Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών
Η δημοσίευση στο περιοδικό L’Espresso της φωτογραφίας ενός Ισραηλινού εποίκου που παρενοχλεί μια Παλαιστίνια προκάλεσε την κινητοποίηση του ισραηλινού ΥΠΕΞ, που έκανε λόγο για αντισημιτική απεικόνιση. Η αντιπαράθεση που ακολούθησε αποκαλύπτει τα όρια της κατανόησής μας για τη φωτογραφία ως εργαλείο έκφρασης και προπαγάνδας.
«Παραποιητική χρήση φωτογραφίας». Έτσι χαρακτήρισε ο πρέσβης του Ισραήλ στην Ιταλία, Τζόναθαν Πέλεντ, το εξώφυλλο του περιοδικού L’ Espresso που απαθανάτισε τη φρικτή έκφραση ενός ένοπλου Ισραηλινού εποίκου και τη συνόδευσε με τον τίτλο L’ Abuso (Η κακοποίηση). Το επιχείρημα του πρέσβη, το οποίο έκτοτε προωθούν εκατοντάδες φιλοϊσραηλινοί λογαριασμοί σε όλον τον κόσμο, ήταν ότι η εικόνα αναπαράγει στερεότυπα για τα χαρακτηριστικά των Εβραίων. Αρκετοί μάλιστα έκαναν αντιπαράθεση της φωτογραφίας με σκίτσα του ναζιστικού περιοδικού Der Sturmer που παρουσίαζαν τους Εβραίους με τερατόμορφα χαρακτηριστικά.
Απαντώντας σε αυτά τα επιχείρημα αρκετοί υποστήριξαν ότι ενώ ένας σκιτσογράφος έχει απόλυτο έλεγχο στην παραγωγή της τελικής εικόνας (και συνεπώς μπορεί να προωθεί ρατσιστικά μηνύματα παραποιώντας τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά των Εβραίων), ένας φωτογράφος απλώς καταγράφει την πραγματικότητα. Ή όπως έλεγαν και κάποιοι παλιοί φωτογράφοι νυχτερινών κέντρων στους απογοητευμένους πελάτες τους, «η μηχανή ό,τι βλέπει βγάζει, κύριος».
Το συγκεκριμένο επιχείρημα όμως είναι προβληματικό σε πολλά επίπεδα. Ένας φωτογράφος έχει στη διάθεσή του αναρίθμητα εργαλεία για να «παραποιήσει» την πραγματικότητα – και στην περίπτωση του φωτορεπορτάζ να προωθήσει μια πολιτική άποψη. Ο φακός που θα επιλέξει, η γωνία λήψης ή το βάθος πεδίου είναι μερικά μόνο από αυτά. Χωρίς την παραμικρή ψηφιακή επεξεργασία μπορεί να ηρωοποιήσει ή να γελοιοποιήσει ένα πρόσωπο, να του προσφέρει οικεία ή εχθρικά χαρακτηριστικά, να το απομονώσει από το περιβάλλον του ή ακόμη και να απομακρύνει την προσοχή μας από αυτό. Στη συνέχεια ο ίδιος ή ο photo editor μιας εφημερίδας μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε δεκάδες ή εκατοντάδες καρέ που τραβήχτηκαν με διαφορά μερικών δευτερολέπτων και κάθε ένα από τα οποία μπορεί να μεταφέρει μια εντελώς διαφορετική ιστορία.
Η σοβαρότητα και η εγκυρότητα μιας φωτογραφίας λοιπόν, δεν καθορίζονται από μια αφηρημένη έννοια «αντικειμενικότητας» -η οποία δεν υπάρχει στο φωτορεπορτάζ, όπως δεν υπάρχει και εν γένει στη δημοσιογραφία- αλλά από το αν η εικόνα είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας, την οποία η μηχανή απαθανατίζει σταματώντας τον χρόνο.
Όταν ο φωτογράφος Ντον ΜακΚάλιν κατέγραψε το σπαρακτικό κλάμα μιας Τουρκοκύπριας που είδε τους Ελληνοκύπριους να δολοφονούν τον άντρα της το 1964 (φωτογραφία αριστερά), επέλεξε την πρωταγωνίστρια της εικόνας του, όχι για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσώπου της, αλλά γιατί συμπύκνωνε τη φρίκη που βίωσαν δεκάδες οικογένειες.
Αντίστοιχα, η θρυλική μητέρα της Μεγάλης Ύφεσης (φωτογραφία δεξιά), δεν ατένιζε νυχθημερόν τον ορίζοντα με ύφος απελπισίας. Το επόμενο δευτερόλεπτο ενδέχεται να γελούσε παίζοντας με τα παιδιά της. Επιλέγοντας όμως, το συγκεκριμένο καρέ η φωτογράφος, Ντοροθέα Λανγκ, κατάφερε να συνοψίσει τις κακουχίες που έζησαν χιλιάδες εσωτερικά εκτοπισμένοι Αμερικανοί πολίτες σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις του καπιταλισμού του 20ού αιώνα.
Το Πούλιτζερ
O ΜακΚάλιν έλαβε το βραβείο Πούλιτζερ και η Λανγκ αποθεώθηκε για την εμβληματική φωτογραφία της, επειδή είχαν το πολιτικό και κοινωνικό κριτήριο να επιλέξουν τις πιο αντιπροσωπευτικές εικόνες μιας ολόκληρης εποχής. Όπως θα εξηγούσε ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν στο δοκίμιό του για την «αποφασιστική στιγμή», «η φωτογραφία είναι η ταυτόχρονη αναγνώριση, σε κλάσματα δευτερολέπτου, της σημασίας ενός γεγονότος καθώς και της ακριβούς διάταξης των μορφών που προσδίδουν σε αυτό το γεγονός την κατάλληλη έκφραση».
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν, για τη φωτογραφία του Ισραηλινού εποίκου είναι αν το μίσος (και όχι τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά) του προσώπου του μας μεταφέρει την κατάσταση στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Και εδώ τα στοιχεία είναι ατράνταχτα. Όταν στο σύνολο της ισραηλινής κοινωνίας (εξαιρουμένων των Αράβων Ισραηλινών), το 82% υποστηρίζει την εθνοκάθαρση και σχεδόν το 50% τη γενοκτονία, στους παράνομους οικισμούς η πρόθεση γίνεται πράξη. Τους τελευταίους μήνες καταγράφονται διαρκώς δολοφονίες Παλαιστινίων από εποίκους και διαρκής καταστροφή περιουσιών, που παραπέμπει στη ναζιστική Νύχτα των Κρυστάλλων.
Όπως εξηγούσε σε πρόσφατο κείμενό του στο περιοδικό Jacobin ο Ε.Α. Χαλεβί, αναλυτής του Ιδρύματος Center for Strategic Politics, αρκετά από τα ανήλικα παιδιά που βλέπουμε σε φωτογραφίες και βίντεο να τραμπουκίζουν Παλαιστίνιους αντιμετώπιζαν προβλήματα βίαιης συμπεριφοράς και προσαρμογής και εγκατέλειψαν το σχολείο ή ακόμη και την υποχρεωτική θητεία στον IDF. Αντί όμως να υπάρξει ειδική μέριμνα, κρατικές υπηρεσίες και ΜΚΟ που χρηματοδοτούνται με εκατομμύρια δολάρια και από εβραϊκές οργανώσεις στις ΗΠΑ τα στέλνουν στους πιο απομακρυσμένους παράνομους οικισμούς, όπου λειτουργούν σαν το μακρύ χέρι των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Ουσιαστικά πρόκειται για παρακρατικές συμμορίες ανηλίκων, οι οποίες όμως δρουν με τα όπλα και την κάλυψη που τους παρέχουν το κράτος, η κυβέρνηση και εν τέλει η κοινωνία του Ισραήλ.
Σε αυτό το σκηνικό, η φωτογραφία που κατέγραψε o φωτογράφος Πιέτρο Μαστούρζο για το περιοδικό L’Espresso δικαιούται πέραν πάσης αμφιβολίας το βραβείο Πούλιτζερ.

