ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Λαϊκές φωνές από το παρελθόν, του Γιώργου Λαουτάρη

 

Σαν ένα μήνυμα κλεισμένο σε ένα μπουκάλι που βρέθηκε ξαφνικά σε μια ακτή έρχεται το βιβλίο Πάνος Γεραμάνης και Λαϊκοί Βάρδοι (εκδόσεις Τόπος) που επιμελήθηκαν η Μαριάννα Τζιαντζή και η Ναυσικά Γεραμάνη. Ή σαν ένα κιτρινισμένο γράμμα που ξεχάστηκε για δεκαετίες μέσα σε ένα σκονισμένο μπαουλάκι κάπου σε ένα πατάρι. Διαβάζουμε, ή καλύτερα ακούμε διαβάζοντας, κάποιες φωνές από το παρελθόν.

Λόγια του ραδιοφωνικού αέρα

Τα όσα είπαν μεταξύ τους ο δημοσιογράφος και οι κάθε φορά καλεσμένοι του μπροστά από ένα μικρόφωνο προορίζονταν μόνο για μετάδοση μια κι έξω. Ήταν θα λέγαμε λόγια του αέρα, του ραδιοφωνικού βεβαίως αέρα. Λόγια προορισμένα να τα ακούσει κάποιος οδηγός στην κίνηση, οι θαμώνες ενός καφενείου, οι πελάτες σε ένα κομμωτήριο. Θα τα άκουγαν και σε αρκετά σπίτια – μην ξεχνάμε ότι τη δεκαετία του 1990 και του 2000 όταν δηλαδή μεταδίδονταν οι «Λαϊκοί Βάρδοι» δεν υπήρχε Spotify και Youtube. Το ραδιόφωνο εκείνη την εποχή ήταν ένα σημαντικό μέσο. Δεν είχε βέβαια τη διείσδυση της τηλεόρασης που ειδικά μετά την ραδιοτηλεοπτική απελευθέρωση από το κρατικό μονοπώλιο το 1989 γνώρισε τις μεγάλες της δόξες.

Όμως ας σκεφτούμε κάποιες βασικές διαφορές μεταξύ τηλεόρασης και ραδιοφώνου. Σίγουρα μια ραδιοφωνική συνέντευξη δεν εξασφάλιζε στον καλεσμένο της εκπομπής την ορατότητα που θα είχε σε μια τηλεοπτική εμφάνιση. Το 1995 ο Νίκος Χατζηνικολάου φιλοξενούσε ήδη καλλιτέχνες στην εκπομπή του Ενώπιος Ενωπίω με συνεντεύξεις παρόμοιου φορμάτ με αυτό του Πάνου Γεραμάνη: Αφηγήσεις ζωής, αναμνήσεις, εκμυστηρεύσεις. Όμως τηλεόραση σημαίνει αρκετές κάμερες στο στούντιο που σε καταγράφουν διαρκώς. Σημαίνει πολυπληθές τεχνικό προσωπικό παρόν και δυνατά φώτα. Ο συνεντευξιαζόμενος δίνει στην πραγματικότητα μια απαιτητική παράσταση.

Αντίθετα, το ραδιόφωνο μοιάζει συγκριτικά περισσότερο με χαλαρή συνάντηση δύο φίλων. Αν δει κανείς προσεκτικά τη φωτογραφία στο εξώφυλλο του βιβλίου, θα προσέξει ότι πάνω στο τραπέζι υπάρχει ένα πιάτο με μεζέδες, ένα ποτήρι με άγνωστο περιεχόμενο ενώ η Μπέλου κάθεται σε στάση πλήρους χαλάρωσης λίγο πριν ανάψει το τσιγάρο. Υπάρχουν βέβαια τα μικρόφωνα, αλλά αυτά γρήγορα κανείς συνηθίζει να τα αγνοεί.

Ένας τεχνίτης του εφήμερου λόγου

Ο Γεραμάνης γνώριζε φυσικά ότι η εκπομπή κατά τη μετάδοσή της καταγράφεται σε μια μαγνητοταινία. Ήξερε επίσης ότι αυτή η μαγνητοταινία θα μπει σε μια κούτα με χιλιάδες άλλες. Και ότι οι κούτες αυτές, που γεμίζουν κάθε μέρα, συσσωρεύονται με τα χρόνια σε μια αποθήκη που λέγεται «Ιστορικό αρχείο» και ότι κάπου, κάποιος, κάποτε, αν δεν μεσολαβήσει κάποια πλημμύρα ή πυρκαγιά, μπορεί και να ακούσει ξανά αυτό το υλικό. Πιστεύω όμως ότι δεν ήταν αυτή η σκέψη που καθοδηγούσε τις κινήσεις του. Ο Γεραμάνης ήταν ένας τεχνίτης του εφήμερου λόγου, ένας υπηρέτης του ραδιοφωνικού αέρα. Εργαζόταν για ένα ποιοτικό αποτέλεσμα με την επίγνωση ότι αυτό θα αφήσει μια στιγμιαία μόνο εντύπωση στους ακροατές και με τον καιρό ίσως ένα θολό στίγμα, μια γενική αίσθηση. Αρκετοί θα θυμούνται για παράδειγμα ότι η Μοσχολιού βγήκε κάποτε και μίλησε στους Λαϊκούς Βάρδους, ελάχιστοι όμως θα μπορούν να ανακαλέσουν ατάκες από τη συνέντευξή της.

Και όμως. Η δουλειά του Γεραμάνη είχε τη συστηματικότητα του επιστήμονα και του επίμονου ερευνητή. Όπως φανερώνεται από το βιβλίο της Ναυσικάς και της Μαριάννας, ο δημοσιογράφος αυτός είχε κατά νου ένα μεγάλο σχέδιο. Φιλοτεχνούσε εκπομπή την εκπομπή μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Και δεν είχε βέβαια την άνεση του πανεπιστημιακού.

Από την προφορικότητα στον γραπτό λόγο

Είπαμε όμως: Το ραδιόφωνο των 90’s ήταν αναλογικό και δεν υπήρχε η πολυτέλεια του on demand. Σήμερα ένας δημιουργός podcast δημοσιεύει τις εκπομπές του στα διαδικτυακά σύννεφα, από όπου τις κατεβάζει ανά πάσα στιγμή όποιος θέλει, όποτε θέλει και τις ακούει ξανά και ξανά όλες μαζί ή χωριστά. Οι «Λαϊκοί Βάρδοι» αντιθέτως αιωρούνταν φευγαλέα στα ερτζιανά κάθε μέρα. Και μόνο όποιος συντονιζόταν τη σωστή ώρα έπιανε το σήμα της στιγμής. Κι εδώ έρχεται η μεγάλη συμβολή αυτού του βιβλίου. Το οποίο γεφυρώνει δύο ασύμβατους κόσμους. Τον κόσμο της προφορικότητας και τον κόσμο του γραπτού λόγου. Τα verba από τον κόσμο του ραδιοφώνου και τα scripta από τον κόσμο του βιβλίου.

Οι φιλοξενούμενοι του Γεραμάνη γίνονται οι ήρωες θα λέγαμε του βιβλίου και ταυτόχρονα οι αφηγητές του. Οι άνθρωποι αυτοί άφησαν φυσικά ένα πολύ σημαντικό υλικό αποτύπωμα της δουλειάς τους. Η δισκογραφία συνιστά ένα αθάνατο τεκμήριο του λαϊκού πολιτισμού. Όμως οι ίδιες οι προσωπικότητες, οι τραγουδιστές, οι τραγουδίστριες και οι οργανοπαίκτες έζησαν ενδιαφέρουσες ζωές και έγιναν πρωταγωνιστές μιας εποχής. Και δεν ήταν φυσικά οι άνθρωποι που θα γράψουν απομνημονεύματα και θα αφήσουν βιβλία όπως οι διανοούμενοι.

Ο Πάνος Γεραμάνης κατάλαβε ως πρωτοπόρος ότι αυτοί οι χαρακτήρες είναι newsworthy όπως λέγεται στη θεωρία, είναι δηλαδή ειδησεογραφικά σημαντικοί. Και απέσπασε από αυτούς αναμνήσεις, αφηγήσεις, ανέκδοτα, εικόνες από το παρελθόν. Ο υποκειμενισμός είναι έντονος φυσικά. Όμως κανείς δεν πρόκειται να διασταυρώσει ημερομηνίες ή στοιχεία. Αυτό που μετρά εδώ δεν είναι το ίδιο το γεγονός, αλλά αυτό που πιστεύει ο αφηγητής, αυτό που είδε ή ένιωσε. Ξέρουμε άλλωστε ότι στην προφορική διήγηση μιας ωραίας ιστορίας πολλές φορές οι λεπτομέρειες αλλάζουν και η ιστορία εμπλουτίζεται με ευφάνταστο τρόπο. Η υποκειμενικότητα όμως είναι κι αυτή κομμάτι της ιστορίας.

Κάτι περισσότερο από απομαγνητοφώνηση

Και εδώ μπήκαν στο κάδρο οι δύο επιμελήτριες. Αλλά η λέξη «επιμέλεια» συσκοτίζει περισσότερο παρά αντανακλά τη δουλειά που έκαναν ώστε να μπορούμε να διαβάσουμε ένα συγκροτημένο και ενδιαφέρον βιβλίο με αρχή μέση και τέλος. Οι εργασίες που μεσολαβούν από την ακρόαση μιας εκπομπής μέχρι τη δημιουργία του βιβλίου είναι πάρα πολλές. Αρχικά η απομαγνητοφώνηση. Αντίθετα από ό,τι πιστεύουν πολλοί, η απομαγνητοφώνηση είναι μια πολύ απαιτητική δουλειά που δεν μπορεί σήμερα –και δεν ξέρω αν μπορέσει ποτέ στο μέλλον– να υποκατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι μια κριτική διαδικασία επιλογής της ουσίας και αφαίρεσης των περιττών λέξεων της προφορικότητας και των επαναλήψεων. Απαιτεί πολλές φορές χειρουργικές επαναδιατυπώσεις, ώστε η σύνταξη να βγάζει νόημα.

Έπειτα έρχεται η επιλογή του υλικού. Οι διαθέσιμες σήμερα απομαγνητοφωνήσεις αγγίζουν όπως γράφεται στο βιβλίο το 1 εκατομμύριο λέξεις, όταν σε ένα βιβλίο χωρούν 100.000 όλες κι όλες, μαζί με τις εισαγωγές, τις σημειώσεις και τις επεξηγήσεις. Το φιλτράρισμα απαιτεί θυσίες και πολλή σκέψη. Και τέλος, έρχεται η οργάνωση του υλικού. Το βιβλίο πολύ ορθά διαιρείται σε θεματικά κεφάλαια, χωρίς να εστιάζει σε πρόσωπα. Αυτό που ενδιαφέρει τις δύο συγγραφείς είναι να φωτίσουν το λαϊκό τραγούδι ως πολιτιστικό φαινόμενο και κομμάτι μιας άγραφης ιστορίας, όχι να προσθέσουν πληροφορίες λάιφ στάιλ σε λίγες βιογραφίες διασήμων. Κάτι που καταφέρνουν και με την εισαγωγή, το επίμετρο και τις πολύ επεξηγηματικές σημειώσεις.

Από το περιθώριο στο προσκήνιο

Το Πάνος Γερμάνης και Λαϊκοί Βάρδοι απαθανατίζει και διασώζει έναν πλούτο πληροφοριών, εικόνων και συναισθημάτων. Νιώθουμε την πικρία της Μπέλλου όταν θυμάται ότι στα πρώτα της βήματα, παρότι προερχόταν από πλούσια οικογένεια, έγινε λατζέρα και έσερνε ένα καρότσι με αποσκευές για να ζήσει, περιορίζοντας τα γεύματά της σε δύο κουλούρια την ημέρα. Κάνουμε εικόνα την προπολεμική Θεσσαλονίκη και τις παρυφές της πόλης, που τότε εκτεινόταν ως την Τούμπα, εκεί όπου ο Τάκης Μπίνης ανακαλεί τις παράγκες που τους έφτιαξε το ελληνικό κράτος. Ταξιδεύουμε στον χρόνο μαζί με τη Δούκισσα όταν λέει ότι στην παραλία του Φαλήρου ξάπλωναν οικοδόμοι, έκαναν ολονύκτιο πικνικ και άκουγαν τη μουσική από το κέντρο λίγο πιο πέρα.

Οι καλεσμένοι του Πάνου Γεραμάνη βρίσκονταν πάντα σε ένα ιδιότυπο περιθώριο. Μπορεί αρκετοί από αυτούς να γεύτηκαν μεγάλη λαϊκή αναγνώριση. Μπορεί να απέκτησαν πολλά χρήματα από τη δουλειά τους. Όμως το λαϊκό, πόσω μάλλον το ρεμπέτικο τραγούδι, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1980 δεν θεωρήθηκε ποτέ ποιοτικό ή άξιο έρευνας. Ανάλογα και η ζωή των πρωταγωνιστών του ήταν πάντα κομμάτι μιας από τις εναλλακτικές κουλτούρες, ποτέ δεν ανήκε στην κυρίαρχη, στην μέινστριμ. Ο Πάνος Γεραμάνης έδειξε αυθεντικό και ζωηρό ενδιαφέρον για αυτές τις ιστορίες και αυτούς τους ανθρώπους. Έκανε το πρώτο και βασικό βήμα. Έκανε την έρευνα, βρήκε τους πρωταγωνιστές, πήρε τις συνεντεύξεις, απέσπασε τις μαρτυρίες. Η ΕΡΤ έπειτα διέσωσε το αρχείο και το υλικό, επιδεικνύοντας ιστορική συνείδηση αλλά και τεχνική επάρκεια. Τέλος, σε αυτή την αλυσίδα, ήρθαν η Μαριάννα και η Ναυσικά που έκαναν τη δύσκολη δουλειά της καταγραφής, της επιλογής και της σύνθεσης. Και το μήνυμα στο μπουκάλι, αφού διένυσε τόσα μίλια στο πέλαγος του χρόνου, έφτασε στον προορισμό του.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ