18.7 C
Athens
Κυριακή, 12 Απριλίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι πολιτικές «τεχνοτροπίες» δυο Γιώργηδων (Παπανδρέου και Φλωρίδη), του Διονύση Ελευθεράτου

«Μια μεγάλη χρησιμότητα των λέξεων είναι να κρύβουν τις σκέψεις μας», τόνισε κάποτε ο Βολταίρος. Δυσκολότερο είναι όμως για τις λέξεις να κρύβουν ή, έστω, να διακοσμούν αρνητικά πεπραγμένα, χωρίς να προκαλούν κάποια θυμηδία – τουλάχιστον στις τάξεις όσων ανθρώπων διατηρούν στοιχειώδη μνήμη και ευθυκρισία. Πώς να μην καγχάσεις όταν ακούς ή διαβάζεις πως στο 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ο Γιώργος Α.  Παπανδρέου… θυμήθηκε το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και το εκστόμισε με πάθος;

Ναι, ο Γ. Α. Παπανδρέου (στο εξής ΓΑΠ) του διαγγέλματος στο Καστελόριζο, του ΔΝΤ, του Μνημονίου. Ο ΓΑΠ εκείνης της «δημοσιονομικής προσαρμογής», για τα αληθινά κίνητρα και τα ολέθρια αποτελέσματα  της οποίας ακόμη και εκπρόσωποι των δανειστών κάποια στιγμή (όταν πια ήμασταν δεμένοι χειροπόδαρα) ψέλλισαν λίγα ψήγματα αλήθειας, με ψυχραιμία ανάλογη ενός πειραματιστή που κοιτάζει τα αναλώσιμα, ημιθανή ποντίκια και εξηγεί τι δεν υπολόγισε σωστά (ενδεικτικά ΕΔΩ ).

Δεν πρόκειται εδώ να ασχοληθούμε με τα διάφορα «δεν γινόταν αλλιώς», ούτε με τη θεωρία (τη συνόψισε σε λίγες φράσεις ο ΓΑΠ, στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ) πως για όλα είχε φταίξει η προηγηθείσα «κατασπατάληση και η λεηλασία» πόρων μόνον εκ μέρους των κυβερνήσεων της ΝΔ, η οποία επίσης χρεώνεται – κατ’ αποκλειστικότητα – τη «διαφθορά» και τις «στατιστικές αλχημείες». Θα τα προσπεράσουμε όλα αυτά επειδή, πρώτον, έχουν συζητηθεί κατά κόρο και, δεύτερον, ισοδυναμεί με ανέκδοτο ο ισχυρισμός ότι το «εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ» δεν ήξερε τίποτα από διαφθορά, ούτε από «δημιουργική λογιστική»… Στο παρόν σημείωμα θα κάνουμε κάτι άλλο: Θα θυμηθούμε προγενέστερες… μεγάλες στιγμές του πολιτικού που ήθελε να μας οδηγήσει στον σοσιαλισμό, αλλά με βαριά καρδιά μας έριξε στη βαρβαρότητα των Μνημονίων. Στιγμές και επιλογές από «κανονικές» και ανθηρές εποχές. Από καιρούς, στους οποίους δεν υπήρχαν άλλοθι που παρέπεμπαν σε εξαναγκασμούς.

«Μα ιδιωτικό κέντρο σπουδών με λεφτά κρατικά, κύριε υπουργέ;» 

Στιγμή πρώτη: Είναι γνωστό ότι ο ΓΑΠ είχε υποστηρίξει την κατάργηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και τη συνακόλουθη ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων (ή «πανεπιστημίων»). Λίγοι  όμως ξέρουν ότι κάποτε, μέσα στον τόσο ζήλο του, θέλησε να παρακάμψει το… άτιμο το «16», παρά  την αντίδραση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής.

Αυτό συνέβη τον Μάιο του 1996. Τότε ο ΓΑΠ, ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, νομοθέτησε για την ίδρυση «πανεπιστημιακού» Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (στην αρχαία Ολυμπία). Όπως ήταν φυσικό, το Επιστημονικό Συμβούλιο διέγνωσε την «καραμπινάτη» αντισυνταγματικότητα, η δε «γαλάζια» πρόεδρος της Βουλής, Άννα Μπενάκη – Ψαρούδα, αναγκάστηκε να βγει… από τα αριστερά στον ΓΑΠ.

Στη συνεδρίαση της 22ας Μαϊου 1996, η Άννα Μπενάκη – Ψαρούδα υπενθύμισε πως και το δικό της κόμμα επιθυμούσε να λειτουργήσουν ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα, όχι όμως προτού το επιτρέψει μια συνταγματική αναθεώρηση. Κι εξέφρασε την ανησυχία της επειδή, όπως είπε, θα ιδρυόταν «κατ’ ουσίαν ένα ιδιωτικό κέντρο σπουδών με το όνομα πανεπιστήμιο». Ο ΓΑΠ τη διέκοψε: «Όχι ιδιωτικό, κρατικό θα είναι». Η πολιτικός της ΝΔ ανταπάντησε ότι το εν λόγω κέντρο σπουδών αφενός οριζόταν ως ιδιωτικού δικαίου και, αφετέρου, θα απαιτούσε δίδακτρα. Και επεσήμανε η πρόεδρος της Βουλής: «Απλώς θα παίρνει τα χρήματα του κράτους και δεν ξέρουμε πώς θα τα διαχειριστεί».

Από τότε, βεβαίως, πολλά άλλαξαν. Η ΝΔ ανακάλυψε πως μια χαρά μπορεί να παρακαμφθεί το άρθρο 16 του Συντάγματος. Ο ΓΑΠ βρήκε τη «σολομώντεια λύση», το 2024: Καταψήφισε την «τομή» της ΝΔ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (ή «πανεπιστήμια»), κρίνοντάς την ως βιαστική και προϊόν πίεσης των λόμπι, αλλά τάχθηκε υπέρ της αναθεώρησης του «16».

Η απαρχή αυτής της… εκπαιδευτικής «επανάστασης» κόμισε αρκετά ευτράπελα και πρόωρα «μουδιάσματα» στις τάξεις των εύπιστων (ενδεικτικά, εδώ). Μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι: Αν τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά κέντρα είχαν δημιουργηθεί όπως τα οραματιζόταν ο ΓΑΠ, όλα θα ήταν μέλι – γάλα. «Σοσιαλιστικώ» τω τρόπω…

Σιγά μην χρειάζονται ένσημα οι νέοι…

Στιγμή δεύτερη: Στις 7 Ιανουαρίου 2004 ο Κώστας Σημίτης παραιτήθηκε από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ και ο ΓΑΠ ετοιμαζόταν να αναλάβει τα ηνία (όπερ και εγένετο, 32 ημέρες αργότερα). Λίγο νωρίτερα, στις 20 Ιανουαρίου 2004, ο ΓΑΠ διατύπωσε μια πρόταση που ενθουσίασε τον ΣΕΒ: Τη θεσμοθέτηση της άνευ ενσήμων εργασίας των νέων, ως μέτρο για την «αντιμετώπιση της ανεργίας».

Επειδή εκ των υστέρων ειπώθηκε ότι η πρόταση του ΓΑΠ παρερμηνεύθηκε ή διαστρεβλώθηκε, την παραθέτουμε αυτούσια: «Όλοι οι νέοι απόφοιτοι Λυκείου ή Τεχνικής Εκπαίδευσης μέχρι ηλικίας 25 ετών να μπορούν να προσλαμβάνονται από κάθε είδους επιχειρήσεις για τέσσερα χρόνια με πλήρη μισθό, πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς οι επιχειρήσεις ή οι νέοι να υποχρεώνονται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές. Για τους αποφοίτους ΤΕΙ και ΑΕΙ το όριο ηλικίας θα μπορούσε να είναι 29 ετών».

Ας θυμηθούμε ποιες εποχές ήταν εκείνες. Βρισκόταν τότε «στα πάνω του» ο οικονομικός κύκλος του ελληνικού καπιταλισμού, που γιόρταζε την ισχύ του (άλλο αν αυτή έμελε ν’ αποδειχθεί «πήλινη») συν τοις άλλοις με μεθυστικές επιδείξεις νεοπλουτισμού, στην προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας υπερτερούσαν των αντίστοιχων (μέσων) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη «χρυσή» εξαετία 1997 – 2002, εδώ η ανάπτυξη «έτρεχε» με έναν χορταστικό μέσο όρο 3,9% και το 2003 έφθασε στο θριαμβευτικό 5,8%. Την καλύτερη επίδοση που είχε η ελληνική οικονομία από το… 1978.

Η επιχειρηματική κερδοφορία κατά κανόνα κάλπαζε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Με  εξαίρεση τη διετία 2001-2002, όταν το χρηματιστηριακό «κραχ» είχε επηρεάσει κάποιες επιχειρήσεις σε βαθμό ικανό να μειώσει τα συνολικά κέρδη των εισηγμένων εταιρειών (μετά από ένα ιλιγγιώδες «ράλι» που κορυφώθηκε το 1999), όλα ξανά «προς τη δόξα τραβούσαν». Κατά το 2003, τα κέρδη των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών αυξήθηκαν συνολικά (σε σχέση με το 2002) κατά 27%. Κι όταν ο ΓΑΠ γιόρταζε την «ενθρόνισή του» στο ΠΑΣΟΚ, δηλαδή στο πρώτο τρίμηνο του 2004, ο εν λόγω δείκτης ψήλωσε ακόμη περισσότερο, κατά 19,15% …

Το ΠΑΣΟΚ ήταν εκεί, με Μάνο – Ανδριανόπουλο… εμπροσθοφυλακή

Κι όμως, σε εκείνες τις εποχές ο… ανένδοτος  «σοσιαλιστής» ΓΑΠ φιλοδοξούσε να απαλλάξει τους εργοδότες από την υποχρέωση να αποδίδουν ασφαλιστικές εισφορές για νέους εργαζόμενους, επί ολόκληρες τετραετίες – που φυσικά θα ανανεώνονταν, με την εκάστοτε «νέα φουρνιά» βολικού προσωπικού. Και να εξωθήσει σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες τους νέους ανθρώπους που θα σκέφτονταν ότι, για να πάρουν στο μέλλον σύνταξη, θα έπρεπε κάπως να το φροντίσουν από «το καλημέρα» του εργάσιμου βίου τους. Και πάντως σίγουρα πριν από τα 29 τους χρόνια…

Όλα αυτά δε, τα πρότεινε ο ΓΑΠ λίγα χρόνια αφ’ ότου η κυβέρνηση Σημίτη, με το σχέδιο Γιαννίτση, προσπάθησε να συρρικνώσει δραστικά τα ασφαλιστικά δικαιώματα επικαλούμενη μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα Ταμεία.

Ποια Ταμεία; Αυτά που τα τραυμάτιζε σοβαρότατα η άτυπη αναγωγή της «μαύρης», ανασφάλιστης εργασίας – κυρίως των οικονομιικών μεταναστών- σε «αναπτυξιακό» μοχλό. Αυτά που αιμορραγούσαν λόγω των ανείσπρακτων οφειλών. Αυτά που πλήττονταν από τον χρηματιστηριακό τζόγο, ο οποίος εξελισσόταν με τα αποθεματικά τους, βάσει των σχετικών νόμων των κυβερνήσεων Μητσοτάκη και Σημίτη. Από αυτά τα Ταμεία, λοιπόν, ο ΓΑΠ ήθελε να στερήσει και επιπλέον εισφορές, πέντε χρόνια προτού αρχίσουν να μας λένε διάφοροι φωστήρες της κυβέρνησής του ότι «το ασφαλιστικό κόστος ήταν αυτό που κυρίως βύθισε την οικονομία…».

Στιγμή τρίτη: Στην προεκλογική περίοδο του 2004 (στις 7 Μαρτίου «στήθηκαν» οι κάλπες), η… σοσιαλιστική ψυχή του ΓΑΠ μεγαλούργησε: Πρόσφερε καλές θέσεις στο Ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, άρα και σίγουρα έδρανα στη μετεκλογική Βουλή, στον Στέφανο Μάνο και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο. Στους δυο κατ’ εξοχή «γκουρού» του ελληνικού «θατσερισμού». Στο «δίδυμο» του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που άλλωστε είχε δώσει σαφή δείγματα γραφής (οι υπομνήσεις μάλλον περιττεύουν) επί διακυβέρνησης  Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, την περίοδο 1990 – 1993.

Κάπως έτσι, ο ΓΑΠ σταθεροποίησε και ολοκλήρωσε – και στο πεδίο των συμπράξεων- την πορεία του ΠΑΣΟΚ προς τον «σοσιαλ- νεοφιλελευθερισμό». Είχαν κάθε δίκιο οι Μάνος – Ανδριανόπουλος να λένε ότι δεν πρόδωσαν καμία βασική αρχή και ιδέα τους, εντασσόμενοι στο Επικρατείας του «εκσυγχρονιστικού» (Νούμερο 2…) ΠΑΣΟΚ, με τον αρχηγό του οποίου μοιράζονταν ίδιες ή παραπλήσιες θέσεις σε πολλά – και σοβαρά – ζητήματα. Ο δε Α. Ανδριανόπουλος δήλωσε, τότε: «Αποτελεί εξαιρετική τιμή πως αναγνωρίζονται οι απόψεις μου ως ένα από τα ουσιαστικά συστατικά στοιχεία της ευρύτερης δύναμης ανατροπής που επιχειρείται να σχηματισθεί…».

Η κατακρεούργηση των εννοιών

Κι όμως: Ο πολιτικός που τα έπραξε αυτά (κι άφθονα άλλα… ομοειδή, απλώς περιοριστήκαμε σε τρία), τώρα, το 2026, θέτει το δίλημμα… «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα»! Τι ακριβώς συμβαίνει;  «Μας θεωρούν αμνήμονες», θα πουν κάποιοι. Τούτη η εξήγηση, όμως, δείχνει μάλλον ανεπαρκής και επιδερμική. Όχι, δεν ποντάρουν τόσο στην «κοντή» μνήμη των ανθρώπων, όσο στα πετσοκομμένα κριτήρια και στα νεφελώματα που επεκτείνονται, όσο λιγοστεύουν οι ελπίδες (των ανθρώπων). Αυτή είναι η πεμπτουσία της συστηματικής – και «συστημικής» –  απόπειρας να κατακρεουργούνται έννοιες, μαζί με τη λογική. Ο ΓΑΠ ενσαρκώνει απλώς ένα επίκαιρο – λόγω της ομιλίας του, στο Συνέδριο – παράδειγμα.

Εδώ και 35 χρόνια παρακολουθούμε – και βιώνουμε – αυτήν την κατακρεούργηση.  Η (μέσω των απανωτών ιδιωτικοποιήσεων) εξάλειψη της έννοιας του δημόσιου αγαθού βαφτίστηκε «απελευθέρωση». Η ημι-απασχόληση και η εκ περιτροπής εργασία, «λύση στο πρόβλημα της ανεργίας».  Το ξεχείλωμα των εργασιακών ωραρίων και η παροχή υπερεργασίας , «δικαίωμα του εργαζόμενου» (διότι, ως γνωστόν, το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να πεις στον εργοδότη σου, «όχι, δεν μπορώ και δεν θέλω να δουλέψω αύριο παραπάνω»…). «Ανταπόδοση» και «επιστροφή στην κοινωνία» χαρακτηρίζονται τα ποικίλα pass και τα «μέτρα ελάφρυνσης», που ισοδυναμούν με μικρά κλάσματα όσων έχουν αρπάξει οι έμμεσοι φόροι και η ακρίβεια.

Μέσα σε έναν τέτοιο «χορό» ψευδεπίγραφων, ναι, «δικαιούται» και ο ΓΑΠ  να λέει ότι οραματίζεται κάποιον «σοσιαλισμό». Που αν δεν είναι και πολύ… ατόφιος, ποιος ξέρει, ίσως να τον προσυπογράψουν και οι Μάνος – Ανδριανόπουλος…

Πολιτικοί του στιλ ΓΑΠ εντάσσονται στον «χορό» της παραχάραξης εννοιών, επιδιώκοντας να «παίξουν» με μνήμες και με ευαισθησίες  συγκεκριμένων ακροατηρίων.  Ακόμη και η πιο δεξιόστροφη σοσιαλδημοκρατία κάτι τέτοιο το χρειάζεται – αν μη τι άλλο για λόγους πολιτικής αυτοσυντήρησης. Πρέπει να εμφανίσει «κάτι» που να μοιάζει με όραμα. Να κάνει και την παραμικρή διαφοροποίηση (λεκτική ή και όχι μόνο) από τον καθαρόαιμο νεοφιλελευθερισμό να μοιάσει με «όνειρα έτοιμα να πάρουν εκδίκηση». Σε άλλους, όμως, αυτά κάθε άλλο παρά είναι αναγκαία.

Πάντα χρειάζεται ένας να κραυγάζει… 

Εάν, λοιπόν, εκλάβουμε τον «σοσιαλιστή» ΓΑΠ του Συνεδρίου ως εκπρόσωπο αυτής της συστημικής πολιτικής «τεχνοτροπίας», μπορούμε να αναγορεύσουμε σε δείγμα μιας άλλης «σχολής» έτερο προερχόμενο από το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ. Τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη.

Ο ΓΑΠ προσκαλεί σε ένα παιχνίδι ψευδαισθήσεων και υποτιθέμενης επανόδου σε κάποιου είδους ριζοσπαστισμό. Ο Γ. Φλωρίδης σε τίποτα δεν προσκαλεί, απλώς προκαλεί – όσο δεν πάει άλλο…  Εσχάτως το έκανε δηλώνοντας ανερυθρίαστα πως στη δίκη για τα Τέμπη «δεν προβλέπονται ειδικές θέσεις για υποψήφιους αρχηγούς κομμάτων». Προφανώς,  κατ’ αυτόν, δεν έχει σημασία η ιδιότητα της Μαρίας Καρυστιανού ως μητέρας θύματος…

Ακόμη κι αν προσπεράσει κανείς τις ρυθμίσεις του Γ. Φλωρίδη (όπως τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα), δεν θα ξέρει τα πρωτοθυμηθεί από τα παραληρήματα του Γ. Φλωρίδη… Αλήθεια, τι; Ότι το 2024, σχολιάζοντας την παραβατικότητα στα σχολεία, δήλωνε (με περισσή… νηφαλιότητα και «αναλυτική δεινότητα») τη νοσταλγία του για τις εποχές, κατά τις οποίες οι δάσκαλοι έριχναν στα παιδιά χαστούκια που μετά τα… δεκαπλασίαζαν οι πατεράδες; Όσα κατά καιρούς έχει πει για το έγκλημα των Τεμπών, «αφρίζοντας»; Ότι το καλοκαίρι του 2025, στη Βουλή, ωρυόταν για τις κινητοποιήσεις εναντίον της γενοκτονίας που διέπραττε στη Γάζα το Ισραήλ, κατηγορώντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης πως ήθελαν «να δυναμιτίσουν τη στρατηγική συμμαχία της χώρας, υπέρ της Τουρκίας»; Ο κατάλογος είναι μακρύς – και σταθερά εμετικός.

Ο Γ. Φλωρίδης καλύπτει μια ανάγκη της «συστημικής» επιβολής: Αναλαμβάνει το  διαρκές «γάβγισμα», ώστε να αντιλαμβάνεται η κοινωνία ότι τα θέσφατα της «καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων» φρουρούνται καλά. Και ει δυνατόν να αποθαρρύνεται. Για το συγκεκριμένο καθήκον δεν χρειάζονται επιχειρήματα, ούτε δομημένες παραθέσεις θέσεων. Αρκούν οι κραυγές – τα «γαβγίσματα». Για τα υπόλοιπα φροντίζουν άλλοι.

Αντί επιλόγου

Κάποιοι ίσως απορούν: Γιατί να αναλαμβάνει αυτόν το ρόλο ένας από τους πολλούς του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ που προσχώρησαν στη ΝΔ; Δεν θα ήταν πιο ταιριαστό να κάνει κάτι τέτοιο ένα «σκληροπυρηνικό» γέννημα – θρέμμα της Δεξιάς; Λογική η απορία, αλλά βέβαιες απαντήσεις δεν υπάρχουν.

Ποιος ξέρει, μπορεί έτσι να «του βγαίνει» του ανθρώπου. Μπορεί, επίσης, να επενεργεί και κάποιου είδους ευγνωμοσύνη: Ο Γ. Φλωρίδης έμεινε επί πολλά χρόνια πολιτικά άστεγος (και εκτός Βουλής). Για πολύ καιρό, με τις δημόσιες τοποθετήσεις του ήταν σαν να καλούσε τη ΝΔ να τον «περιθάλψει». Αυτό τελικά συνέβη. Έγινε και υπουργός, το 2023. Μετά από τέτοια ευεργεσία εξηγείται η επιδεικτική αφοσίωση. Κι αν οι εξαλλοσύνες την κάνουν πιο επιδεικτική, τόσο το «καλύτερο»…

Στην πολιτική χρειάζεται και κάτι σαν τραγούδι των Σειρήνων – ο ΓΑΠ το ξέρει. Χρειάζονται και οι σειρήνες που θα δίνουν εναύσματα για καθεστωτικούς συναγερμούς και επιθέσεις – ο Φλωρίδης το αναλαμβάνει. Τι να λέμε τώρα, το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ έχει βγάλει απόφοιτους κάθε σχολής…

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ