Άντε, πάλι απ’ την αρχή! του Γιώργου Αλεξάτου

«Έγινε πραξικόπημα», «έκανε δικτατορία ο βασιλιάς», «ο στρατός πήρε την εξουσία».

Αυτά έλεγε ο κόσμος στην αφετηρία του λεωφορείου, μπροστά απ’ την εκκλησία, εκείνο το ξημέρωμα της Παρασκευής 21 Απριλίου 1967. Εξάλλου, καιρό τώρα μια τέτοια πιθανότητα ήταν συνηθισμένο θέμα στις καθημερινές συζητήσεις, ιδιαίτερα απ’ τις αρχές του μήνα, μετά την εξαγγελία εκλογών για τα τέλη Μάη.

Όλοι ήταν βέβαιοι για τη συντριπτική ήττα της Δεξιάς, που θα σήμαινε και ξεκάθαρη αποδοκιμασία του βασιλιά, που πρωτοστάτησε στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης, εκλεγμένης κυβέρνησης Παπανδρέου, τον Ιούλη του ’65. Τι θα κάνανε οι μέχρι το μεδούλι βασιλόφρονες στρατηγοί; Θα κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια;

Αυτό το πρωί δεν υπήρχε καμιά διάθεση για παραπέρα κουβέντα. Γνωστοί μεταξύ τους, γείτονες από Άγιο Σπυρίδωνα, Σωτηράκη και Αναγέννηση, που κάθε πρωί, στις έξι παρά, έπαιρναν το πρώτο λεωφορείο για τις δουλειές τους, οι πιο πολλοί ήταν ανήσυχοι και περίλυποι. Δυο τρεις δύσκολα έκρυβαν τη χαρά που φαινόταν να διαγράφεται στο πρόσωπό τους, αλλά κι αυτοί απέφευγαν τις πολλές κουβέντες. Με τον οδηγό να διστάζει να βάλει μπρος και τον εισπράκτορα, όπως κάθε μέρα, να ’χει ανοιχτό το τρανζιστοράκι. Απ’ όπου σήμερα ακούγονταν μόνο στρατιωτικά εμβατήρια και τσάμικα.

«Εντάξει! Να πάμε Αθήνα, αλλά μήπως μπλέξουμε; Ποιος ξέρει τι γίνεται εκεί κάτω;», έλεγαν οι περισσότεροι.

Τελικά τ’ αμάξι ξεκίνησε, αν και δεν ήταν πάνω από πεντέξι αυτοί που αποφάσισαν να μπουν μέσα. Ανάμεσά τους κι ο Αντώνης.

Ήξερε πως αν γίνονταν τίποτα μπλόκα και συλλήψεις την είχε βάψει. Σε τάγμα ανεπιθύμητων στον Έβρο έκανε μέχρι πέρσι τη θητεία του. Τον πρώτο καιρό, με κυβέρνηση Παπανδρέου, ήταν κάπως ανεκτά, αλλά μετά, με τους αποστάτες, τα πράγματα αγρίεψαν και πάλι. Κάθε τρεις και λίγο στην «αναφορά», για λόγους ασήμαντους ή και με κατηγορίες στημένες, κάμποσοι ξυλοδαρμοί από αλφαμίτες και απομόνωση στο πειθαρχείο. Έκανε κι ένα εξάμηνο παραπάνω και τα δυο χρόνια έγιναν δυόμισι, μέχρι να πάρει το απολυτήριο.

Και σαν πολίτης κατόπιν βρέθηκε δυο τρεις φορές, όπως και πολλοί άλλοι Λαμπράκηδες, στα τοπικά γραφεία της Ασφάλειας, εκεί στο Αιγάλεω, για συστάσεις και απειλές. Του το ’χε πει κι ο Μπόγιας, όπως ήταν γνωστός στη συνοικία ο αρχιασφαλίτης:

«Όποιος δεν βάλει μυαλό ούτε στον στρατό, περνάει στην κατηγορία του επικίνδυνου κομμουνιστή».

Δεν ήταν η απουσία απ’ τη δουλειά που τον ένοιαζε. Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια! Αν όμως δεν πήγαινε, έστω κι αν δεν έμενε να δουλέψει, θα έχανε τη Ζωή, ίσως και για πάντα. Μια ξανθιά κουκλίτσα, έξι χρόνια μικρότερή του, στα δεκαοχτώ, ζωηρή και περπατημένη. Όπως τα περισσότερα φτωχοκόριτσα, που ’χαν βγει ακόμα κι απ’ τα δεκατρία στο μεροκάματο.

Είχε έρθει για λίγες μέρες στη μικρή βιοτεχνία που ’φτιαχνε λαμπάδες για γάμους και βαφτίσια, εκεί στην Ευριπίδου, απέναντι απ’ το εργαστήρι με τα δερμάτινα όπου δούλευε αυτός, και μόλις χθες είχαν ανταλλάξει τα πρώτα φιλιά. Θα έμενε μέχρι και αύριο, του Λαζάρου, γιατί τέλειωνε η μεγάλη φούρια για τις πασχαλινές λαμπάδες, και ο Αντώνης δεν ήξερε καλά καλά ούτε πού έμενε.

Όμως δεν ήταν μόνο η Ζωή, που ήλπιζε να τη βρει στη δουλειά. Από κει θα έφευγε για Σύνταγμα. Έτσι δεν είχαν πει από το κόμμα;

«Δεν θα τολμήσουν να κάνουν πραξικόπημα. Κι αν το αποτολμήσουν, θα τους σαρώσει ο λαϊκός ξεσηκωμός».

Κι εκείνος ο βουλευτής, από τους πιο μαχητικούς, παλιός αγωνιστής της ΕΠΟΝ, με φυλακές και θανατικές καταδίκες στο βιογραφικό του, που τον κοίταζαν με δέος οι Λαμπράκηδες, μαζί και ο Αντώνης, ήταν τόσο παραστατικός εκείνο το βράδυ στο μεγάλο αχτίφ της Νεολαίας για την προετοιμασία της εκλογικής μάχης, όταν κάποιος είπε ότι ακούγεται πως θα γίνει δικτατορία:

«Τίποτα δεν μπορεί να φράξει τον δρόμο για τις εκλογές και τη μεγάλη νίκη του λαού! Κι αν οι Αμερικάνοι κι ο βασιλιάς το αποτολμήσουν, θα βγουν δυο Λαμπράκηδες στην πλατεία Συντάγματος, κρατώντας έναν τρίτο στους ώμους τους, κι αυτός θα φωνάξει “Κάτω η Χούντα! Ζήτω η Δημοκρατία!” Θα μαζευτεί κόσμος, θα μπει μπροστά στα τανκς και το πραξικόπημα θα αποτύχει», ήταν η απάντησή του.

Και τις επόμενες μέρες το κουβέντιαζαν στις παρέες τους και ήξεραν πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν, σε περίπτωση πραξικοπήματος. Αν και κάτι τέτοιο ήταν απίθανο, όπως έγραφαν οι εφημερίδες της Αριστεράς, η Αυγή κι η Δημοκρατική Αλλαγή, και το ’λεγε και η Φωνή της Αλήθειας.

Οι λιγοστοί επιβάτες, αμίλητοι και σκεφτικοί, μαζεύτηκαν στα καθίσματα γύρω απ’ τον εισπράκτορα, για ν’ ακούν το τρανζιστοράκι, που διέκοπτε κάθε τόσο τα εμβατήρια και τα δημοτικά, εκπέμποντας συνθήματα:

«Η Ελλάς προώρισται να ζήσει και θα ζήσει!»

«Είπεν ο Θεός, γεννηθήτω το φως! Και εγεννήθη ο Ελληνισμός!»

«Ζήτω το έθνος! Ζήτω ο βασιλεύς! Ζήτωσαν αι Ένοπλοι Δυνάμεις!»

Και ακολουθούσε η ανακοίνωση της επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Ήταν πλέον ξεκάθαρο. Ο βασιλιάς έκανε δικτατορία!

Το λεωφορείο πέρασε το ποτάμι, αλλά στην Κωνσταντινουπόλεως, στις γραμμές του τρένου, ο δρόμος ήταν κλεισμένος από ένα στρατιωτικό τζιπ και καμιά δεκαριά φαντάρους, με τα όπλα ανά χείρας.

«Δεν περνάτε! Απαγορεύεται! Γυρίστε πίσω!»

Ο οδηγός έκανε μανούβρα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, αλλά ο Αντώνης δεν είχε πρόθεση να επιστρέψει. Έτσι πήγε μπροστά και του ζήτησε, όταν απομακρυνθούν λίγο απ’ το μπλόκο, να κάνει στάση.

Κατέβηκε πριν φτάσουν στη Σπύρου Πάτση και κίνησε προς τις γραμμές του τρένου, ελπίζοντας πως θα ήταν αδύνατο να γίνεται παντού έλεγχος. Διαπίστωσε ότι, πράγματι, εκτός από τα σταυροδρόμια, οι γραμμές ήταν αφύλακτες.

Διέσχισε στα γρήγορα τον Κεραμεικό, όπου ο πολύς κόσμος δεν είχε ακόμα ξυπνήσει, τα παράθυρα στα σπίτια ήταν κλειστά κι οι διαβάτες ελάχιστοι. Κι όταν συναντούσε ο ένας τον άλλον, κοιτάζονταν για μια στιγμή και συνέχιζε τον δρόμο του ο καθένας. Ακόμα και χωρίς «καλημέρα!»

Σε κάποιο σημείο εμφανίστηκε και μια στρατιωτική περίπολος με ένα τζιπ, και λίγο πιο πέρα ένα σταματημένο περιπολικό της αστυνομίας. Ο Αντώνης, που βρισκόταν σε κάποια απόσταση, κρύφτηκε πίσω από ένα παρκαρισμένο τρίκυκλο και είδε τους μπάτσους να βγάζουν κάποιον από παρακείμενο σπίτι. Ήταν ολοφάνερο πως κάνανε συλλήψεις.

Στην Πειραιώς χαμός. Τα στρατιωτικά αυτοκίνητα διέσχιζαν τον δρόμο με μεγάλη ταχύτητα, στρατιώτες ήταν παραταγμένοι στην Κουμουνδούρου και μπροστά απ’ το υπουργείο Εργασίας και το ΙΚΑ, ενώ στο βάθος του δρόμου, ψηλά προς την Ομόνοια, φάνηκαν και κάποια τανκς.

Χωρίς κανένας να λέει οτιδήποτε στους λιγοστούς περαστικούς πολίτες, όλοι περνούσαν τον δρόμο βιαστικά και χάνονταν στα απέναντι δρομάκια. Δεν ήταν να μπλέκεις με τέτοιες καταστάσεις.

Έτσι βιαστικά πέρασε κι ο Αντώνης απέναντι και μπήκε στην Ευριπίδου. Αν και χωρίς καμιά αυταπάτη πια, πως θα μπορούσε να δει τη Ζωή.

Ο δρόμος από κάτω μέχρι επάνω άδειος και όλα κλειστά. Τα μαγαζιά και τα εργαστήρια, οι υπόγειες αποθήκες κι οι βιοτεχνίες. Μόνο ένας γέροντας μεθυσμένος, αξύριστος, με μακριά άλουστα μαλλιά, ρούχα πολυκαιρισμένα και με το μπουκάλι στο χέρι, καθόταν στο πάνω σκαλοπάτι ενός υπογείου, σιγοτραγουδώντας το γνωστό εμβατήριο:

«Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν…»

Φτάνοντας στο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», μουρμούρισε ένα «Δε γαμείς ψηλά καπέλα!» και ήπιε μια γουλιά ακόμα.

«Η πρώτη πράξη αντίστασης!», σκέφτηκε ο Αντώνης και χαμογέλασε.

Όλα κλειστά και στην Αθηνάς. Μόνο που εδώ τα πράγματα αγρίευαν. Πήχτρα στον στρατό η Κοτζιά, στρατιωτικά οχήματα πάνω κάτω και περίπολοι. Που όταν συναντούσαν πολίτη, έβαζαν τις αγριοφωνάρες:

«Τι κάνεις εσύ εδώ, ρε; Δρόμο από δω! Γρήγορα, σπίτι σου!»

Ποιο Σύνταγμα;

Και θυμήθηκε τον μπαρμπα-Σίμο, παλιό Ακροναυπλιώτη, που ’χε περάσει τη μισή του ζωή σε φυλακές και εξορίες. Και μόλις προχθές το βράδυ, που έτυχε να βρίσκεται στη Λέσχη των Λαμπράκηδων, ακούγοντάς τους να λένε για τους δύο που θα σήκωναν έναν τρίτο στους ώμους και θα κατέβαινε ο κόσμος στους δρόμους, τους ρώτησε αν έχουν οργανωθεί για κάτι τέτοιο. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε, όταν του είπαν ότι απλώς ο καθένας θα πράξει αυτό που πρέπει. Και δεν συνέχισε την κουβέντα. Πιστός στην αρχή ότι αυτά συζητιούνται μόνο στα όργανα.

Πήρε τον δρόμο για το Αιγάλεω. Ποδαράτο, βέβαια.

Τώρα δεν του έμενε παρά να φροντίσει να μην πιαστεί. Άρα να περάσει στην παρανομία.

Να περάσει στην παρανομία! Μια κουβέντα ήταν!

Για παρανομία είχε ακούσει τόσα και τόσα από συγγενείς, γείτονες, από μεγαλύτερους στο κόμμα, την ΕΔΑ, αλλά και από στελέχη των Λαμπράκηδων, τριαντάρηδες και τριανταπεντάρηδες, που προέρχονταν απ’ την παράνομη ΕΠΟΝ. Παρανομία ήταν να ξεκόψεις από οικογένεια και γνωστούς, να υπάρξει σπίτι να κρυφτείς, να βρίσκονται κάποια έστω και πολύ λίγα χρήματα για να επιβιώνεις. Και οι επαφές σου να περιορίζονται σε δύο τρεις άλλους παράνομους. Και να ξέρεις πως αργά ή γρήγορα το πιο πιθανό θα ήταν να πιαστείς. Και θ’ ακολουθούσαν βασανιστήρια.

Κι αν δεν άντεχες κι έλεγες ονόματα κι έπαιρνες κόσμο στον λαιμό σου;

Και φυλακή. Άγνωστο για πόσα χρόνια. Κι αν έκαναν και εκτελέσεις; Αν γινόταν όπως στην Ισπανία του Φράνκο; Ή όπως εδώ, κατά τον Εμφύλιο κι αμέσως μετά;

Όσο κι αν το κόμμα, σε αντίθεση με ό,τι λεγόταν στα καφενεία, διαβεβαίωνε πως δικτατορία δεν πρόκειται να γίνει, ήταν πολύ συχνές οι κουβέντες μεταξύ των Λαμπράκηδων, σχετικά με το ενδεχόμενο να χρειαστεί να περάσουν στην παρανομία. Και καθένας είχε σκεφτεί ξανά και ξανά τι θα έκανε σε μια τέτοια κατάσταση.

Όμως, άλλο να σκέφτεσαι τι θα κάνεις αν γίνει το κακό κι άλλο να πρέπει να αποφασίσεις όταν πια έχει γίνει.

Φτάνοντας στο Αιγάλεω δεν πήγε σπίτι, αν και ήξερε πως οι δικοί του θα ’χαν τρελαθεί απ’ την αγωνία για το τι απέγινε. Θα είχαν μάθει ότι στο κέντρο δεν λειτουργεί τίποτα και είναι γεμάτο στρατό και τανκς. Άρα, αποκλείεται να ’ταν στη δουλειά.

Ήθελε να βρει κάποιους απ’ τους Λαμπράκηδες, και μερικούς τους βρήκε. Έτσι έμαθε πως τη νύχτα και τα ξημερώματα είχανε μαζέψει κόσμο. Οι περισσότεροι παλιοί αγωνιστές, του ΕΑΜ. Από τη Νεολαία είχαν πιαστεί ο Τάκης και ο Γιώργος, κι είχε εξαφανιστεί κι ο Πέτρος. Τους άλλους δεν τους είχαν ενοχλήσει.

Η αιτία δεν ήταν πως δεν είχαν ενημερώσει καλά τους φακέλους στην Ασφάλεια. Μια χαρά ενημερωμένοι ήταν οι φάκελοι και το ξέρανε από τις ενοχλήσεις και τα πάρε δώσε όλων τους με την αστυνομία. Απλώς, οι πρώτες συλλήψεις έγιναν με βάση παλιούς καταλόγους, που περιλάμβαναν φυλακισμένους και εξόριστους περασμένων χρόνων. Και μιας κι έτσι μαζεύτηκε πολύς κόσμος, κάπου κάνανε κράτει. Προς το παρόν, τουλάχιστον.

«Τι κάνουμε; Κρυβόμαστε; Και πού; Και πώς κρατάμε επαφή μεταξύ μας, για να δούμε τι θα κάνουμε;»

Και κατέληγαν στο «Θα περιμένουμε να μας πουν οι από πάνω. Δεν μπορεί να πιάστηκαν όλοι!»

«Θα κάτσουμε σπίτι και θα περιμένουμε να μας πιάσουν;»

«Προς το παρόν δεν ξέρουμε τις προθέσεις τους. Πιάσαν πολύ κόσμο, θα μπορούσαν να μας πιάσουν κι εμάς. Να όμως που δεν μας πιάσανε. Κι αν περάσουμε από μόνοι μας στην παρανομία, χωρίς επαφή, πού θα κρυφτούμε, πώς θα τα βγάλουμε πέρα;»

Λέγονταν κι άλλα, όμως. Για το αν έχει σημασία κι αν αξίζει να συνεχιστεί το οτιδήποτε, μετά απ’ αυτή την καινούργια ήττα. Μόλις δεκαοχτώ χρόνια από τη συντριβή στον Εμφύλιο και μετά από τόσους και τόσους αγώνες για το ξαναστήσιμο της Αριστεράς στα πόδια της. Κι ήταν αυτά που σκεφτόταν ο Αντώνης τις επόμενες μέρες.

Γύρισε σπίτι κατά τις τέσσερις, δυο ώρες πριν αρχίσει η απαγόρευση κυκλοφορίας. Οι δικοί του, βέβαιοι πως τον είχαν πιάσει ή πως είχε αρχίσει να κρύβεται, τον υποδέχτηκαν με ανακούφιση και χαρά. Με τη μάνα του να τον σφίγγει δακρυσμένη στην αγκαλιά της.

Το βράδυ άκουσαν στο ραδιόφωνο το Διάγγελμα του διορισμένου νέου πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Κόλλια:

«Από της στιγμής αυτής δεν υπάρχουν δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί. Υπάρχουν μόνον Έλληνες, οι οποίοι πιστεύουν εις την Ελλάδα».

Ήταν ένα πρόσωπο μισητό στον δημοκρατικό κόσμο και το όνομά του είχε γίνει γνωστό απ’ την υπόθεση Λαμπράκη. Τότε που ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατηγορήθηκε για προσπάθεια συγκάλυψης της δολοφονίας του βουλευτή της Αριστεράς και είχε καθαιρεθεί από την κυβέρνηση Παπανδρέου. «Άνθρωπο των Ανακτόρων» τον χαρακτήριζαν οι δημοκρατικές εφημερίδες.

Και μετά το Διάγγελμα πάλι εμβατήρια και δημοτικά, και δώσ’ του ανακοινώσεις για αναστολή άρθρων του Συντάγματος και για απαγορεύσεις:

Απαγορεύεται η κυκλοφορία μετά τις έξι, απαγορεύεται η συγκέντρωση στον δρόμο περισσότερων των τριών ατόμων, απαγορεύεται η φιλοξενία ατόμων που δεν είναι μέλη της οικογένειας, χωρίς άδεια απ’ την αστυνομία.

Πιάσανε και Λονδίνο και Μόσχα. «Όπως στην Κατοχή!», σχολίασε ο πατέρας του. Πιάσανε και Φωνή της Αλήθειας, που όπως και η Μόσχα μιλούσε για βασιλικό αμερικανοκίνητο πραξικόπημα. Επισήμανε, μάλιστα, ότι υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως, ενός νευραλγικού υπουργείου, ανέλαβε ο συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, που είχε απασχολήσει ακόμα και τη Βουλή πριν δύο χρόνια για τη σκευωρία που έστησε σε βάρος αριστερών στρατιωτών, με το περίφημο «σαμποτάζ του Έβρου».

Φυσικά, την επόμενη μέρα, το Σάββατο, δεν πήγε για δουλειά, όπως έκανε κι άλλος κόσμος που δούλευε στο κέντρο, κι όχι μόνο οι στιγματισμένοι αριστεροί. Πού να ξέρεις τι θα μπορούσε να συμβεί;

Έτσι, βέβαια, έχανε και κάθε πιθανότητα να βρει τη Ζωή, μιας θα ’ταν για τελευταία μέρα στη βιοτεχνία με τις λαμπάδες.

Έμεινε σπίτι διαβάζοντας κι ακούγοντας ραδιοσταθμούς. Απέφυγε να συναντηθεί και πάλι με Λαμπράκηδες, που είχαν συνεννοηθεί πως κάτι τέτοιο θα το κάνανε μόνο για πολύ σοβαρό λόγο, ώστε να μη δίνουν στόχο.

Την Κυριακή έκανε μια δυο βόλτες, να δει τι γίνεται έξω στη γειτονιά. Ήταν των Βαΐων, αλλά θύμιζε Μεγάλη Παρασκευή. Τρομοκρατημένες από τις απαγορεύσεις, βγαίνοντας από τον Άγιο Σπυρίδωνα, οι γυναίκες, γιαγιάδες στην πλειονότητά τους, έφευγαν μία μία ή το πολύ δυο δυο. Πολύς κόσμος φοβήθηκε να πάει ακόμα και στην εκκλησία.

Στα καφενεία μέχρι τρεις σε κάθε τραπέζι κι οι κουβέντες χαμηλόφωνα. Ακόμα και σ’ εκείνο στη Θηβών, όπου σύχναζαν κυρίως δεξιοί. Δεν ήταν ώρες για πολλά πολλά. Άσε που κανένας δεν ήξερε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Εξαίρεση στην κυρίαρχη σιωπή, το νιόπαντρο ζευγαράκι στη γωνία, που έκανε πάρτι μόνο του μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, με ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά ποπ τραγούδια. Κι ακούστηκαν από πεντέξι φορές τα σουξέ της εποχής: «Ο τρόπος» και το «Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο» των Ολύμπιανς.

Ούτε τη Δευτέρα πήγε στη δουλειά. Ήταν επικίνδυνο να ’σαι στο κέντρο της Αθήνας. Αν και θα ’θελε τόσο πολύ να πάει, μπας και ο απέναντι με τα κεριά ήξερε να του πει πού θα έβρισκε τη Ζωή. Αλλά και να το μάθαινε, σάμπως θα πήγαινε να την ψάξει; Δεν σήκωναν τέτοιες αποκοτιές εκείνες οι μέρες.

Νωρίς το απόγευμα πέρασαν απ’ το σπίτι δυο αστυφύλακες. Τον πέτυχαν μόνο εκείνη την ώρα, μιας και η μάνα του κι η αδελφή του ήταν ακόμα στη δουλειά, κι ο πατέρας του, ανάπηρος μετά από εκείνο το ατύχημα στο εργοστάσιο, είχε πάει στο καφενείο.

Του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο Τμήμα. Στην ερώτηση αν θα χρειαζόταν να πάρει μαζί του καμιά αλλαξιά ρούχα, απάντησαν πως δεν είχαν τέτοια εντολή.

Στο Τμήμα τον οδήγησαν στον Μπόγια, που καθισμένος στο γραφείο του ούτε που σήκωσε το κεφάλι, διαβάζοντας ή κάνοντας πως διαβάζει από ένα μάτσο χαρτιά, που ’χε μπροστά του. Πέρασε κάνα δεκάλεπτο, μέχρι να τον κοιτάξει και να του πει να κάτσει.

Είχαν ξανασυναντηθεί εκεί κι άλλες φορές. Κάνα εξάμηνο πριν πάει στον στρατό, πέρσι που τον πιάσανε γιατί μοίραζε προκηρύξεις για το Βιετνάμ, και μόλις πριν λίγες μέρες. Μετά την απεργία των οικοδόμων που, παρά τα όσα έλεγε το κόμμα, βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας ενάντια στον κίνδυνο δικτατορίας. Είχαν πιαστεί κάμποσοι στη μεγάλη σύγκρουση με την αστυνομία και πολλοί άλλοι είχαν περάσει ήδη στην παρανομία για να μη συλληφθούν.

Τον είχαν καλέσει τότε στην Ασφάλεια για να μάθουν αν ξέρει πού βρίσκεται ο Σταύρος, στενός του φίλος και στέλεχος του σωματείου των μπετατζήδων. Όχι πως περίμεναν να τους πει το οτιδήποτε, ακόμα κι αν ήξερε -που δεν ήξερε-, αλλά για να δείξουν πως ελέγχουν τα πάντα.

Και πάλι τώρα μπροστά στον Μπόγια, που κάποια στιγμή, κρατώντας τα χαρτιά, τον κοίταξε κατάματα, μ’ εκείνο το βλέμμα που τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο γελοίος απ’ όσο ήταν:

«Όπως βλέπω, πλούσιος ο φάκελός σου, Αντώνη. Και πριν τον στρατό κι όταν ήσουνα φαντάρος και μετά που απολύθηκες, έκανες ό,τι πέρναγε απ’ το χέρι σου για να τον συμπληρώνεις. Αλλά τώρα, όπως καταλαβαίνεις, τα πράγματα άλλαξαν. Μην πεις τίποτα. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να ξέρεις ότι τώρα πια όλ’ αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Και θα τα ξεχάσουμε κι εμείς, αν τα ξεχάσεις κι εσύ. Πήγαινε τώρα σπίτι σου και να θυμάσαι πάντα πως μπορούμε να ξέρουμε τι κάνεις, πού βρίσκεσαι και με ποιους μιλάς, ανά πάσα στιγμή. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σε ξαναφέρουν εδώ. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν σου εγγυώμαι για τίποτα. Τώρα κουμάντο κάνει ο στρατός».

Δεν είχαν, λοιπόν, πρόθεση να μαζέψουν όλο τον κόσμο από το κόμμα και τους Λαμπράκηδες. Αν και σίγουρα ήταν χιλιάδες αυτοί που πιάστηκαν.

Από τη Φωνή της Αλήθειας, τη Μόσχα και το Λονδίνο μαθεύτηκε πως ήταν πλήθος οι συλληφθέντες στον Ιππόδρομο και στο γήπεδο της ΑΕΚ, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ακούστηκε, μάλιστα, ότι στον Ιππόδρομο βασάνισαν τον Ηλιού. Ακούγονταν διάφορα και για τον Μίκη, που είχε εξαφανιστεί. Πέρασε στην παρανομία ή τον είχαν δολοφονήσει; Ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν συλληφθεί ήταν και ο Μανώλης Γλέζος κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, και λεγόταν πως κινδύνευε η ζωή τους.

Την επόμενη μέρα πήγε στη δουλειά και με το που άνοιξε απέναντι η βιοτεχνία με τις λαμπάδες πετάχτηκε να μάθει για τη Ζωή. Αλλά δεν ήξερε τίποτα ο βιοτέχνης, ούτε καμία από τις δυο κοπέλες που δούλευαν εκεί. Είχε έρθει με την αγγελία που ’χε δει στην πόρτα, για προσωρινή έκτακτη απασχόληση δύο εβδομάδων.

Έμαθε πως έμενε κάπου στο Μπραχάμι, προς τον Ασύρματο. Προς στιγμή χάρηκε, αλλά αμέσως μετά σκέφτηκε πως θα ’ταν τρέλα να πάει μέχρι εκεί. Αν τον παρακολουθούσαν, που ήταν και το πιο πιθανό, σιγά μην άκουγαν οι ασφαλίτες το παραμύθι πως πήγε να βρει τη γκόμενα! Βέβαια, μέτρησε και το ότι αυτή δεν φάνηκε να ψάχνει να τον βρει. Παρασκευή και Σάββατο δεν είχε πάει για δουλειά και πέρασε για λίγο τη Δευτέρα ίσα για να πληρωθεί. Μέσα στο βαρύ κλίμα των ημερών, μάλλον θα έφταναν τα κεριά και οι λαμπάδες που ήδη υπήρχαν.

Όπως του είπαν, η μικρή πήγε μέχρι την πόρτα της δουλειάς του, έριξε μια ματιά μέσα και έφυγε. Χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, χωρίς να ρωτήσει τίποτα γι’ αυτόν.

Το απόγευμα πέρασε από το σπίτι ο Τάσος. Τον είχαν σύρει κι αυτόν στην Ασφάλεια και ήξεραν κι οι δυο ότι τέτοιες συναντήσεις μπορεί πια να ήταν επικίνδυνες. Απομονώθηκαν στο μικρό του καμαράκι με το ντιβάνι και το τραπεζάκι, και τον ενημέρωσε ότι κάμποσοι ήταν αυτοί που πρόλαβαν να κρυφτούν. Οι πιο πολλοί, μέρα με τη μέρα, πείθονταν πως δεν κινδύνευαν, όσο τουλάχιστον δεν έπιαναν επαφή με το κόμμα. Και ανάμεσα στον αριστερό κόσμο ακουγόταν όλο και πιο συχνά όλο και περισσότερο, πως όλα έχουν τελειώσει.

«Φτιάξαμε κοτζάμ ΕΑΜ, είχαμε μαζί μας όλο τον κόσμο, ελέγχαμε ολόκληρη την Ελλάδα και στο τέλος χάσαμε. Κάναμε δεύτερο αντάρτικο και ξαναχάσαμε. Βάλαμε πλάτη για την ΕΔΑ και πάλι στα ίδια. Ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια…»

Και τα λέγανε άνθρωποι που τα ξέρανε από πρώτο χέρι όλ’ αυτά. Οι πενηντάρηδες κι οι εξηντάρηδες είχαν ζήσει τη δικτατορία Μεταξά κι ήταν αυτοί που ’χαν φτιάξει το ΕΑΜ. Οι σαραντάρηδες ήταν οι επονίτες της Κατοχής.

 «Δεν έχουν άδικο, ρε Τάσο! Έτσι δεν είναι; Ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια. Εκεί που πάμε να σηκώσουμε κεφάλι, μας δίνουν μία και ψαχνόμαστε. Σαν τον Σίσυφο, ένα πράμα. Τον ξέρεις τον μύθο του Σίσυφου;»

Μείνανε κάμποση ώρα αμίλητοι και σκεφτικοί, με τον Τάσο να καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Και κάποια στιγμή έσπασε τη σιωπή του:

«Ξανά και ξανά, Αντώνη, έτσι όπως το λες κι εσύ, όπως το λέει τόσος κόσμος, δικός μας. Δεν μπορεί, κάτι φταίει και σε μας. Να τα δούμε κι αυτά. Να τα κουβεντιάσουμε. Να ψάξουμε τι έφταιξε κι ετούτη τη φορά. Να σου πω όμως και γιατί ήρθα.

Μη ρωτήσεις πώς και τι, αλλά βρήκα επαφή με το κόμμα. Σε δυο βδομάδες, την Τετάρτη του Θωμά, θα δω κάποιον απ’ την καθοδήγηση. Έναν απ’ τους λίγους που δεν πιάστηκαν. Έχει βγει στην παρανομία και δεν του είναι εύκολο να βρεθούμε πιο νωρίς.

Έχω μιλήσει και με μερικούς άλλους και πρέπει να σου πω ότι τους είδα πολύ επιφυλακτικούς. “Ας μη βιαζόμαστε, κάτσε να δούμε πώς θα πάει η κατάσταση”, μου έλεγαν. Εκτός από μια κοπέλα, που όπως δεν μπορώ να σου πω τα ονόματα των άλλων, δεν θα σου πω και ποια είν’ αυτή. Και μην κάνεις υποθέσεις, γιατί μπορεί να ξαφνιαστείς. Υπάρχουν και κάνα δυο που μου το ξέκοψαν πως δεν έχουν διάθεση να μπλέξουν με παρανομίες και τέτοια».

Έμειναν και πάλι αμίλητοι κι οι δυο, με τον Αντώνη να ’χει σηκωθεί απ’ την καρέκλα και να κόβει βόλτες πάνω κάτω στο δωματιάκι.

 «Λοιπόν; Τι λες;», τον ρώτησε ο Τάσος, σβήνοντας το τσιγάρο του στο μικρό σταχτοδοχείο που το ’χε γεμίσει αποτσίγαρα.

Ο Αντώνης κάθισε πάλι στην καρέκλα, χαμήλωσε το κεφάλι και είπε σιγανόφωνα:

«Τι να πω; Εσείς στο στόμα του λύκου κι εγώ παλαίμαχος στα εικοσιτέσσερά μου; Μαζί σας κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει!»

Κι ανάβοντας ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο του Τάσου, συμπλήρωσε, σαν να μονολογούσε:

 «Άντε, πάλι απ’ την αρχή!»

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ