Τα «δουλικά»: Οικιακές εργάτριες στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα, του Γιώργου Αλεξάτου

 

Μιλώντας για τις οικιακές εργάτριες, πιο γνωστές ως «οικιακές βοηθούς» και κυρίως ως «υπηρέτριες», αναφερόμαστε σε έναν κλάδο εργαζομένων αποτελούμενο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, από γυναίκες, που η ελληνική ιστοριογραφία αγνόησε (1). Ακόμα και οι περισσότεροι από τους  λίγους, ούτως ή άλλως, αριστερούς ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την κοινωνική ιστορία της εργατικής τάξης. Με κύρια αιτιολογία ότι πρόκειται για έναν κλάδο προσφοράς προσωπικών υπηρεσιών, άρα μη παραγωγικό για το κεφάλαιο, και κατά συνέπεια δεν εντάσσεται στην εργατική τάξη σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η μαρξιστική θεωρία.

Εντούτοις, μιλάμε για έναν πολυπληθή κλάδο εργαζομένων, συνήθως με όρους βαριάς εκμετάλλευσης, που μπορεί να μη συμμετείχαν στην υπεραξίωση του κεφαλαίου, αλλά συνέβαλαν άμεσα στην αναπαραγωγή των σχέσεων ταξικής κυριαρχίας και των οικογενειακών δομών των ανώτερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

Κάθε δυο τρία σπίτια και μια υπηρέτρια

Ο θεσμός της «υπηρέτριας» έχει μακραίωνη ιστορία, παίρνοντας διάφορες μορφές από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, αλλά στην Αθήνα των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα προσλαμβάνει ιδιαίτερη διάσταση. Κυρίως λόγω της εγκατάστασης στην αναπτυσσόμενη πρωτεύουσα οικογενειών από τ’ ανώτερα και μεσαία στρώματα, που εισέρρεαν από την επαρχία και τις παροικίες της ελληνικής διασποράς, για τις οποίες η ύπαρξη υπηρέτριας αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο κοινωνικού κύρους και πιστοποίησης της κοινωνικής τους θέσης. Κάτι που ενδιέφερε ακόμη και λαϊκές μικροαστικές οικογένειες, με κάποια στοιχειώδη οικονομική δυνατότητα (2).

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1870, σε μια Αθήνα με 45.000 κατοίκους, υπήρχαν 3.000 υπηρέτριες (3). Αντιστοιχούσε, δηλαδή, μία ανά δεκαπέντε κατοίκους και μπορούμε να υποθέσουμε, παίρνοντας υπόψη το μέσο μέγεθος των τότε οικογενειών, ότι ένα στα τρία νοικοκυριά της πρωτεύουσας διέθετε υπηρέτρια. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η πυκνότητα των υπηρετριών μετά από τρεις δεκαετίες. Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1907, όταν στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας ζούσαν 170.000 κάτοικοι, οι υπηρέτριες έφταναν τις 20.000 (4). Αντιστοιχούσε, δηλαδή, μία ανά οχτώ έως εννιά κατοίκους, άρα περίπου μία ανά δύο νοικοκυριά.

Η διεύρυνση του κλάδου υπήρξε αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών που βίωνε ο λαϊκός κόσμος της υπαίθρου και ιδιαίτερα των νησιών, που ήταν από τα τέλη του 18ου αιώνα τόποι προέλευσης υπηρετριών για την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Επιπλέον, η παραδοσιακή ιστιοπλοΐα βρέθηκε αντιμέτωπη με την αναπτυσσόμενη ατμοπλοΐα, με συνέπεια τη επέκταση της φτώχειας. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι η τεράστια πλειονότητα των υπηρετριών εκείνων των χρόνων αλλά και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, προερχόταν από τα νησιά του Αιγαίου και κυρίως από τις Κυκλάδες. Χαρακτηριστικό ήταν το άρθρο που δημοσιεύτηκε σε αθηναϊκό περιοδικό το 1880, με τίτλο «Εν κοινωνικόν ζήτημα», για τις υπηρέτριες και παραμάνες (τροφούς) από τις Κυκλάδες που ξενιτεύονταν (5).

Μεγάλος αριθμός υπηρετριών προερχόταν και από τα νησιά του Αργοσαρωνικού, καθώς και από την τουρκοκρατούμενη Κρήτη (6), ιδιαίτερα μετά την Επανάσταση του 1866-69, που η καταστολή της προκάλεσε μεγάλο κύμα προσφύγων προς το ελεύθερο ελληνικό κράτος.

Καθώς η απώλεια της εργασιακής ανεξαρτησίας θεωρούνταν, ούτως ή άλλως, υπαγωγή σε καθεστώς προσωπικής δουλείας (και δεν είναι τυχαίες οι λέξεις «δουλειά», «δουλευτής» και «δουλικό») (7), η εξωοικιακή εξαρτημένη μισθωτή εργασία των γυναικών προσέκρουε και στα ήθη της εποχής.

Όπως είναι ευνόητο, η δουλειά της υπηρέτριας εμπεριείχε και το στοιχείο της ντροπής και ο όρος «δουλικό», που επικράτησε για τον προσδιορισμό των κοριτσιών που δούλευαν ως οικιακές εργάτριες, χρησιμοποιούνταν ευρύτατα για να χαρακτηριστούν, υποτιμητικά και προσβλητικά, κορίτσια και γυναίκες που θεωρούνταν πως βρίσκονταν στη χαμηλότερη θέση της κοινωνικής κλίμακας.

 


Κορίτσια γα όλες τις δουλειές

Ο μέσος όρος ηλικίας των υπηρετριών κυμαίνονταν από 9 έως 26 χρονών (8), ενώ τα καθήκοντά τους ήταν πολλά και διαφοροποιούνταν ανάλογα με την κοινωνική τάξη της οικογένειας των αφεντικών τους. Με βασικά τη φροντίδα του σπιτιού, το καθάρισμα, τα ψώνια και το μαγείρεμα, όπως και τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων. Εργάζονταν όλη μέρα χωρίς ωράριο εργασίας, ακόμα και τη νύχτα αν τις χρειάζονταν τ’ αφεντικά τους. Εξάλλου, έμεναν στο σπίτι των αφεντικών, σε ιδιαίτερο «δωμάτιο υπηρεσίας». Συνήθως μικρό, οπωσδήποτε στο πίσω μέρος του σπιτιού και όχι στην πρόσοψη, καμιά φορά και σε κάποια σοφίτα, που μπορεί να χρησίμευε και ως αποθήκη.

Ο μισθός της νεαρής υπηρέτριας, που ήταν βέβαια εξαιρετικά χαμηλός και συχνά ένα μέρος του πήγαινε στην οικογένεια της, συμπληρωνόταν και με διάφορα είδη χρήσιμα για την προίκα της: πιατικά, υφάσματα, ασπρόρουχα, σεντόνια, πετσέτες, ψαλίδια, βελόνια, καθρέφτες, ρούχα και πολλά αλλά χρηστικά αντικείμενα που τα δώριζαν οι κυρίες τους (9).

«Έτσι όταν έφτανε η πολυπόθητη ώρα του γάμου τα κορίτσια είχαν έτοιμη την προίκα τους την οποία είχαν συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια από τις δωρεές των κυρίων τους. Στην πραγματικότητα οι οικογένειες των υπηρετριών δεν στενοχωριόντουσαν ούτε φοβόντουσαν ιδιαίτερα που οι κόρες τους έφευγαν από την οικογενειακή εστία και αυτό γιατί απαλλάσσονταν από το βάρος τους και η ευθύνη για αυτές μετατοπίζονταν τώρα στην οικογένεια που θα τις δεχόταν. Τις περισσότερες φορές οι οικογένειες που τις παίρνουν για δουλειά αναλαμβάνουν να τις παντρέψουν και να τις προικίσουν, έτσι οι γονείς απαλλάσσονται και από το δυσβάσταχτο βάρος της προίκας» (10). Επρόκειτο για τις λεγόμενες «ψυχοκόρες», που η ζωή και η τύχη τους εξαρτώνταν από τις διαθέσεις των αφεντικών τους.

Αν και πολλά αφεντικά ενδιαφέρονταν ειλικρινά για τα κορίτσια αυτά, σε γενικές γραμμές, συνήθως οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες για τα «δουλικά». Από την μια συνέβαλαν με την παρουσία τους στην κοινωνική καταξίωση των οικογενειών στις οποίες δούλευαν και από την άλλη δέχονταν όλη την επιθετική συμπεριφορά των κυριών τους. Αλλά και τις σεξουαλικές επιθέσεις των αντρών της οικογένειας κάθε ηλικίας. Οι βιασμοί δεν ήταν και τόσο σπάνιοι ούτε και οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, αλλά και οι αυτοκτονίες κοριτσιών που, σύμφωνα με τις ηθικές αντιλήψεις της εποχής, είχαν ατιμαστεί (11).

Δεν ήταν σπάνιες και οι περιπτώσεις που τα αφεντικά παρακρατούσαν τους μισθούς, τάχα για να μην ξοδευτούν και να τους δοθούν για προίκα, αλλά τις απέλυαν χωρίς να τους δώσουν τα δεδουλευμένα, με το ψευδές πρόσχημα ότι έκλεψαν χρήματα, κοσμήματα ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα.

Λόγω των άθλιων συνθηκών ζωής και εργασίας δεν απουσίαζαν και οι αποδράσεις από το σπίτι των αφεντικών και συχνά υπηρέτριες, ακόμα και δέκα και δώδεκα ετών, περιφέρονταν άστεγες και πεινασμένες στους κεντρικούς δρόμους, πέφτοντας θύματα επιτήδειων που τις εκμεταλλεύονταν σεξουαλικά, ως «θηράματα ηδονής» (12).

Λειτουργούσαν μάλιστα και οργανωμένα κυκλώματα προώθησης στην πορνεία, που κάποιες φορές έπαιρνε πολύ μεγάλες διαστάσεις. Χαρακτηριστική είναι εγκύκλιος του νομάρχη Κυκλάδων, το 1909, που αναφέρει ότι 530 παρθένες από τα νησιά του Αιγαίου που έφυγαν για να δουλέψουν ως υπηρέτριες στην Αίγυπτο, κατέληξαν σε οίκους ανοχής της Αλεξάνδρειας (13). Αναφέρονται, μάλιστα, και περιπτώσεις εξώθησης στην πορνεία από συγγενείς: «είνε η μυριοστή φορά όπου αι θείαι και εξαδέλφαι προσκολλώνται επί των ατυχών δουλικών», γραφόταν, με αφορμή την πώληση 16χρονης από τη Νάξο σε «αμαρτωλούς οίκους» της Αλεξάνδρειας. Η 16χρονη σώθηκε, καταφεύγοντας στο ελληνικό προξενείο (14).

Φιλανθρωπία και ταξική απέχθεια

Για την προστασία των κοριτσιών που έρχονταν από την επαρχία για να δουλέψουν ως εργάτριες ή υπηρέτριες, ιδρύθηκε το 1892 το Άσυλον Απόρων Εργατίδων της Αγίας Αικατερίνης, που με μικρό χρηματικό αντάλλαγμα τους πρόσφερε στέγη και τροφή για δεκαπέντε μέρες. Η μεγάλη πλειονότητα των κοριτσιών που φιλοξενήθηκαν εκεί ήταν υπηρέτριες (15).

Σοβαρό πρόβλημα αποτελούσε και ο αναλφαβητισμός των κοριτσιών αυτών. Αν και στην Ελλάδα είχε καθιερωθεί υποχρεωτική στοιχειώδης εκπαίδευση από το 1834, στην απογραφή του 1879 διαπιστωνόταν ότι το 93% των γυναικών ήταν αναλφάβητες. Υπήρχαν ακόμα και δήμοι με όλες τις γυναίκες αναλφάβητες (16).

Για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού των υπηρετριών ιδρύθηκε το 1890, με πρωτοβουλία του Υπέρ της Γυναικείας Παιδεύσεως Συλλόγου των Κυριών, το λεγόμενο Κυριακό Σχολείο, που στηρίχτηκε και από την «Εφημερίδα των Κυριών», που εκδιδόταν από το 1887, από την Καλλιρρόη Παρρέν, η οποία αγωνίζεται συστηματικά για την ίδρυση πρακτικών και επαγγελματικών σχολών, που θα δώσουν σε πολλές κοπέλες τη βασική εκπαίδευση για διάφορα επαγγέλματα.

Εντούτοις, η δραστηριότητα αυτή των προερχόμενων από την αστική τάξη κυριών υπέκρυπτε κάποιες φορές και μια βαθιά υποτίμηση των υπηρετριών, ακόμα και έντονη απέχθεια απέναντί τους, που είχε χαρακτηριστικά ταξικού μίσους (17). Είναι χαρακτηριστικό άρθρο στην «Εφημερίδα των Κυριών», με τίτλο «Πώς μορφώνομεν τους υπηρέτας μας», στο οποίο οι υπηρέτριες αναφέρονται ως «κοινωνική μάστιξ», με κύρια χαρακτηριστικά την υποκρισία και την αγνωμοσύνη. Η αρθρογράφος Αθηνά Σιγανού, αδελφή της Καλλιρρόης Παρρέν, προτείνει την απασχόληση των υπηρετριών «καθ’ όλην την ημέραν. Εάν δεν έχουν εργασίαν, συνειθίζουν εις την οκνηρίαν, βαρύνονται και σκέπτονται και επινοούν το κακόν». Φυσικά, όταν μιλάει για «μόρφωση των υπηρετών», δεν εννοεί παρά την πλήρη προσαρμογή και πειθάρχηση στις εντολές των κυριών τους (18).

  1. Ποθητή Χαντζαρούλα, Σμιλεύοντας την υποταγή. Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του 20ού αιώνα – Παπαζήσης, Αθήνα 2012, σ. 12.
  2. Ίρις Αυδή-Καλκάνη, Υπηρέτριες. Η πικρή ιστορία τους στην Ελλάδα, Γκοβόστης, Αθήνα 2023, σ. 32-33.
  3. Αλέξανδρος Μανσόλας, Απογραφικαί πληροφορίαι περί των εν Ελλάδι ατμοκινήτων βιομηχανικών καταστημάτων, Αθήνα 1893.
  4. Υπουργείον Εσωτερικών, Γενική απογραφή πληθυσμού Ελλάδος 1907, Αθήνα 1909.
  5. Περιοδ. «Εστία», 22.6.1880.
  6. Ζιζή Σαλίμπα, Η Υπηρέτρια στην Πόλη. Η πρόσληψη υπηρέτριας αποτελεί σημείο διάκρισης της αστικής τάξης από την υπόλοιπη κοινωνία, Καθημερινή – Επτά Μέρες, 2.5.1999.
  7. Γιώργος Κοντογιώργης, Η ελλαδική λαϊκή ιδεολογία. Πολιτικοκοινωνική μελέτη του δημοτικού τραγουδιού, Νέα Σύνορα / Λιβάνης, Αθήνα 1979, σ. 17.
  8. Ζιζή Σαλίμπα, ό.π.
  9. Ό.π.
  10. Ό. π.
  11. Ίρις Αυδή-Καλκάνη, ό.π., σ. 39-41.
  12. Αρθρογραφία της Καλιρρόης Παρρέν, στο Ευδοκία Γιαννάτη, Εφημερίς των Κυριών (1887-1917): αναπαραστάσεις και επαναπροσδιορισμοί γυναικείων ταυτοτήτων στον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο, διδακτορική διατριβή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 125-128.
  13. Εφημ. «Αιγαίον» της Νάξου, 12.2.1909.
  14. Εφημ. «Αιγαίον» της Νάξου, 2.2.1909.
  15. Ελένη Καλλιγά, Η πρόνοια για το παιδί στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1990, σ. 232-233.
  16. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Διερευνώντας το φύλο. Ιστορική διάσταση και σύγχρονος προβληματισμός στη Γενική, Επαγγελματική και Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 133-134.
  17. Ευδοκία Γιαννάτη, ό.π., σ. 156 κ.έ. και 410 κ.έ.
  18. «Εφημερίς των Κυριών», 6.7.1897.
0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ