18.7 C
Athens
Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι «Μεσσίες» δεν αντέχουν για πολύ… του Διονύση Ελευθεράτου

Έχει ο καιρός γυρίσματα… Αυτό το Σαββατοκύριακο ,7 και 8 Φεβρουαρίου, πραγματοποιεί Συνέδριο το Κίνημα Δημοκρατίας, αλλά είναι πλέον ισχνότατο το τμήμα της κοινής γνώμης που ενδιαφέρεται για το παρόν και το μέλλον του κόμματος του Στέφανου Κασσελάκη (στη συνέχεια, για συντομία, Στ. Κ ). Του ανθρώπου που (εδώ έχουμε τα «γυρίσματα των καιρών») από το καλοκαίρι του 2023 και για ένα- ενάμιση έτος εμφανιζόταν ως κάτι κοντινό σε … «Σούπερμαν» της εγχώριας πολιτικής σκηνής.

Κατά τη διάρκεια του 2025 οι δημοσκοπήσεις «έδιναν» στο κόμμα του Στ. K ποσοστά που, κατά μέσο όρο, αρχικά υπερέβαιναν λίγο το 2% και στη συνέχεια έπεφταν κάτω και από αυτόν τον «πήχη». Μέσα στο 2026, το εμφανίζουν στα επίπεδα του 1,6 – 1,8%. Και τώρα το Κίνημα Δημοκρατίας οδεύει προς Συνέδριο, μετρώντας αποχωρήσεις στελεχών και σκληρά λόγια όσων αποχωρούν.

Όσοι φεύγουν καταλογίζουν στον Στ. Κ «λουδοβίκεια» συμπεριφορά και πρακτική του «αποφασίζω και διατάσσω». Του καταμαρτυρούν όμως και υιοθέτηση πολιτικών θέσεων, τις οποίες θεωρούν ασύμβατες προς τις βασικές αρχές του Κινήματος Δημοκρατίας ή τουλάχιστον ληφθείσες χωρίς να έχει προηγηθεί καμία εσωκομματική δημοκρατική διαδικασία, που θα τις νομιμοποιούσε.

Δύο παραδείγματα. Η Κυριακή Μάλαμα, αποχωρώντας τον Δεκέμβριο του 2025 από το Κίνημα Δημοκρατίας (του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος) και απευθυνόμενη – με σχετική δήλωσή της – σε δεύτερο πρόσωπο στον Στ. Κ, ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Χωρίς καμία συζήτηση με τους βουλευτές και τα στελέχη του κόμματος ανακοινώνεις προθέσεις για συνεργασίες με κόμματα εκτός του προοδευτικού κι αριστερού χώρου. Δηλώνεις στα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ άλλων, ότι είσαι υπέρ των εξορύξεων, δεν καταδικάζεις τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (…) Σήμερα βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που δεν γνωρίζουμε αν το κόμμα που υπηρετούμε θα γίνει πόλος αλλαγής ή συστημικός εταίρος».

«Έ, όχι και με τη Mercosur στην EE, με τη ΝΔ και με τους βομβαρδισμούς…»

Η τελευταία αυτή αποστροφή της Κυριακής Μάλαμα φυσικά αναφερόταν στις δηλώσεις του Στ. Κ. (Νοέμβριος 2025), που άφηναν ανοικτό το ενδεχόμενο να συνεργαστεί το Κίνημα Δημοκρατίας με τη ΝΔ, αρκεί αυτή να μην τελεί υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το «άνοιγμα πόρτας» προς τη ΝΔ στηλίτευσε και ο Αλέξανδρος Αυλωνίτης, αποχωρώντας από το Κίνημα Δημοκρατίας – στο τέλος του Ιανουαρίου 2026. Είχε όμως και άλλους λόγους για να αποχωρήσει ο πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και ιδρυτικό μέλος του Κινήματος Δημοκρατίας:

«Παραιτούμαι γιατί δεν με βρίσκει σύμφωνο η συμμετοχή του Κινήματος στο Renew, το ευρωπαϊκό κόμμα που εσχάτως αντιτέθηκε στην παραπομπή της συμφωνίας Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (…) Παραιτούμαι γιατί θεωρώ άκρως επικίνδυνη πολιτική άποψη την εξίσωση του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν με την κυβέρνηση Μαδούρο στη Βενεζουέλα και τη συναίνεση ή παρότρυνση στη χρήση βίας και στους βομβαρδισμούς διυλιστηρίων από τους ισχυρούς, προκειμένου να επέλθει η ‘κανονικότητα’ -όπως την αντιλαμβάνεται κανείς- σε όλες τις γωνιές της γης».

Και εν κατακλείδι: «Ως ιδρυτικό μέλος του Κινήματος Δημοκρατίας δεν μπορώ να παρακολουθήσω, μέσα σε μόλις ένα χρόνο από την ίδρυση του Κινήματος, αυτήν τη διολίσθηση από τη δημοκρατική Αριστερά στο αποκαλούμενο εσχάτως ‘πολιτικό κέντρο’, απόπειρα δημιουργίας συμπληρωματικού χώρου στα πολιτικά πράγματα με όρους παρασκηνίου και συναλλαγής».

Η συνέχεια που έγινε πιο καθαρή…

Αλήθεια, όμως, ποιος μπορεί να εκπλήσσεται διαπιστώνοντας ότι εφ’ όλης της ύλης (δηλαδή και στα εγχώρια και στα διεθνή ζητήματα) ο Στ. Κ εξελίσσεται σε έναν ολοένα και πιο καθαρό πρεσβευτή του «ακραίου κέντρου»; Τι θα τον εμπόδιζε να… είναι ο εαυτός του;

Όταν εμφανίστηκε σαν σίφουνας και στρογγυλοκάθισε στην προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, ο Στ. Κ. ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να φροντίζει κάτι: Να επιλέγει μια ρητορική που φιλοδοξούσε να συνδυάσει, έστω και άτσαλα ή και παιδαριωδώς ,κάποιες υπερφίαλες γενικολογίες περί των αξιών της Αριστεράς (τη… χρησιμότητα της οποίας κατάλαβε κάπως αργά, βλέποντας τις – συνυφασμένες με τον αδηφάγο καπιταλισμό – αδικίες), με την κατ’ αυτόν «πρόοδο»…

Ποια «πρόοδο»; Ας πούμε τον αφορισμό της … παλιομοδίτικης Αριστεράς που «δαιμονοποιούσε» την έννοια «κεφάλαιο», αντί να το βλέπει ως «εργαλείο για ευημερία» (Οκτώβριος 2023, ομιλία του στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ). Ας πούμε την αναγόρευση του ΝΑΤΟ σε «ιερή αμυντική συμμαχία», τον Απρίλιο του 2024 (κάτι τόσο «ξύλινο» και «αγιογραφικό» για το ΝΑΤΟ θα δίσταζαν να το εκστομίσουν ακόμη και οι εκάστοτε γενικοί γραμματείς του).

Στην μετά – ΣΥΡΙΖΑ πολιτική διαδρομή του, ο Στ. Κ ήταν λιγότερο υποχρεωμένος να πασπαλίζει με λεκτικές, μετέωρες «αριστεροσύνες» τις θέσεις του, οι οποίες (αυτοδικαίως…) γίνονταν και θέσεις του Κινήματος Δημοκρατίας. Κι αν το κόμμα αυτό είχε από την εκκίνησή περιορισμένη απήχηση που μάλιστα ακολούθησε φθίνουσα πορεία, ο βασικός λόγος ήταν μάλλον προφανής: Εκ μέρους της κοινωνίας δεν εκδηλώνεται «ζήτηση» για ένα ακόμη «ακροκεντρώο» κόμμα. Αν υπήρχε χώρος για κάτι τέτοιο, τότε πιθανότατα θα ζούσε ακόμη το «Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη.

Ας σκεφθούμε, όμως, κάτι: Έστω και «διάττων» ο Στ. Κ υπήρξε «αστήρ». Και το πέτυχε «μαγεύοντας» σημαντικό τμήμα της κοινωνικής – εκλογικής βάσης ενός κόμματος της Αριστεράς, αλλά (νομίζω πως όλοι το διαπιστώσαμε) και κάποιους αριστερούς, εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Πώς και γιατί συνέβη αυτό; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον, κυρίως από την οπτική γωνία της Αριστεράς. Διότι δείχνουν μέχρι ποιού σημείου μπορεί να φθάσει και στους κόλπους του «αριστερόκοσμου» το (ισχυρό στις μέρες μας) κράμα θυμού, παραζάλης, απελπισίας, απώλειας στοιχειωδών κριτηρίων και, τελικά, προϊούσας απο- πολιτικοποίησης.

Αξίζει λοιπόν τον κόπο να θυμηθούμε όσα μπορούν να βοηθήσουν στην ανεύρεση σωστών απαντήσεων σε τέτοια ερωτήματα.

Η απλοϊκότητα και οι δύο ευνοημένοι

Στις βουλευτικές εκλογές του 2023 ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη συντριβή, κατρακυλώντας στο 17,8% από το 31,5% που είχε συγκεντρώσει το 2019. Αυτό, από μόνο του, ήταν συνταρακτικό: Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε απογοητεύσει πολύ περισσότερο ως «ώριμη» (και στρεφόμενη προς το περιλάλητο «κέντρο») αντιπολίτευση, παρά ως κυβέρνηση που επικαλείτο εξαναγκασμό και αδυναμία να αποφύγει την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου. Μα ακόμη κι αν κάποιοι θα ήθελαν να εξηγήσουν αλλιώς την τόσο βαριά εκλογική ήττα του 2023, δεν ήταν υποχρεωμένοι να επεξεργαστούν επιχειρήματα ή σοφίσματα. Γιατί; Διότι, απλούστατα, σχεδόν καθόλου δεν έγιναν τέτοιες συζητήσεις και τέτοιες αντιπαραθέσεις μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ ή και πέριξ αυτού.

Σχεδόν όλοι οι καβγάδες περιορίστηκαν στο… ποιος στραβοκοίταξε ποιον, ποιος στενοχωρούσε τον Αλέξη Τσίπρα – άντε, και στο πόσο επέδρασαν ή όχι οι δηλώσεις Κατρούγκαλου για τις ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών. Έτερον ουδέν.

Αν ερχόταν κάποιος παρατηρητής ουρανοκατέβατος – όπως θα κατέφθανε λίγο αργότερα o Στ. Κ, αλλά ως πρωταγωνιστής – και παρακολουθούσε τους μετεκλογικούς διαξιφισμούς που «έδιναν κι έπαιρναν» στον ΣΥΡΙΖΑ, ίσως σχημάτιζε την εντύπωση πως δεν επρόκειτο ακριβώς για κόμμα. Ότι δεν ήταν πολιτικός φορέας με τακτική και στρατηγική, με καθορισμένες δόσεις για «το τί λέμε καθαρά και τι κρατάμε θολωμένο» (αλήθεια, πόσα κρίσιμα θέματα, πχ στις υποδομές και την ενέργεια, δεν στριμώχνονταν στο δεύτερο σκέλος…),με επιλογές για πρωτοβουλίες κινηματικές και δράσεις ή για αποφυγή τους κλπ. Στα μάτια του άγνωστου νεοφερμένου παρατηρητή, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα φάνταζε περίπου σαν… εφηβική παρέα που μίκρυνε, διότι όσοι την απάρτιζαν κακολογούσαν αλλήλους. Κυρίως για αυτό, αν όχι μόνο για αυτό…

Τούτη η αδιανόητη απλοϊκότητα ευνόησε δυο ανθρώπους. Σε πρώτο χρόνο, «βόλεψε» μια χαρά τον Αλ. Τσίπρα. Αφού οι τσακωμοί εντός του ΣΥΡΙΖΑ (ή και «παραέξω») ελάχιστα άγγιξαν τη «γραμμή» που οδήγησε το κόμμα στην εκλογική καταβαράθρωση και την οποία φυσικά ο ίδιος είχε χαράξει, ο Αλ. Τσίπρας κατόρθωσε να εγκαταλείψει την ηγεσία εμφανιζόμενος ως «θύμα» των «προσωπικών στρατηγικών» άλλων στελεχών – και πέραν τούτου, ουδέν. Και σίγουρα υπήρξε καλή πολιτική παρακαταθήκη αυτό το κατόρθωμα.

Σε δεύτερο χρόνο, αυτό το πέπλο απλουστευτικής απο- πολιτικοποίησης ευεργέτησε τον Στ. Κ. Έγινε το χρήσιμο «μαγικό χαλί», πάνω στο οποίο ο Στ. Κ έκανε το μεγάλο άλμα από την 9η θέση του Ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2023 (προφανώς βρέθηκε εκεί για να καταστεί φανερότερη η «ωρίμανση» και «πολιτική ενηλικίωση» του κόμματος…) στην αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ.

 «Καλύτερα το άγνωστο», «αυτός θα νικήσει τον Μητσοτάκη» και άλλα

Και έγινε λοιπόν το… θαύμα: Ένας εφοπλιστής με θητεία στην Goldman Sachs (2009 – 2014), από οικογένεια που έχει και offshore εταιρεία, εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος των ΗΠΑ στη δεκαετία του 2010, δήλωσε έτοιμος να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ανάκαμψη και νίκη και βρήκε μεγάλη απήχηση. Θριάμβευσε στην εσωκομματική εκλογική διαδικασία η οποία, όσο κι αν ήταν «ξεχειλωμένη», έτοιμη να υποδεχθεί και άτομα που ουδεμία σχέση είχαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αναιρούσε το συμπέρασμα ότι μεγάλο τμήμα των μελών και οπαδών υποδεχόταν τον Στ. Κ ως «Μεσσία». Συμπεριλαμβανόμενων και ανθρώπων με συνεπή αριστερή τοποθέτηση (σε πλείστα όσα ζητήματα) ή και δράση.

Επιμεριζόταν σε πολλά το σκεπτικό πίσω από αυτήν την αποδοχή του «Μεσσία». Παρούσα ήταν η εντονότατη επιθυμία να τιμωρηθεί η γραφειοκρατία του κόμματος, με κάθε προσφερόμενο τρόπο. Ανεξαρτήτως της διάδοχης κατάστασης (σκεπτικό που θύμιζε τη… Σαπφώ Νοταρά, όταν φώναζε «μπουρλότο!»). Παρούσα ήταν η διάθεση να τιμωρηθούν, με την εκλογή του Στ. Κ, «όσοι υπονόμευαν τον Τσίπρα». Φυσικά επήλθε κάποιο βραχυκύκλωμα, αφ’ ης στιγμής ο νεοεκλεγείς αρχηγός άρχισε να μέμφεται και τον Αλ. Τσίπρα, θέτοντας τους πιστούς του ενώπιον της ανάγκης να επιλέξουν ποιον… λάτρευαν περισσότερο.

Παρόν ήταν και το αξίωμα «καλύτερα το άγνωστο παρά το γνωστό που μας έφερε μέχρι εδώ» (αν και το «άγνωστο» δεν ήταν και τόσο… απροσδιόριστο, ως προς το πολιτικό και ιδεολογικό του στίγμα). Παρούσα, αν όχι τόσο ομολογημένη ανοιχτά, η επενέργεια μιας προσδοκίας: «Μήπως τελικά ο Μητσοτάκης θα ηττηθεί μόνον από κάποιον που… του μοιάζει;»…

Μπερδέματα και καταστάσεις… σουρεαλιστικές

Τα παράγωγα όλων αυτών κυμαίνονταν κάπου ανάμεσα στο γκροτέσκο και το σουρεαλιστικό. Δεν ήταν μόνο το μπέρδεμα όσων έβλεπαν την επικράτηση του Στ. Κ ως ωραία «εκδίκηση του Τσίπρα» και μετά παρατηρούσαν τον «νυν» να «τα χώνει» στον «τέως». Το πιο αξιοσημείωτο, ίσως, στοιχείο εκείνου του αχταρμά ήταν άλλο:

Οι πιο «συνειδητοί» και συγκροτημένοι υποστηρικτές του νέου αρχηγού ήταν όσοι τον θεωρούσαν «εγγύηση» για την ολοκλήρωση της στροφής προς το «κέντρο» (κατά τη γνώμη τους η… ατολμία του Τσίπρα ως προς αυτό ήταν που έφερε την εκλογική συντριβή). Ήταν εκείνοι που έβλεπαν τον Στ. Κ ως τον ηγέτη, ο οποίος θα απάλλασσε – οριστικά και πλήρως – τον ΣΥΡΙΖΑ από τα «ταμπού» των «αριστερόμετρων» και από την όποια πίεση ασκούσαν πάνω στο κόμμα οι «πολύ αριστεροί» (όσοι είχαν κατά καιρούς αποχωρήσει , αλλά και όσοι δεν είχαν ενταχθεί σε αυτό).Τα έφερε όμως έτσι η τύχη, ή μάλλον ο καιροσκοπικός ακροβατισμός του Στ. Κ, ώστε κάποια στιγμή ο ίδιος… βγήκε «από τα αριστερά». Επέκρινε πχ το «μαξιλαράκι» των 37 δισ. ευρώ που άφησε, λόγω σκληρής λιτότητας, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Για να πλήξει δε την Έφη Αχτσιόγλου, επέκρινε και το νόμο Κατρούγκαλου, για το ασφαλιστικό. Και τότε οι πιο ακραιφνείς «Κασσελακικοί» κλήθηκαν να υιοθετήσουν βασικά στοιχεία της κριτικής, την οποία ασκούσαν σε βάρος της κυβερνητικής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ οι τρισκατάρατοι «πολύ αριστεροί»… Μύλος!

«Βαδίζει στο δρόμο του Κυριάκου μας…»

Είναι αλήθεια πως, καθώς κυλούσε ο χρόνος, μετριαζόταν ο αρχικός ενθουσιασμός αρκετών εκ των «πιστών» του Στ. Κ. Κάτι η άκρατη επιθετικότητα του (συχνά ναρκισσιστικού) λόγου του στις εσωκομματικές διαδικασίες, κάτι η προσθήκη μερικών τοποθετήσεων -«μαργαριταριών» επί διαφόρων θεμάτων, άρχισαν να γεννιούνται κάποιες αμφιβολίες στο ανομοιογενές, «μπλοκ» των υποστηρικτών του.

Μεγάλες αμφιβολίες, πάντως, δεν είχαν οι αναλυτές και αρθρογράφοι της Δεξιάς. Κι αν αρκετοί εξ αυτών νωρίτερα εξέφραζαν διακριτικά την ικανοποίησή τους για τη στροφή του αντιπολιτευόμενου ΣΥΡΙΖΑ προς το «κέντρο» και τη συνακόλουθη ισχυροποίηση του «There Is No Alternative» στην κοινωνία, επί των ημερών του Στ. Κ δεν είχαν λόγους να «μισο- κρύβουν» την ευφορία τους.

«Είναι ΝΔ και δεν το ξέρουν», ήταν ο τίτλος άρθρου του Σάκη Μουμτζή στο Liberal, στις 18 Νοεμβρίου 2023. Και η εξήγηση:

«Αναφέρομαι στις συντρόφισσες και στους συντρόφους που συντάσσονται με τον Στέφανο Κασσελάκη. Θα μπορούσα να τους αποκαλέσω ‘νεοδημοκράτες με πολιτικά’, όμως όσο ξεδιπλώνεται η ατζέντα του νέου ηγέτη τόσο φαίνεται πως βαδίζει σταθερά στο δρόμο που χάραξε ο Κυριάκος. Άλλωστε είναι γνωστό πως υπήρξε θαυμαστής του».

Στο ίδιο άρθρο, ο Σ. Μουμτζής χαρακτήρισε την τοποθέτηση του Στ. Κ στον ΣΕΒ «ομιλία – σταθμό, που ούτε ο πιο ορθόδοξος νεοφιλελεύθερος δεν θα την έκανε»…Και συνέχισε, για τον Στ. Κ: «Πάντως σήμερα με τα όσα υποστηρίζει στο γενικό περίγραμμα θα μπορούσε να ήταν στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας. Τώρα γιατί τον ακολουθούν όλοι αυτοί που τον ακολουθούν; Από απόγνωση. Δεν υπάρχει εναλλακτική…»

Μερικούς μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2024, έγιναν οι ευρωεκλογές. Υπό την ηγεσία του Στ. Κ, ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε κι άλλο, στο 14,9%. Δεν έχει νόημα να συζητήσουμε τώρα πώς έπρεπε να κριθεί η επίδοση εκείνη, ιδίως αν σκεφθούμε ότι οι τότε αναλύσεις απέληγαν σε συμπεράσματα για τη συνέχεια του «φαινομένου Κασσελάκη». Κι αυτήν την είδαμε ήδη.

Πού πήγαν τόσα «φόντα»;

Ο Στ. Κ εκπαραθυρώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή ένα κόμμα που αντιμετωπίζει υπαρξιακό πρόβλημα. Ο Στ. Κ είχε την ευκαιρία να δείξει την όποια δική του, αυτοτελή πολιτική δυναμική. Να δικαιώσει όσους διατείνονταν (ανάμεσά τους και ο Σ. Μουμτζής) ότι διαμόρφωνε ένα αξιόλογο «δικό του κοινό», έστω και με «απροσδιόριστα χαρακτηριστικά». Να το σταθεροποιήσει και να το αυξήσει. Και, φαινομενικά τουλάχιστον, όλα ήταν υπέρ του.

Ο Στ. Κ έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ έχοντας την αίγλη εκείνου που νίκησε άνετα σε μια αναμέτρηση και εκδιώχθηκε «πραξικοπηματικά», με διοικητικά μέτρα, από την επόμενη. Σε αντίθεση με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που κατά καιρούς αποχώρησαν, συγκρότησαν άλλους πολιτικούς σχηματισμούς και συσπειρώθηκαν σε αυτούς (Λαϊκή Ενότητα, ΜΕΡΑ 25, Νέα Αριστερά), ο Στ. Κ αντιπροσώπευε, υποτίθεται, το «άφθαρτο». Δεν τον βάραιναν επαχθείς κυβερνητικές αποφάσεις της περιόδου 2015 – 2019, ούτε εξεζητημένες επιλογές ή δηλώσεις. Δεν τον είχαν τραυματίσει εσωκομματικές ή ενδο – αριστερές διαμάχες.

Επιπλέον, η ιδιότητα του «ανθρώπου της αγοράς», του έμπειρου επιχειρηματία που θα μπορούσε να μεταφέρει (σήμερα) στην πολιτική τέχνη και (αύριο) στην διακυβέρνηση τα κατασταλάγματα της «σοφίας» του, αντιστοιχεί σε ένα μοντέλο το οποίο αποδεικνύεται αρκούντως ελκυστικό από τη δεκαετία του 1990 και μετά.

Από τον Μπερλουσκόνι στην Ιταλία και τον Ποροσένκο στην Ουκρανία μέχρι τον Μάκρι στην Αργεντινή και τον Πινιέρα στη Χιλή, αφθονούν ανά τον κόσμο οι περιπτώσεις ανθρώπων που μετέτρεψαν τις επιχειρηματικές επιδόσεις τους σε «τεκμήρια» διαχειριστικής δεινότητας και, τελικά, σε εφαλτήρια για άλματα στην κυβερνητική εξουσία. Γιατί να μην ήλπιζε σε κάτι ανάλογο και ο Στ. Κ που, στο κάτω – κάτω, φεύγοντας από τον ΣΥΡΙΖΑ είχε την ευχέρεια να απευθυνθεί σε μεγαλύτερα ακροατήρια, στα οποία τέτοια πρότυπα έχουν εξ ορισμού μεγαλύτερη διεισδυτικότητα;

Τα είχε όλα αυτά υπέρ του ο Στ. Κ. Και τι έχει πετύχει ως τώρα; Να καταγράφεται ως ο «Μεσσίας» του 1,6 – 1,8%.

Αντί επιλόγου

Αξίζει, όμως, να παραμείνει στη μνήμη μας το… τετελεσμένο: Την προθυμία, έστω και προσωρινή, τόσων αριστερών ανθρώπων να εναποθέσουν στον Στ. Κ τις ελπίδες τους «για κάτι καλύτερο». Το προσωρινό του φαινομένου δεν αίρει τα ανησυχητικά συμπεράσματα. Έμειναν τουλάχιστον στη μνήμη μας κάποια «επιχειρήματα»… ανεκδοτολογικού χαρακτήρα και είναι μάλλον δύσκολο να ξεγραφούν από αυτήν. Όπως το αμίμητο: «Και τιέγινε δηλαδή που ήταν πολιτικά συντηρητικός; Αφού τώρα τον κέρδισε η Αριστερά. Και τι έγινε που ήταν στην Goldman Sachs και είναι πλούσιος εφοπλιστής; Μήπως να ξεγράψουμε και τον Ένγκελς επειδή ήταν εύπορος επιχειρηματίας;». Ω, ναι, στα σοβαρά λεγόταν κι αυτό, το τελευταίο…

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ