Το κράτος είχε πολλές δυνατότητες να γίνει σοσιαλιστικό. Οι εκκοσμικευμένοι ιδρυτές του δεν ήθελαν εμπλοκή των ραβίνων στην πολιτική (Theodor Herzl, 1896) και όσοι επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Ιερουσαλήμ στα τέλη του 19ου αιώνα ζούσαν σε γειτονιές έξω απ’ την ιστορική πόλη. Ο ίδιος ο Ben-Gurion ήταν ηγέτης του Εργατικού Κόμματος και θιασώτης της κοινοτικής αγροτικής πολιτικής των κιμπούτς, εκ των οποίων τα πιο δραστήρια (Kibbutz Artzi και HaMeuchad) αποτελούσαν φυτώρια της λενινιστικής σκέψης. Ωστόσο, οι μεγάλες ιστορικές αφηγήσεις του εθνικισμού που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη και ο πολυάριθμος αυτόχθων αραβικός πληθυσμός της Σιών –το θρησκευτικό όνομα που είχαν υιοθετήσει οι εκκοσμικευμένοι Σιωνιστές για την Παλαιστίνη–, τους συσπείρωσε γύρω από θρησκευτικά σύμβολα στην ανάδειξη της ανέκαθεν πατρίδας. Έτσι, παρότι η ίδρυση του Medinat Yisrael από το Εθνικό Συμβούλιο, τα μεσάνυχτα 5 Iyar 5708/14.5.1948, έγινε στην αίθουσα του Μουσείου Tel-Aviv και όχι σε κάποια Συναγωγή, δηλώνεται ως Εβραϊκό με έμφαση στην θρησκευτική ταυτότητα. Η εθνικοποίηση της θρησκείας εξελισσόταν ταχύτατα και το 1950 όλοι, από το αριστερότερο Κόμμα Mapam μέχρι το δεξιότερο Heart, υπέγραψαν την ίδρυση κράτους στην Παλαιστίνη με θεμέλιο τη Βίβλο: «Κάθε άλλο Σύνταγμα πλην της Βίβλου στερείται νομικής βάσης», θα πει ο υπεύθυνος Εκπαίδευσης και Κουλτούρας Meir-David Levinstein. Ως πρωθυπουργός τώρα ο Ben-Gurion παραδέχτηκε πως «είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την ανάσταση του εβραϊκού κράτους χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία των Εβραίων από τις μέρες του Πρώτου και του Δεύτερου Ναού, και την ιστορία των προφητειών» (Divrei Ha’Knesset). Στον κήπο του Κοινοβουλίου (Knesset) υψώθηκε η Επτάφωτη Λυχνία, παραπομπή στο Hanukkah της ανάκτησης του Ναού επί Μακκαβαίων, με το menorah να καίει αγνό ελαιόλαδο κατά το θαύμα του τότε ελάχιστου λαδιού που κράτησε 7 μέρες.
Ο υπουργός Εκπαίδευσης και Κουλτούρας μερίμνησε ώστε κάθε παιδί να είναι άριστος γνώστης της Βίβλου, να εφοδιάζεται με χάρτες και αρχαιολογικούς οδηγούς, να εντρυφά στην ερασιτεχνική αρχαιολογία και να είναι σε θέση να ταυτοποιεί αρχαιολογικές θέσεις, Παιδιά 8-14 ετών είχαν τότε ερωτηθεί από ψυχολόγους εάν ο Ιησούς του Ναυή και οι Γιοί του Ισραήλ έπραξαν σωστά όταν κατακτούσαν την Makkedah και την Ιεριχώ και σκότωναν αμάχους και κατά πόσο ενέκριναν μια σύγχρονη επέμβαση του ισραηλινού στρατού στα αραβικά χωριά εάν κρινόταν αναγκαία, και η πλειονότητα τάχθηκε υπέρ (George Tamarin, 1963).
Η συσπειρωμένη στις εξιστορήσεις της Πεντατεύχου και στα προσκυνήματα «βιβλική αρχαιολογία», όπως την αποκάλεσε ο βιβλικός αρχαιολόγος William Albright, υπέταξε σε αυτή κάθε έκφανση της αρχαιολογίας στην περιοχή. Ο στρατός του Ιησού του Ναυή είχε κατακτήσει την Ύστερη Χαλκή Εποχή (~1500-1200 π.Κ.Ε.) τις πόλεις που ο Θεός είχε παραχωρήσει στον «εκλεκτό λαό» του («Γένεση», «Αριθμοί»), ωστόσο, η έρευνα από ανεξάρτητους αρχαιολόγους κατέδειξε χρονική αναντιστοιχία: είτε οι πόλεις δεν κατοικούνταν κατά τον επικαλούμενο χρόνο των επιδρομών του, είτε οι ενδείξεις της καταστροφής δεν ταυτίζονταν με εκείνη την περίοδο. Ούτε αρχαιολογικές μαρτυρίες της 40ετούς περιπλάνησης στην έρημο ή κατασκήνωσης στο Σινά βρέθηκαν, ούτε η Ιεριχώ είχε σημάδια καταστροφής που να αντιστοιχούν στην κατάληψή της από τον Ναυή. Η Kathleen Kenyon που ανάσκαπτε επί έξι χρόνια αυτή την προκεραμική θέση της Νεολιθικής κατέληξε ότι η Ιεριχώ, της οποίας τον 13o αιώνα π.Κ.Ε. «τα τείχη έπεσαν μετά που ο στρατός του Ιησού του Ναυή βάδισε γύρω τους επτά ημέρες σαλπίζοντας», όχι μόνο δεν ήταν εντοιχισμένη αλλά εκτιμάται η ερήμωσή της από τον 15o ως τον 10o αιώνα –όπως ερημωμένες ήταν και οι γύρω περιοχές της Ιουδαίας και της Σαμάρειας (Kenyon, 1960). O αρχαιολόγος μέλος των Δυνάμεων Άμυνας (IDF) Yigael Yadin, δεινός οπαδός της ιδεολογικής χρήσης του παρελθόντος, ανέλαβε μέσω των ανασκαφών που το IDF χρηματοδοτούσε το χαναανίτικο βασίλειο Tel-Hazor. Εκτεινόμενο στον σημερινό Λίβανο, Παλαιστίνη, τμήμα της Συρίας και της Ιορδανίας ήταν κομβικό ιδεολογικά, πολιτικά και στρατιωτικά καθώς στην άνω Γαλιλαία, κοντά στα υψίπεδα του Golan και τα σύνορα με τον Λίβανο, υπερτερούσε το αραβικό στοιχείο και απαιτούνταν άμεση εβραιοποίησή του. Ο Yadin συμπέρανε ότι ο Ιησούς του Ναυή, το πρότυπό του, το είχε κατακτήσει τον ύστερο 13ο π.Κ.Ε. ανοίγοντας τον δρόμο για την εγκατάσταση στη Χαναάν. Ισραηλινοί αρχαιολόγοι που χρησιμοποιούν τον όρο «Συρο-Παλαιστινιακή αρχαιολογία» έδωσαν –βασισμένοι στην κεραμική, τη ραδιοχρονολόγηση και τις αιγυπτιακές πηγές– ημερομηνία καταστροφής στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα, ακυρώνοντας την κατάκτηση από Ισραηλίτες (Israel Finkelstein 2005, Sharon Zuckerman, 2007). Όχι, τα εδάφη του αρχαίου Tel-Hazor έκτοτε ανήκαν τελεσίδικα στο σημερινό Ισραήλ, εξάλλου το Μεγάλο Ισραήλ εκτεινόταν έως τη νότια Μεσοποταμία (σημερινό Ιράκ), αφού από εκεί κατάγεται ο γενάρχης Πατριάρχης Αβραάμ.
Οι «Πατριάρχες» δεν τεκμηριώνονται ως ιστορικά πρόσωπα. Ο Αβραάμ γεννήθηκε το 2062 (Ιώσηπος) ή το 1940 π.Κ.Ε. (Seder Olam Zutta) και η «Γένεση» αναφέρει πως, φτάνοντας στην Gerar, ο Φιλισταίος βασιλιάς τού έκλεψε την όμορφη γυναίκα. Ωστόσο παρουσία Φιλισταίων έχουμε κατά την Εποχή Σιδήρου Ι (~1200-1000 π.Κ.Ε.), αιώνες δηλαδή μετά τον Αβραάμ και τον Ισαάκ. Οι ιερατικοί κύκλοι αναφέρουν το 16ο-15ο αιώνα π.Κ.Ε. έτος συγγραφής της Τορά και παρουσίας του Μωυσή, ωστόσο στην Πεντάτευχο αναφέρονται οι Φιλισταίοι που αφίχθησαν αιώνες αργότερα (William Dever, 2006). Από οστά εντοπίζεται και η βρώση χοιρινού τότε από Εβραίους. Η απουσία πραγματολογικού υπόβαθρου μαρτυρά ότι η Τορά γράφτηκε πολύ αργότερα, όταν θεσμοθετείται και ο διατροφικός νόμος που απαγορεύει το χοιρινό στους Εβραίους.
Η χρήση καμήλας από τον Αβραάμ και τους άλλους εμπόρους-«Πατριάρχες» αποτελεί επίσης αναχρονισμό. Η καμήλα δρομέας εξημερώθηκε και ευρέως χρησιμοποιήθηκε μετά από μια χιλιετία (11ο-10ο π.Κ.Ε.) και, παρά τη γοητευτική εικόνα που μας δίνει ένα καραβάνι από καμήλες, στην πραγματικότητα η μεταφορά προϊόντων γινόταν έως τότε από όνους και άλογα. Στα Αιγυπτιακά κείμενα και στα κείμενα των πολιορκητών της Ιερουσαλήμ Ασσυρίων τον 8ο αιώνα, απουσιάζουν αναφορές στη χρήση της πριν από τότε. Γενικότερα στη Μέση Ανατολή απουσιάζει ένας αξιόλογος αριθμός οστών που να πιστοποιεί την ευρεία χρήση της νωρίτερα: ραδιοχρονολόγηση σε μεγάλη συγκέντρωση οστών που βρέθηκε το 1981 στο Tel Jemmeh, κοντά στο αρχαίο λιμάνι της Γάζας, τα χρονολογεί γύρω στον 8ο-7ο αιώνα π.Κ.Ε (Paula Wapnish, 1981, Simon Davis, 1987, Finkelstein-Silberman, Sand).
Ισραηλινοί αρχαιολόγοι διαφωνούν και με τη βιβλική περιγραφή πως δώδεκα φυλές του Ισραήλ κατοικούσαν πριν από 3 χιλιάδες χρόνια στο βασίλειο του Δαβίδ, του οποίου η νίκη επί του γιγάντιου Γολιάθ τις ενοποίησε υποτάσσοντας σε κάποια 170 χιλιόμετρα γης (όσο ήταν το μήκος του βασιλείου του) τους Φιλισταίους. Κι ενώ στη Βίβλο φέρονται να εξουδετερώνονται, η μορφολογία της φιλισταϊκής αρχιτεκτονικής και κεραμικής (συγγενούς της Μυκηναϊκής ΙIΙΓ) συνεχίζονται και μετά τον θάνατό του, σχεδόν μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια. Τα νεο-ασσυριακά αρχεία αναφέρουν φιλισταϊκές αλληλεπιδράσεις με γειτονικές ομάδες την Εποχή Σιδήρου Ι με ευρήματα που μαρτυρούν αφομοίωση και συνέχεια ανάμεσα στους λαούς της Παλαιστίνης και, αντί για αποδείξεις «βίαιης κατάκτησης», μετατόπιση από τον έναν τρόπο ζωής σε άλλο, από τις πρώιμες εγκαταστάσεις σε τεντόσπιτα στα ορθογώνια κιονωτά σπίτια.
Οι αντιφάσεις είναι ανεπίλυτες. Στην κραταιά μοναρχία του Δαβίδ δεν βρέθηκαν κατάλοιπα του μεγαλειώδους παρελθόντος με τα παλάτια, όπως περιγράφονται, ήταν ένα συνηθισμένο κρατίδιο φυλετικού τύπου τότε ακόμα πολυθεϊστικό. Οι Ισραηλίτες δεν ήταν ποτέ στην Αίγυπτο, δεν περιπλανήθηκαν στην έρημο ούτε κατέλαβαν τη γη με πόλεμο. Στην «Έξοδο» αναφέρεται ο Ραμσής, ωστόσο ο πρώτος Φαραώ Ραμσής έζησε τέλη 14ου ενώ η βιβλική χρονολόγηση της Εξόδου, που προσφέρει το απαραίτητο βάθος χρόνου για μια ανέκαθεν ύπαρξη του Ισραήλ, τοποθετείται είτε μέσα του 16ου (Ιώσηπος), είτε μέσα του 15ου (Seder Olam Zutta). Απουσιάζουν και τα ευρήματα που θα πιστοποιούσαν την ύπαρξη χώρων συγκέντρωσης σκλάβων στην Αίγυπτο, όσο και αρχεία με αναφορές στην Έξοδο. Εύλογο κατά τους βιβλικούς, οι Αιγύπτιοι δεν θα κατέγραφαν ποτέ τη μεγάλη ήττα τους. Καθόλου πειστικό δηλώνει ο αντίλογος, πρόκειται για μαζική έξοδο και τον πνιγμό του στρατού του Φαραώ που τους κυνήγησε, δηλαδή μνημειακά γεγονότα που αν είχαν συμβεί θα είχαν ταλανίσει οικονομικά και πολιτικά το φαραωνικό βασίλειο (Dever). Πιθανότατα οι Ισραηλίτες δεν ήρθαν ποτέ από έξω από τη Χαναάν ως κατακτητές αλλά αποτελούσαν κομμάτι της (Ze’ev Herzog 1999, Thomas Thompson, 2008, Finkelstein-Silberman, Sand) και ο καθορισμός των ορίων της στη «Γένεση» και τους «Αριθμούς» σαν να πρόκειται για περιοχή ξεχωριστής εθνότητας, είναι παραπλανητικός· οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τον όρο «Kinahhi» με γεωγραφική σημασία. Οι όροι «Χαναανίτες» και «Ισραηλίτες» από το Τμήμα Αρχαιολογίας του Hebrew University –αντί για το επιστημονικά αντικειμενικό «Tel-Hazor Μέσης Εποχής Χαλκού» και «Tel-Hazor Πρώιμης Εποχής Σιδήρου» αντίστοιχα, για να διατυπωθεί το πέρασμα της Παλαιστίνης από τη μια διακριτή εθνότητα στην άλλη– είναι προβληματικοί: μιλούσαν και οι δυο γλώσσα σημιτική και είχαν κοινή τη λατρεία του Βάαλ όπως μαρτυρούν τα μπρούτζινα ταυρόμορφα ειδώλια του θεού του 12ου αιώνα π.Κ.Ε., τίποτα δηλαδή ξεχωριστό ή επαναστατικό. Τα οστά χοίρου στις κατοικίες μαρτυρούν ότι όλοι, και οι Εβραίοι, κατανάλωναν χοιρινό, οι Φιλισταίοι 20% περισσότερο, πιθανώς λόγω της διατροφής που είχαν φέρει από το Αιγαίο (Justin Samuel Elan Lev-Tov, 2000). Κατά τις ενδείξεις η ισραηλίτικη κουλτούρα αποτέλεσε υποκατηγορία της χαναανίτικης και η ανάδυση του Ισραήλ απόρροια της χαναανίτικης παρακμής, όχι το αίτιό της.
Με τη Νέα Διαθήκη αποκλεισμένη από τα σχολεία, με αναφορά μόνο για τους λάθους λόγους στον Τύπο ή ακόμα και να καίγεται από ραβίνους και στρατιωτικούς (Nur Masalha, 2014), το IDF συνεχίζει να χρηματοδοτεί τις ανασκαφές με την εθελοντική συμμετοχή της νεολαίας, της οποίας την εκπαίδευση αναλάμβανε στις αρχαιολογικές θέσεις. Άλλωστε επικρεμόταν απειλητική η διαπίστωση από μελετητές ότι δεν είναι όλοι οι Εβραίοι της κεντρικής Ευρώπης Σημίτες, όχι μόνο γιατί αποδυνάμωνε το μύθο της επιστροφής και το δικαίωμα της εγκατάστασης, αλλά και το ιδεολόγημα της ομοιογένειας. Έτσι πλήθαιναν οι ανασκαφές πάντα με διευθύνοντα τον Yadin, εστιάζοντας και στις σπηλιές-καταφύγιο των Ισραηλινών όταν καταδιώκονταν από τους Ρωμαίους κατά τις εξεγέρσεις τους, με έμφαση στο φρούριο Masada κοντά στη Νεκρά Θάλασσα. Εδώ οι Ζηλωτές αντιστάθηκαν (70-73 Κ.Ε.) ωσότου αυτοκτονήσουν για να αποφύγουν την ταπεινωτική αιχμαλωσία. Επιστήμονες αμφισβήτησαν τα εν θερμώ συμπεράσματα στις ανασκαφές του 1963-65 που προωθήθηκαν από τα media: οι έγκλειστοι δεν αριθμούσαν τις 960 ψυχές αφού δεν βρέθηκε αντίστοιχος ή σχετικός αριθμός οστών, ούτε άντεξαν στους Ρωμαίους περισσότερο από 6-8 μήνες. Ο ρεαλισμός σκόνταψε στον «εθνικό μύθο» που αντιμετώπιζε το χρονικό σαν άλλη περίπτωση γενοκτονίας εναντίον τους που στο διάβα τού χρόνου συναντούσε το Ολοκαύτωμα. Η ερμηνεία δίχασε και το θρησκευτικό κατεστημένο· ο ιουδαϊσμός αποστρέφεται την αυτοκτονία όπως μαρτυρά η απουσία του γεγονότος στο Talmud και το Midrash: «η Masada ήταν τραγική όχι γιατί ήταν αυτοκτονία όπως το παρουσιάζει η προπαγάνδα των ανασκαφών, αλλά γιατί ήταν ανήθικη επιλογή και ως τέτοια δεν θα γίνει σύμβολο για τις γενεές» (εφημερ. Hamodea, 1964). Γνώστης πιθανώς αυτής της αντίληψης ο Titus Flavius, εμφανίζει τους πολιορκημένους αντί να αυτοκτονούν να αλληλοσκοτώνονται με την προτροπή του σικαριώτη Eleazar Ben-Yair για να μη σκλαβωθούν. Κι αυτό όμως περιπλέκει τα πράγματα, οι πολιορκημένοι αποκαλούνται από μελετητές-μέλη των Kibbutzim «δολοφόνοι». Πάντως τα οστά που ο Yadin ανέσυρε ενταφιάστηκαν δημοσία δαπάνη με τιμές «εθνομαρτύρων» σε τελετή πλαισιωμένη από στρατιωτικό άγημα, καίτοι δεν αποδείχθηκε ότι σχετίζονται με την περίοδο της πολιορκίας, καίτοι υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται για οστά Ρωμαίων αφού βρέθηκαν έξω από το οχυρό. Αλλά η Masada ήταν η ευκαιρία ενός διαχρονικού μαθήματος εθνικής αντίστασης, υπογραμμίζει την ιστορική συνέχεια του Ισραήλ και ενσαρκώνει τη θέλησή του για επιβίωση: κάθε χρόνο πάνω σ’ αυτή την απομονωμένη πέτρα οι νεοσύλλεκτοι των ενόπλων δυνάμεων καταθέτουν τον όρκο, «Η Masada δεν θα πέσει ξανά!» (Nachman Ben-Yehuda,1995).
Κάθε κατάκτηση των αλλοφύλων σφετεριστών του Ισραήλ που «αποδείκνυε» η βιβλική αρχαιολογία συσχετιζόταν με τη σύρραξη του 1948, αργότερα και με την κατάκτηση της Δυτικής Όχθης το 1967. Στις 28 Iyar 5727/7.6.1967 το IDF εισέβαλλε στην Ιερουσαλήμ ενώνοντας σύμβολα και προσκυνήματα, τον λόφο Moriah όπου οδηγήθηκε στη θυσία ο Ισαάκ («Γένεση», «Χρονικά») και υψώθηκε ο Ναός του Σολομώντα. Στο μικρό Ιουδαϊκό Τετράγωνο με τις συναγωγές Hurva και Tiferet Yisrael που είχε καταστραφεί στον πόλεμο με την Ιορδανία, άρχισαν άμεσα εργασίες αποκατάστασης. Οι συναγωγές των Ασκεναζίμ και των Σεφαρδίμ αναστηλώθηκαν και η «Καμένη Οικία», στην οδό Tiferet-Yisrael, έγινε μουσείο, και τα οστά χεριού δεκαεπτάχρονης εθνικό σύμβολο των διώξεων που υπέστησαν από τους Ρωμαίους μετά την καταστροφή του Ναού. Οι διεργασίες καλύπτονταν σε απ’ ευθείας μετάδοση από το εθνικό δίκτυο γράφοντας «εθνική ιστορία», ωστόσο η οικία θα μπορούσε να έχει καεί από ατύχημα, ή από Ρωμαίους ή από Ζηλωτές όπως συνήθιζαν το 67-70 για όσους Εβραίους θεωρούσαν συνεργάτες των Ρωμαίων. Ωστόσο ο αρχαιολόγος Nahman Avigad το 1969 αβασάνιστα κατέληξε ότι είχε καεί από Ρωμαίους, καταγράφοντας μάλιστα την «ακριβή ημέρα» της καταστροφής παρά την απουσία τεκμηρίων (Abu El-Haj, 1988). Πάμπολλα τα ευρήματα της εποχής του Σολομώντα και του Ηρώδη αλλά και πολλά ρωμαϊκά, βυζαντινά, Σταυροφόρων, Μαμελούκων και οθωμανικά, που όμως σε μεγάλο βαθμό σαρώθηκαν από μπουλντόζες ώστε να φτάσουν γρήγορα στο υπόστρωμα που υποσχόταν «εβραϊκά» ευρήματα. Μια ιστορία διάρκειας χιλίων τριακοσίων περίπου ετών συσσωρεμένη σε ένα χωμάτινο όγκο που δεν μελετήθηκε, στέρησε δια παντός ένα κομμάτι της εξέλιξης της πόλης. Όσα διασώθηκαν προσδιορίστηκαν με όρους «εβραϊκό», «χριστιανικό» ή «Εποχής Ηρώδη», και πάντως όχι «παλαιστινιακό» που παραπέμπει σε εθνότητα, αλλά «μουσουλμανικό» ή «αραβικό» που αποτελούσε γενικότητα. Αρνητικά σχολιάστηκε και η μη-τυποποίηση των ευρημάτων κατά την αντικειμενική μη-εθνική χρονολόγηση (π.χ. «Εποχή Σιδήρου»). Η εξήγηση που δόθηκε από τους βιβλικούς αρχαιολόγους ήταν πως οι τίτλοι που προσδιορίζουν «κουλτούρες» είναι περισσότερο κατανοητές από τους επισκέπτες, ωστόσο άλλοι κατήγγειλαν πως ο πραγματικός στόχος είναι μια αρχαιολογική κατάταξη που να εκφράζει το σιωνιστικό μήνυμα. Το Υπουργείο Οικονομικών διέταξε απαλλοτριώσεις και επέκταση έναντι μικρής αποζημίωσης στις οικογένειες των Παλαιστινίων, ώστε να εγκατασταθούν εβραϊκές οικογένειες που θα αποκαθιστούσαν την εβραϊκή ιστορία του χώρου. Το Μαροκινό Τετράγωνο κατεδαφίστηκε και οι Εβραίοι είχαν τώρα στη διάθεσή τους μια Πλατεία Προσευχής, σαν υπαίθρια Συναγωγή, μπροστά στο Δυτικό Τείχος, όπου μπορούσαν να προσέρχονται για να προσεύχονται. Οι μαθητές της πρώτης δημοτικού εδώ παραλαμβάνουν το πρώτο βιβλίο προσευχής αφήνοντας μια προσευχή ανάμεσα στις πέτρες, εδώ και την πρώτη Βίβλο, και το επισκέπτονται στις επετείους. Μια φορά το χρόνο έρχονται και οι στρατιώτες του IDF φορώντας το kippah αντί για τους στρατιωτικούς μπερέδες και διαβάζουν ψαλμούς στο «Τείχος των Δακρύων», όπως το αποκαλούσαν περιηγητές και μισιονάριοι του 19ου αιώνα: ταξιδεύοντας στους Αγίους Τόπους έβλεπαν «αλλόκοτες σκηνές», Εβραίους να κλαίνε στις ογκώδεις πέτρες-κατάλοιπα κραυγάζοντας στον Θεό να το ανοικοδομήσει (Richard Burton, 1885).
Με παρέμβαση του υπουργού Θρησκευτικών Υποθέσεων Zerach Warhaftig το Τείχος ανασκάφτηκε ώστε να ανασυρθούν δυο ακόμη σειρές από τους τετραγωνισμένους λίθους, υψώνοντάς το σχεδόν δύο μέτρα ακόμα. Το γεγονός ότι το κορυφαίο εθνοθρησκευτικό σύμβολο αποτελείται, εκτός από τις 7 σειρές λίθων της εποχής του Ηρώδη από άλλες 18 σειρές της εποχής των Ομμεϋάδων, των Φατιμίδων και των Οθωμανών περιπλέκει τη «βιβλική ιδιοκτησία». Αποδεικνύεται ιστορικοθρησκευτικό σύμβολο και για του Παλαιστίνιους, στων οποίων την παράδοση εδώ έδενε ο Προφήτης Μωάμεθ το μυθικό φτερωτό άλογό του Al-Burāq.
Τo 1995 το διεθνές ενδιαφέρον στρέφεται στην Ιερουσαλήμ για την επέτειο της «τρισχιλιετούς εβραϊκής κυριαρχίας» από όταν ο Δαβίδ έγινε απόλυτος κυρίαρχός της. Ο Yitzhak Rabin εγκαινιάζει την επέτειο λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί από ακροδεξιό συμπατριώτη του για την υπογεγραμμένη ειρήνη Ισραήλ και Παλαιστίνης.
Με τη βιβλική αρχαιολογία στο πλαίσιο μιας εκτεταμένης πολιτικής προπαγάνδας, η νίκη του Δαβίδ συμβόλιζε τους πολέμους του Ισραήλ εναντίον των Αράβων νομιμοποιώντας τον εποικισμό της σύγχρονης εποχής. Μετά την Πρώτη Ιντιφάντα το 1987 που συγκλόνισε τον κόσμο, επιστήμονες αμφισβητούν τα ιερά κείμενα στην ανασύνθεση της ιστορίας του πρώιμου Ισραήλ. Εξάλλου η βιβλική γενεαλογία ελάχιστα πλέον αφορά την αρχαιολογία. Αποτελεί μόνο στρατευμένη μελέτη για την ασυγκάλυπτη ατζέντα του Μεγάλου Ισραήλ που στρώνει τον δρόμο προς την κόλαση του Άλλου.
*Δρ Καλλιόπη Παυλή, Μεταδιδ. στην Αποικιοκρατία
Πάντειο Πανεπ/μιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών

