Η ξενιτιά, ελληνική διαχρονική πραγματικότητα, του Γιώργου Αλεξάτου

Προδημοσίευση από το βιβλίο, «Η ξενιτιά στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι», που πρόκειται να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις «Άπαρσις».

Η ξενιτιά, η φυλακή, η φτώχεια, η ορφάνια

τα τέσσερα ζυγιάστηκαν σ’ ένα βαρύ καντάρι

και πιο βαριά η ξενιτιά, με τα πολλά φαρμάκια.

Η ξενιτιά αποτελεί διαχρονική πραγματικότητα για τον ελληνικό λαό. Ήδη από τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας έχουμε πλήθος αναφορών στη μετανάστευση από τον ευρύτερο χώρο όπου ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί, με προορισμό κυρίως τη Ρωσία και τη Ρουμανία, αλλά και την κεντρική και δυτική Ευρώπη. Σε εποχές κατά τις οποίες η συγκοινωνία και η επικοινωνία δεν ήταν καθόλου εύκολες, ξενιτιά λογιζόταν και η Κωνσταντινούπολη και η δυτική Μικρά Ασία (κυρίως η περιοχή της Σμύρνης), όπου μεταξύ άλλων μετανάστευαν και ελληνόφωνοι ή μη, ορθόδοξοι χριστιανοί από τη σημερινή ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου, την Κύπρο, τη Μικρασία και τον Πόντο.

Στους ίδιους προορισμούς, στους οποίους προστίθεται αργότερα και η Αίγυπτος, κατευθύνεται η μετανάστευση και από το μικρό ελληνικό κράτος μετά την ίδρυσή του, το 1830, και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Υπολογίζεται ότι στη διάρκεια μιας γενιάς μετανάστευε το 15-20% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας (1). Είναι χαρακτηριστικό το ότι ενώ τον 18ο αιώνα οι Έλληνες ήταν λιγότεροι από το 8% του πληθυσμού της δυτικής Μικράς Ασίας, το 1880 αντιπροσώπευαν το 21% (2).

Εντούτοις, για μεγάλο μέρος των μεταναστών η μετανάστευση δεν αποσκοπούσε στην εγκατάσταση στην ξενιτιά, αλλά συνδεόταν με την προσπάθεια ενίσχυσης των οικονομικών της οικογένειας, κάτι που αποτελούσε προτεραιότητα για την κατεξοχήν μικροϊδιοκτητική ελληνική κοινωνία, που αντιστεκόταν σθεναρά στην προλεταριοποίηση (3).

Η μεγάλη πλειονότητα των μεταναστών αυτού του κύματος κατορθώνει να μην ξεπέσει κοινωνικά στους τόπους όπου εγκαθίσταται. Ευνοούμενη από τις θέσεις που κατέχει στις χώρες αυτές το ελληνικό παροικιακό κεφάλαιο, ασχολείται, κυρίως, με μικροεμπορευματικές δραστηριότητες (4).

Δεν θα συμβεί το ίδιο και με τους μετανάστες του δεύτερου κύματος, της υπερπόντιας μετανάστευσης, που από τα τέλη του 19ου αιώνα κατευθύνονται προς τις ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες μακρινές περιοχές του πλανήτη (κυρίως Αυστραλία και Νότια Αφρική), όπου προλεταριοποιούνται (5).

Εντούτοις και εκεί, πολύ σύντομα ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό Ελλήνων μεταναστών θα αναπτύξει μικροεμπορευματικές δραστηριότητες και θα ενταχθεί στη μικροαστική τάξη.

Χαρακτηριστικά ως προς την έκταση που προσέλαβε το κύμα μετανάστευσης προς τις ΗΠΑ είναι τα στοιχεία που κατέθεσε στη Βουλή, το 1913, ο υπουργός Εσωτερικών, Εμμανουήλ Ρέπουλης (6), σύμφωνα με τα οποία, στα 1899-1911 μετανάστευσαν 254.000 Έλληνες, πολύ περισσότεροι από κάθε άλλη βαλκανική χώρα. Με μέσο όρο στα 1910-12 22.000 τον χρόνο, αποτελούσαν το 9,5 τοις χιλίοις του πληθυσμού της Ελλάδας. Έναντι 5,8 της Ιταλίας και 1,2 της Βουλγαρίας. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι τα δύο τρίτα των μεταναστών προέρχονταν από την Πελοπόννησο, η οποία είχε πληγεί από τη σταφιδική κρίση της δεκαετίας του 1890.

Παράλληλα, το ένα τρίτο των μεταναστών επιστρέφει στην Ελλάδα. Έτσι, στα 1908-1911, οι μετανάστες ανέρχονται σε 87.000 και οι παλινοστούντες σε 28.000 (33%). Εντούτοις, όπως επισημαίνεται, «η αναλογία αύτη δεν οφείλεται ολόκληρος εις πόθον επιστροφής εις την πατρίδα. Δεν είναι ολίγοι εκείνοι , τους οποίους αι Αμερικανικαί αρχαί αποκρούουν είτε δια λόγους υγείας είτε δια πτωχείαν».

Οι τραγικές καταστάσεις τις οποίες βιώνουν οι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ είχαν αναγκάσει τον πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη να αποστείλει στις 19 Απριλίου 1901, με την ιδιότητα του υπουργού Εσωτερικών, εγκύκλιο προς τους νομάρχες όλης της χώρας. Η εγκύκλιος η οποία διαβάστηκε επί τρεις συνεχόμενες Κυριακές στις εκκλησίες, αναφέρεται σε εκθέσεις ελληνικών προξενικών αρχών για τη «λυπηρότατη κατάσταση» των μεταναστών, «ιδίως δε του εν Σικάγο Γενικού Πρόξενου, ο οποίος ανέφερε με τηλεγράφημά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών ότι περιπλανώνται εκεί άνεργοι περί τους 1000 μετανάστες (Έλληνες) άνευ χρημάτων και σε απελπιστική κατάσταση. Η κατάσταση αυτή των μεταναστών ελπίζουμε να πείσει όσους εγκαταλείπουν την πατρική εστία, τους οικείους και των φτωχικό αλλά έντιμο εν τη πατρίδα βίο ότι, εάν ευάριθμοι εκ των μεταναστών κατορθώνουν μετά από πολυετείς εξευτελισμούς και ταλαιπωρίες να βελτιώσουν την υλική τους κατάσταση στην Αμερική, οι περισσότεροι καταστρέφονται εκπατριζόμενοι».

Την έκθεση του προξένου επιβεβαιώνει ο πρόεδρος Ελληνικής Κοινότητας Σικάγου, με επιστολή του στην εφημερίδα Ακρόπολις, ο οποίος αναφέρει ότι οι μετανάστες αυτοί περιφέρονται «εντελώς πένητες, στερούμενοι και αυτόν τον επιούσιον» (7).

Στην ίδια εφημερίδα, λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύεται η είδηση ότι 420 άτομα επιβιβάστηκαν στο πλοίο «Αλσατία» στην Καλαμάτα, με προορισμό τις ΗΠΑ, γιατί «δεν δύνανται πλέον να υποφέρουσι την δυστυχίαν ή οποία τους μαστίζει» (8). Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα!

Αντιμέτωποι με ρατσιστικές διώξεις

Στις χώρες της υπερπόντιας μετανάστευσης, όπου κυριαρχούσαν οι προτεστάντες Αγγλοσάξονες, οι Έλληνες μετανάστες, όπως και όλοι οι προερχόμενοι από τη νότια και ανατολική Ευρώπη, αλλά και οι Ιρλανδοί, βρίσκονταν αντιμέτωποι ακόμα και με ρατσιστικές διακρίσεις, που συχνά εκτρέπονταν σε άγριες διώξεις.

Η πρώτη από τις γνωστές διώξεις Ελλήνων μεταναστών καταγράφεται τον Φεβρουάριο του 1909, στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στην πόλη Νότια Ομάχα της Νεμπράσκα, όπου Έλληνας που κατηγορήθηκε για ερωτικές σχέσεις με 17χρονη Αμερικανίδα, σκότωσε, κατά τη σύλληψή του, αστυνομικό. Ακολούθησαν μαζικοί ξυλοδαρμοί, καταστροφές σπιτιών και μαγαζιών, με αποτέλεσμα τη διάλυση της ελληνικής κοινότητας που αποτελούνταν από 2.000-3.000 άτομα. Ταυτόχρονα, διώξεις ξέσπασαν στο Ντέιτον του Οχάιο και στο Κάνσας Σίτι.

Από το 1915 στις διώξεις κατά των Ελλήνων μεταναστών πρωτοστατούσε η ρατσιστική οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν, που ανασυστάθηκε, έχοντας στο στόχαστρό της όχι μόνο τους μαύρους Αφροαμερικάνους, αλλά και τους μετανάστες που θεωρούσε ότι ανήκαν σε κατώτερες φυλές. Το μένος της κατά των Ελλήνων ενισχυόταν και από το γεγονός ότι στα ελληνικά μαγαζιά (καφέ, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια) γίνονταν δεκτοί και Αφροαμερικανοί πελάτες.

Πολύ μεγάλης έκτασης διώξεις Ελλήνων εκδηλώθηκαν τον Αύγουστο του 1918 στο Τορόντο του Καναδά. Εκεί πρωτοστάτησαν οι βετεράνοι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που δυσφορούσαν γιατί οι Έλληνες μετανάστες δεν είχαν συμμετάσχει σ’ αυτόν. Από κοντά κι οι μικροϊδιοκτήτες καταστημάτων, που βρήκαν ευκαιρία να στραφούν κατά των Ελλήνων ανταγωνιστών τους. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως ήταν περίπου 2.000 οι Έλληνες που είχαν πολεμήσει από τις γραμμές του Καναδικού Εκστρατευτικού Σώματος, έχοντας νεκρούς και τραυματίες, ενώ τουλάχιστον 135 είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα και πολέμησαν από τις γραμμές του ελληνικού στρατού.

Ανάλογες διώξεις, με διάφορες αφορμές, σημειώθηκαν και στην Αυστραλία, και συγκεκριμένα τον Ιούλιο 1915 στο Μπρισμπέιν, τον Δεκέμβριο στο Σίδνεϊ, τον Οκτώβριο 1916 στο Περθ και τον Δεκέμβριο στο Κάλγκουρλι και το Μπάουλντερ. Στο Κάλγκουρι και το Μπάουλντερ οι Έλληνες υπήρξαν και πάλι στόχος τον Ιανουάριο 1934, κατά τις διώξεις Νοτιοευρωπαίων μεταναστών, όταν κάποιος Ιταλός κατηγορήθηκε για τον φόνο δημοφιλούς ποδοσφαιριστή.

Ήταν οι διώξεις που συντέλεσαν στο να ιδρυθεί στις ΗΠΑ, το 1922, από μετανάστες που είχαν ανέλθει κοινωνικά, η οργάνωση ΑΧΕΠΑ (American Hellenic Educational and Progressive Association – ΑΗΕΡΑ), με σκοπό την κατάκτηση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μέσω της ενσωμάτωσης των Ελλήνων στην αμερικάνικη κοινωνία. Εντούτοις, η ρατσιστική αντιμετώπιση δεν θα εκλείψει παρά μετά από χρόνια, με την απόκρουση της επίθεσης της φασιστικής Ιταλίας από την Ελλάδα το 1940. Οι Έλληνες βρέθηκαν ξαφνικά στο επίκεντρο θαυμασμού, που σηματοδοτήθηκε με τον εύζωνα, τον Έλληνα πολεμιστή, στο εξώφυλλο του περιοδικό Life, στις 16 Δεκεμβρίου.

Αντιμεταναστευτική πολιτική και παράτυπη μετανάστευση

Η μετανάστευση προς τις ΗΠΑ ελαττώνεται από το 1917 όταν η αμερικανική κυβέρνηση αρχίζει να βάζει φραγμούς στις μεταναστευτικές ροές, που γίνονται ακόμα πιο αυστηροί το 1924.

Ως συνέπεια της αντιμεταναστευτικής πολιτικής των ΗΠΑ και της διεθνούς οικονομικής κρίσης, που ξέσπασε το 1929, ενώ στα 1901-10 μετανάστευε ετησίως κατά μέσο όρο το 6,62% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, στα 1931-37 η μεταναστευτική έξοδος περιορίστηκε στο 0,46% (9).

Αντίθετα, ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης στις υπερπόντιες χώρες υποδοχής, εμφανίστηκε έντονη τάση παλιννόστησης, ισοδύναμη με το μεταναστευτικό ρεύμα, έτσι ώστε στα 1922-38 η μετανάστευση 116.685 ατόμων να αντισταθμίζεται από την επιστροφή 115.470 (10).

Φυσικά, στον υπολογισμό του αριθμού των μεταναστών δεν συμπεριλαμβάνονται αυτοί που μέχρι την κρίση του 1929 μετανάστευαν παράνομα και δεν καταγράφονταν στις επίσημες στατιστικές. Πολλοί από τους οποίους αντιμετώπιζαν ακόμα και τον κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους, όπως συνέβη σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί.

Στην πρώτη επρόκειτο για 30 Έλληνες που σκοτώθηκαν από τις αμερικάνικες Αρχές, όταν, μεταξύ άλλων μεταναστών, επιχειρούσαν να περάσουν τα σύνορα Μεξικού – ΗΠΑ (11). Στη δεύτερη «καραβάνι ολόκληρο Ελλήνων μεταναστών συνεπλάκη και εξοντώθη από τους φρουρούς των μεξικανικών συνόρων καθ’ ην στιγμήν επεχείρει να περάσει λάθρα» (12).

Παράλληλα, το 1925 υπολογίζονταν σε περισσότερες από πενήντα οι συμμορίες που δρούσαν στην Αθήνα και τον Πειραιά, χαρακτηριζόμενες ως «μεταναστευτικαί σπείραι», και οι οποίες απομυζούσαν οικονομικά όσους ήθελαν να μεταναστεύσουν παράνομα, υποσχόμενες ασφαλή εγκατάσταση στον τόπο προορισμού, όπου τους εγκατέλειπαν στην τύχη τους. Που κάθε άλλο παρά η υποσχόμενη ήταν (13).

Στις φάμπρικες της Γερμανίας…

Μεταπολεμικά, ταυτόχρονα με την εσωτερική μετανάστευση, η μετανάστευση στο εξωτερικό προσέλαβε διαστάσεις που μόνο με αυτές του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα προς τις ΗΠΑ μπορεί να συγκριθούν. Υπολογίζεται ότι από το 1946 έως το 1977 μετανάστευσαν μόνιμα 1.282.500 άτομα, από τα οποία 1.044.735 μετανάστευσαν στα 1961-1977 (14).

Σε πληθυσμό 7,5 έως 8,5 εκατομμυρίων, η μόνιμη μετανάστευση περισσότερων από ένα εκατομμύριο σημαίνει ποσοστό περίπου 15-20% και μάλιστα από τις πιο δυναμικές ηλικίες του πληθυσμού, 20-35 ετών και κυρίως 25-29 (15).

Στα 1955-1977 το 81,7% των μεταναστών ήταν 15-44 ετών και το 10,9% το αποτελούσαν παιδιά κάτω των 15 10,9%. Άρα πάνω από 44 ετών ήταν μόλις το 7,4% (16). Μετανάστευε, δηλαδή, «όχι μόνο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας αλλά και μελλοντικός οικονομικά ενεργός πληθυσμός» (17).

Αμέσως μετά τον πόλεμο το 50% των μεταναστών κατευθυνόταν σε υπερπόντιες χώρες (ΗΠΑ, Καναδά, Αργεντινή, Αυστραλία κ.λπ.), το 25% σε ευρωπαϊκές και το 10% σε μεσογειακές. Από το 1960 ο κύριος όγκος κατευθυνόταν προς τη δυτική Ευρώπη και κυρίως στη Δυτική Γερμανία (18). Εκείνη τη χρονιά και συγκεκριμένα στις 30 Μαρτίου, υπογράφηκε και σχετική συμφωνία Ελλάδας – Γερμανίας. Είχε προηγηθεί ανάλογη συμφωνία με το Βέλγιο, το 1957.

Αιτία της μαζικής μετανάστευσης ήταν η εξαθλίωση της υπαίθρου, η ανεργία που προσλάμβανε μεγάλες διαστάσεις και γενικότερα οι συνθήκες ζωής στη μεταπολεμική Ελλάδα. Χαρακτηριστικό το ότι  το 1961 η ωριαία αμοιβή στη βιομηχανία ήταν κατά πολύ μικρότερη ακόμη και από την αντίστοιχη της Τουρκίας, ενώ το χάσμα με τις χώρες της δυτικής Ευρώπης ήταν ακόμα μεγαλύτερο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ενώ το ελληνικό μεροκάματο στην κλωστοϋφαντουργία αντιστοιχούσε σε 7,63 δρχ. την ώρα, στην Τουρκία ήταν 12,53 δρχ., στην Ιταλία 12,81 και στη Γερμανία 13,2. Η ωριαία αμοιβή στις μηχανολογικές βιομηχανίες ήταν στην Ελλάδα 8,05 δρχ., έναντι 15,26 δρχ. της Τουρκίας, 16,17 της Ιταλίας και 17,01 της Γερμανίας. Στα ανθρακωρυχεία οι Τούρκοι εργάτες έπαιρναν 16,17 δρχ., οι Ιταλοί 18,27, οι Γερμανοί 26,74, ενώ οι Έλληνες μόλις που έφταναν τις 9,5 δρχ. (19)

Η μετανάστευση προς το εξωτερικό προερχόταν κυρίως από την ύπαιθρο, απ’ όπου ταυτόχρονα μεγάλο μέρος του πληθυσμού συνέρρεε  και στα ελληνικά μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, ήταν πολύ μεγάλο το ποσοστό των πρώην αγροτών που βρέθηκαν από τα μικρά χωριά τους, όπου συνήθως δεν υπήρχε καν νερό και ηλεκτρικό ρεύμα στα σπίτια, στις μεγαλουπόλεις της Γερμανίας και των άλλων χωρών υποδοχής μεταναστών. Σε συνθήκες πρωτόγνωρες, άγνωστες, ανάμεσα σε ξένους που αντιμετώπιζαν τους φτωχούς και κακοντυμένους μετανάστες σαν απολίτιστους και ενίοτε επικίνδυνους παρείσακτους.

Και βέβαια, οι συνθήκες ζωής και εργασίας και εκεί διέφεραν κατά πολύ απ’ αυτά που ήλπιζαν πριν φύγουν απ’ την Ελλάδα. Συνήθως στοιβάζονταν πολλοί μαζί σε μικρά διαμερίσματα, έκαναν τις πιο βαριές, δύσκολες και σχετικά κακοπληρωμένες εργασίες που απέφευγαν οι ντόπιοι.

Η μετανάστευση δεν σταμάτησε ακόμη κι όταν, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχε περιοριστεί η ανεργία, για να προκύψει μετά από λίγα χρόνια ακόμα και έλλειψη εργατικού δυναμικού. Η αιτία ήταν η τεράστια διαφορά των αποδοχών των εργαζομένων μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών υποδοχής των μεταναστών.

Παρά την ονομαστική άνοδο κατά 129% των αμοιβών στην Ελλάδα, στα 1961-1971, το 1972 η μέση ωριαία αμοιβή ήταν 18,40 δρχ., έναντι 58 δρχ. στη Δυτική Γερμανία, 59,30 στο Λουξεμβούργο, 44,30 στο Βέλγιο και 31,80 στην Ιταλία (20).

Ακόμη και ο Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων διαπίστωνε ως αιτία μετανάστευσης την αισθητή διαφορά των αποδοχών, παρά τα περιθώρια απασχόλησης στην Ελλάδα στα 1971-1972 (21). Παρ’ όλα αυτά, αν και η χούντα ευνοούσε από το 1970 την παλιννόστηση, σύστηνε στους εργάτες «να μην έχουν απαιτήσεις ψηλών αμοιβών, επειδή αυτό ενέχει κινδύνους πληθωρισμού» (22).

Η μετανάστευση, έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμά της στα 1969-70, θ’ αρχίσει έκτοτε να περιορίζεται και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ουσιαστικά εξαλείφεται ως κοινωνικό πρόβλημα. Με τη μεγάλη πλειονότητα όσων μεταναστών δεν επέστρεψαν να έχει ανέλθει κοινωνικά στις χώρες όπου βρέθηκε, με τη δημιουργία μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Παράλληλα από τη δεκαετία του 1980 συρρικνώνεται και το ελληνικό ναυτεργατικό προλεταριάτο. Παρά το ότι ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους παγκοσμίως, στα πλοία αυτά απασχολείται όλο και περισσότερο εργατικό δυναμικό από χώρες κυρίως ασιατικές, χαμηλόμισθο και με περιορισμένα δικαιώματα.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 η Ελλάδα ήταν ταυτόχρονα και χώρα υποδοχής μεταναστών, από αφρικανικές και ασιατικές χώρες, και μετά το 1990 η προσέλευση μεταναστών και από τις χώρες αυτές και από την ανατολική Ευρώπη (κυρίως Αλβανία, Ρουμανία, Πολωνία, Ουκρανία, Ρωσία και Γεωργία) θα προσλάβει μεγάλες διαστάσεις. Ενώ από τη δεκαετία του 2000 θα εμφανιστεί και πάλι μετανάστευση από την Ελλάδα, που από τα χρόνια των μνημονίων θα πάρει διαστάσεις που θυμίζουν τη δεκαετία του 1960. Η διαφορά έγκειται στο ότι η μεγάλη πλειονότητα των σύγχρονων μεταναστών δεν είναι ανειδίκευτοι εργάτες, όπως τότε, αλλά απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

 

  1. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Οικονομικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα 1830-1922, Θεμέλιο, Αθήνα 1977, σ. 110.
  2. Γιάννης Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από την επέκταση στην οικονομική ανάπτυξη, Εξάντας, Αθήνα 1988, σ. 229.
  3. Γιώργος Αλεξάτος, Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Από την πρώτη συγκρότηση στους ταξικούς αγώνες του Μεσοπολέμου, β΄ έκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2015, σ. 42 κ.έ.
  4. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ό.π., σ. 344.
  5. Δημήτρης Τσαούσης, Μορφολογία της ελληνικής κοινωνίας, Gutenberg, Αθήνα 1971, σ. 64-74. Ηρώ Έμκε-Πουλοπούλου, Προβλήματα μετανάστευσης και παλιννόστησης, Ινστιτούτο Μελέτης Ελληνικής Οικονομίας – Ελληνική Εταιρία Δημογραφικών Μελετών, Αθήνα 1986, σ. 144.
  6. Εφημ. Ατλαντίς της Νέας Υόρκης, «Το ζήτημα της μεταναστεύσεως εν Ελλάδι», 5.5.1913. Η Ατλαντίς εκδιδόταν ως εβδομαδιαία από το 1894 και ημερήσια από το 1904.
  7. Εφημ. Ακρόπολις, 20.4.1901.
  8. Εφημ. Ακρόπολις, 23.4.1901.
  9. Μάριος Νικολινάκος, Μελέτες πάνω στον ελληνικό καπιταλισμό, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1976, σ. 43. Μιχάλης Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Ελλάδα, 1909-1936, Βιομηχανία-Βιοτεχνία, Εμπορική Τράπεζα, Αθήνα 1987, σ. 69, όπου οι μετανάστες προς τις ΗΠΑ κατά την περίοδο 1900-40 υπολογίζονται σε 495.000.
  10. Ιωάννης Χασιώτης, Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 106-110.
  11. Εφημ. Ριζοσπάστης, 16.2.1924.
  12. Εφημ. Πατρίς, 8.3.1931.
  13. Τάσος Θεοφίλου, «Στον Μεσοπόλεμο οι Έλληνες ήταν οι λαθρομετανάστες της εποχής», LIFO 31.10.2025.
  14. Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, Ανεργία και απασχόληση στην Ελλάδα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, σ. 157.
  15. Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών, Απόδημοι Έλληνες, Greeks abroad, Αθήνα 1972, σ. 18-24.
  16. Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, ό.π., σ. 70 κ.έ.
  17. Ό.π., σ. 77.
  18. Γιώργος Ματζουράνης, Έλληνες εργάτες στη Γερμανία (Γκασταρμπάιτερ), Gutenberg, Αθήνα 1974, σ. 34. Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών, ό.π., σ. 15.
  19. Ντάντης-Λάζαρος Δουκάκης, Εργασιακές σχέσεις. Οικονομία και θεσμοί, Παπαζήσης, Αθήνα 1988, σ. 69.
  20. Μάριος Νικολινάκος, Καπιταλισμός και μετανάστευση, Παπαζήσης, Αθήνα 1973, σ. 170.
  21. Ήρα Έμκε – Πουλοπούλου, ό.π., σ. 218.
  22. Μάριος Νικολινάκος, ό.π., σ. 171.
0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ