«Μέγα Σάββατον»
Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες, βάλτους υγρούς,
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς…
Πίσω απʼ τους λόφους, τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά……
Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή……
Νίκος Γκάτσος
«Το’ χαν στο χωριό τους από τους παλαιούς καιρούς», άρχισε τη διήγηση η κυρά Μηλίτσα στη ανιψιά της, νεαρή δημοσιογράφο που την είχε παρακαλέσει να της μιλήσει για το «θαύμα».
Όταν γεννιόταν το πρώτο παιδί κορίτσι, φύτευαν ένα δένδρο, ή έναν θάμνο ή ένα λουλούδι αναρριχόμενο που έπαιρνε το όνομά της.
Μ’ αυτόν τον τρόπο εύχονταν στα κορίτσια γονιμότητα, ομορφιά κι αρωματισμένη ανάσα, ώστε το χωριό να μεγαλώνει ν’ αυξάνεται και να πληθύνεται. Γιατί κάποιος παλιός κάποτε τους είχε πει να τιμούν τη φύση και τη γυναίκα ως ιερό εκκλησίας.
Στο σπίτι τους, το πρώτο παιδί γεννήθηκε κορίτσι και φύτεψαν μια μηλιά. Τη βγάλανε Μηλίτσα.
Στο διπλανό τις ίδιες μέρες γεννήθηκε και πάλι κορίτσι. Φύτεψαν μια ροδιά και την ονόμασαν Ρόδη.
Έτσι εμφανίστηκαν στο χωριό μερικές Δάφνες, Λεμονιές, Γιασεμί, Τριανταφυλλιές, Γαρυφαλλιές, Βιολέτες, για όσους δεν είχαν πολύ χώρο να φυτέψουν δέντρα, αλλά και κάποιες Βέρες από τις βερικοκιές, μία Αέλια από την ελιά της πλατείας, Κάλιες από τις Πορτοκαλιές, μία Μαντώ από τη μανταρινιά που φυτεύτηκε στην αυλή τους αλλά και η Τζίτζη του μπαρμπα – Στέλιου από τη νεραντζούλα τη φουντωτή, δίπλα στο ρυάκι που διέτρεχε το πάνω χωράφι.
Και τα κορίτσια με τα ευωδιαστά και πολύχρωμα ονόματα, φρόντιζαν το δέντρο τους σ’ όλη τους τη ζωή. Μετά, κάποια εγγονή ή κάποια ανιψιά συνονόματη, συνέχιζε τη δουλειά.
Ξαφνικά το χωριό γέμισε παράξενα ονόματα και τα περιβόλια δίπλα στα σπίτια, όπως κι οι κήποι κι οι αυλές, γέμισαν ολοζώντανα δέντρα, οπωροφόρα και θάμνους και λουλούδια και τα ξέφωτα από παιδομάνι που έτρεχε, σκαρφάλωνε στις κορυφές των δέντρων και στοιχημάτιζε ποιος θα έφτανε τους καρπούς από τα πιο ψηλά κλαριά.
Ευωδίαζαν λοιπόν που λες κορίτσι μου, τα χωράφια με τα λεμονοπορτόκαλα και μοσχοβολούσαν την άνοιξη τα νερατζολούλουδα.
Μέχρι που ένας ρεπόρτερ της τηλεόρασης έφτασε εκεί τυχαία και του έκαναν εντύπωση όλα τούτα. Κι άρχισε τις ερωτήσεις. Πώς, πότε, γιατί;
Μα όλοι του απαντούσαν «τί πώς, έτσι, τί πότε, από παλιά, τί γιατί γιατί …γαυγίζει το γατί» και απομακρύνονταν γελώντας.
Έστειλε λοιπόν το «υλικό» (έτσι ονομάτισε το χωριό τους – σας στέλνω φοβερό υλικό ανήγγειλε) στο κανάλι του κι έγινε εκπομπή «Στα παράξενα του κόσμου», στις 5 το απόγευμα.
Μετά από αυτό άρχισε η κοσμοσυρροή, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα κι έγινε το χωριό τους «προορισμός».
Οι τουρίστες εισβολείς χάραζαν τα ονόματα τους στους κορμούς των δέντρων, κόβανε κλαδιά και λουλούδια, γέμισε ο αέρας μυρωδιές της βενζίνης και κάθε φορά τα κορίτσια ένοιωθαν τον πόνο των δέντρων στο σώμα τους.
«Δεν είμαι πια δέντρο. Παρά μια πληγή στο χώμα» μου ψιθύρισε κάποια μέρα η Μηλιά, συνέχισε τη διήγηση η κυρά – Μηλίτσα.
Και πράγματι όσο αυξάνονταν τα αφιερώματα στα ηλεκτρονικά μέσα και τα έντυπα, όσο περισσότερο ψηφιζόταν ως viral το πολύχρωμο, μυρωδάτο χωριό τους, όσο χτίζονταν δωμάτια και boutique hotel, τόσο χάνονταν οι μυρωδιές κι ατονούσαν τα χρώματα.
Μια χρονιά έπεσε πολύ νωρίς το Πάσχα κι ο καιρός έκανε τα δικά του. Αρχές Απρίλη κι έβρεχε σχεδόν όλη τη Μεγάλη Βδομάδα.
Ο ουρανός γκρίζος κι όταν σταματούσε η βροχή, έπιανε ένας νοτιάς που σε μούρλαινε, ένας αέρας αλλόκοτος που έριχνε τα άγουρα λουλούδια των δέντρων και τα πέταλα των λουλουδιών.
Οι τουρίστες άρχισαν να δυσανασχετούν που οι selfie δεν τους πετύχαιναν. Δε βοηθούσε και το φως.
Μεγάλη Παρασκευή και ξημέρωσε ένας κατακόκκινος ουρανός χωρίς ήλιο, ομίχλη κεραμιδί κάλυπτε το χωριό ως πέρα το βουνό και ακόμα πιο μακριά, ως τη θάλασσα.
Η λιτανεία έμοιαζε απόκοσμη και σκόνη στάσιμη, σκόνη από την Αφρική έλεγαν οι ειδήσεις αλλά και οι οιωνοσκόποι, κάλυπτε το ιερό σώμα το οποίο κείτετο ως σφάγιο κάτω από τα λερωμένα λουλούδια, τα ξεθωριασμένα λουλούδια που έμοιαζαν παλαιωμένα σα βαμμένα με σέπια.
Οι ιερωμένοι κι οι ψαλτάδες κατάπιναν τη σκόνη που τους κόλλαγε στο λαιμό και βράχνιαζε τη φωνή που δεν κατάφερνε να ψάλλει κόσμια το «Αι γενεαί πάσαι» και το «Άξιον Εστί».
Ο κόσμος που ακολουθούσε δεν έβλεπε πού πατούσε και πού βρίσκονταν κι οι φλογίτσες από τα κεριά άρπαζαν μαλλιά και λεπτά ανοιξιάτικα υφάσματα από τα ταγιέρ των γυναικών. Τα μεταξωτά λουλουδάτα φουλάρια των κοριτσιών τα ‘παιρνε ο νοτιάς και τ’ ανέμιζε σα φλογισμένες σημαιούλες, σα φλογισμένες ψυχές πεθαμένων δέντρων και λουλουδιών.
Καθώς όλοι περίμεναν την επομένη να ’ρθει η Ανάσταση μόνον οι παλιές γυναίκες του χωριού και τα μικρά κορίτσια κατάλαβαν αυτή την επανάσταση.
Ήξεραν πως η Ανάσταση δε θα ερχόταν. Δεν ήταν υποχρεωμένη άλλωστε.
Το μήνυμα ελήφθη.
Δεν υπήρχε άλλη λύση. Αποφάσισαν να γίνουν οι ίδιες δέντρα και λουλούδια και φυτά. Στάθηκαν δίπλα στα συνονόματά τους και μεταμορφώθηκαν σ’ αυτά. Τότε ένας άλλος αέρας και μια άλλη βροχή άρχισε να πέφτει. Μια θύελλα συνεπήρε τα πάντα.
Οι επισκέπτες άρχισαν ν’ αποχωρούν φοβισμένοι και δυσαρεστημένοι με τους tour operators που τους είχαν παραπλανήσει.
Όταν όλα τελείωσαν, ο ουρανός είχε καθαρίσει και τ’ αστέρια φαίνονταν τεράστια. Ένα φεγγάρι ολόγιομο φέγγιζε το δρόμο που είχαν πάρει οι παλαιοί κάτοικοι του χωριού για να γιορτάσουν την Ανάσταση.
«Όμως όλα αυτά είναι μυστικά», συνέχισε η κυρά Μηλίτσα. «Αν Λεμονιά μου τα αποκαλύψεις, τίποτα δε θα μείνει για να σωθεί πιά. Τα μυστήρια της φύσης βλέπεις, ανήκουν στους αθώους, δεν πουλιούνται ούτε αγοράζονται. Μόνο σε καλούν για να τα ανακαλύψεις»…

