil για κοινές έρευνες στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο,  εξελίσσονται και συνομιλίες μεταξύ της Chevron και της κρατικής εταιρείας πετρελαίου, της TPAO (Türkiye Petrolleri Anonim Ortaklığı), η οποία δραστηριοποιείται στην έρευνα, γεώτρηση, παραγωγή και εμπορία υδρογονανθράκων.

Ενίοτε, η εθελοτυφλία συμβαδίζει με την αγνόηση καταγεγραμμένων  ιστορικών εμπειριών. Εάν οι ενεργειακές συμφωνίες ανέτρεπαν έτσι… εύκολα τις γεωπολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες των ισχυρών χωρών, τότε κατά τον «Αττίλα» του 1974 (και αμέσως μετά) θα ήταν πολύ διαφορετική η αμερικανική στάση στα της Κύπρου. Η Ουάσινγκτον, όμως, ούτε επιβράβευσε το χουντικό καθεστώς της Αθήνας για την αμέριστη πίστη του στις ΗΠΑ (είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι ο Δ. Ιωαννίδης είχε στενές σχέσεις με τη CIA πριν ακόμη από το πραξικόπημα του 1967), ούτε ενήργησε με γνώμονα τις ενεργειακές «δουλειές» στην Ελλάδα.

Όχι μία, όχι δυο, αλλά επτά ελληνοαμερικανικές ενεργειακές συμφωνίες ίσχυαν το 1974. Πιο γνωστή ήταν η σύμβαση με την Oceanic (που έμελλε να αναθεωρηθεί στην πρώιμη Μεταπολίτευση, τον Μάρτιο του 1975, ώστε να απαλειφθούν αρκετά «αποικιοκρατικής κοπής» προνόμια της εταιρείας). Η συμφωνία είχε υπογραφεί επί Γ. Παπαδόπουλου, τον Μάρτιο του 1970. Έδινε στην Oceanic το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην περιοχή Θάσου – Βόρειου Αιγαίου για 26 χρόνια, θα παρατεινόταν δε αυτομάτως για μία δεκαετία, εάν η εταιρεία εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της. Επίσης, συμβάσεις για έρευνες είχαν υπογραφεί την εποχή εκείνη με την  Texaco και την Anschutz.

Οι όροι των περισσότερων συμφωνιών ήταν αδιανόητα ευνοϊκοί για τις αμερικανικές εταιρείες. Παράδειγμα: Η σύμβαση με την Oceanic όριζε μόλις στο 12,5% το μερίδιο του ελληνικού κράτους επί της παραγωγής.  Σε εκείνες τις εποχές η Νιγηρία, αποικία μέχρι το 1960, εξασφάλιζε ποσοστό 55% επί ημερήσιας παραγωγής δυο εκατ. βαρελιών πετρελαίου. Η δε Λιβύη, στη συμφωνία της με τις αμερικανικές Esso Mobil, είχε «κλείσει» το 51%, όχι μόνο επί των προϊόντων, αλλά και επί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των δυο εταιρειών, στη χώρα.

Το καλοκαίρι του 1974, όμως, φάνηκε με δραματικό τρόπο ότι τα ενεργειακά deals δεν καθόριζαν τα πάντα… Όπως έχει φανεί και σε άλλες περιόδους (βλέπε 1955, καθώς και την προϊστορία των αμερικανικών «διαιτησιών» σε στιγμές κρίσεων στο Αιγαίο) ότι η ιδιότητα του «πειθήνιου» κάθε άλλο παρά… συγκινεί τη χώρα- «μεγάλο αφεντικό».

Στους καιρούς της νέας κινητικότητας

Εν κατακλείδι: Όσα διαπιστευτήρια «τραμπισμού» κι αν παρουσιάσει η ελληνική εξωτερική πολιτική, τίποτα δεν δείχνει ότι θα εξασφαλίσει εύνοια και κέρδη. Κάτι ακόμη: Η ανελαστική, μονοσήμαντη, αγκυλωμένη στην «τυφλή πίστη» γραμμή πλεύσης ίσως σε λίγο κινδυνεύσει να αποδειχθεί ακόμη πιο προβληματική και ατελέσφορη, μέσα σε έναν κόσμο που διέπεται από μεγάλη κινητικότητα.

Ο ίδιος ο – δασμολογικός και εφ’ όλης της ύλης απειλητικός – «τυφώνας Τραμπ» προκαλεί αντανακλαστικές αντιδράσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση «τρέχει» να κλείσει μεγάλη εμπορική συμφωνία με την Ινδία, έπειτα από πολλά χρόνια (σχεδόν δύο δεκαετίες) βασανιστικών  διαπραγματεύσεων. Ο Καναδάς, που εκτός των άλλων βλέπει τον Τραμπ να εποφθαλμιά  την Αλμπέρτα, έχει συνάψει προκαταρκτική εμπορική συμφωνία με την Κίνα. Αναλυτές επισημαίνουν την απροθυμία της Νότιας Κορέας να συμμορφωθεί με την αξίωση της Ουάσινγκτον προς τους εταίρους της  στην Ανατολική Ασία, δηλαδή να φροντίσουν να περιοριστεί η κινεζική επιρροή (προσφάτως επισκέφθηκε το Πεκίνο για πρώτη φορά από το 2017 νοτιοκορεάτης πρόεδρος, ο Λι Τζε Μιούνγκ). Και στην  Ευρώπη φαίνονται κάποια σημάδια διάθεσης (κυρίως γαλλικής και γερμανικής) να επιδιωχθεί εξομάλυνση σχέσεων – έστω και αργόσυρτη – με τη Ρωσία.

Όλοι δείχνουν να επανεξετάζουν πολλά και να επανατοποθετούνται σε πολλά. Εν Αθήνας, πάλι, επί του παρόντος τίποτα δεν δείχνει να διαταράσσει την πίστη στο εσαεί διαψευδόμενο δόγμα πως, αν «κολλήσουμε» πάνω στον ισχυρό, δεν μπορεί, πού θα πάει, θα μας εκχωρήσει κάτι από την ισχύ του. Από το 1950 το περιμένουν αυτό, δεν χάθηκε ο κόσμος αν η καρτερικότητα κρατήσει άλλα 30 ή 50 χρόνια…

ΥΓ: Παράπλευρο θέμα είναι η ακριβής αποτίμηση της ισχύος του ισχυρού. Και στο παρελθόν οι ΗΠΑ ξεκίνησαν να κάνουν κάποιες εντυπωσιακές επιδείξεις ισχύος (Αφγανιστάν 2001, Ιράκ 2003), που εξελίχθηκαν… αλλιώς. Στο δε πεδίο του οικονομικού πολέμου, όπως επεσήμανε κι ο αναλυτής Εμμανουήλ Μπέζας (naftemporiki, 11/1/2026),  ο Τραμπ απέτυχε να πλήξει τις οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας. Παρέχουν κι αυτά «τροφή για σκέψη».

 

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ