Με μεγάλη συχνότητα εμφανίζονται κατά τα τελευταία χρόνια – και στην Ελλάδα και διεθνώς – αφορμές για να συζητάμε περί της ακροδεξιάς και της ανόδου της. Οι κάλπες παρέχουν αρκετές από αυτές τις αφορμές – το ίδιο έκαναν και προ ολίγων ημερών, λόγω εκλογικών αναμετρήσεων στην Ιβηρική Χερσόνησο.
Στην Ισπανία, στις τοπικές εκλογές της Αραγονίας, το ακροδεξιό Vox ανήλθε στο 18% (περίπου συν 6,5%). Στις προεδρικές εκλογές της Πορτογαλίας φάνηκε ότι η ακροδεξιά μπορεί να δείχνει απειλητικά τα δόντια της, ακόμη κι όταν ηττάται. Οξύμωρο; Όχι και τόσο… Μπορεί ο ακροδεξιός Αντρέ Βεντούρα να συγκέντρωσε κάτι λιγότερο από το μισό ποσοστό που έλαβε ο κεντροαριστερός Αντόνιο Ζοζέ Σεγκούρο, αλλά αυτό το «33% έναντι 68%», όσο και αν αποτελεί καθαρή ήττα του πρώτου, δεν παύει να «χτυπάει» ένα ακόμη «καμπανάκι». Το ένα τρίτο των ψηφοφόρων επέλεξε τον Βεντούρα, στη χώρα εκείνη που για διάφορους λόγους – ιστορικούς και πολιτικούς – έχει καταγραφεί ως η λιγότερο δεκτική στις ακροδεξιές ιδέες, σε όλη την Ευρώπη.
Η ακροδεξιά, σε διάφορες εκδοχές της, ανεβαίνει, λοιπόν. Είναι ήδη κυβερνώσα σε μεγάλες χώρες – όπως οι ΗΠΑ, η Αργεντινή, η Ιταλία – και ισχυρότατη, γεμάτη φιλοδοξίες, στη Γαλλία, τη Γερμανία και αλλού. Ανά τον κόσμο έχει γίνει (κατά περίπτωση) ρυθμιστής πολιτικών εξελίξεων, «συγκυβερνήτης» – και εν γένει ισχυροποιείται σε βαθμό, ο οποίος πριν από μερικά χρόνια θα εθεωρείτο αδιανόητος.
Το φαινόμενο έχει πολλές παραμέτρους, άρα όσοι προσπαθούν να το ερμηνεύσουν σε βάθος οφείλουν διεισδυτικές ματιές σε πολλά πεδία. Στην οικονομία, στις κοινωνίες και τις κοινωνικές διεργασίες, στα πολιτικά συστήματα ανά χώρα. Στις κατά τόπους ιδιαιτερότητες, αλλά και σε αρκετούς «κοινούς παρονομαστές».
Ένα σημαντικό υπο- κεφάλαιο μιας τέτοιας θεώρησης σίγουρα είναι οι «συνδυαστικές» δυνατότητες της σύγχρονης ακροδεξιάς. Η ευελιξία της, η ικανότητά της να εναλλάσσει το επίπλαστο «αντι- συστημικό» προφίλ με την ιδιότητα του Κέρβερου που περιφρουρεί τον «νόμο και την τάξη». Τη φαινομενική λαϊκότητα με την προβολή ακραιφνών νεοφιλελεύθερων προτύπων. Το ανέμισμα της σημαίας των «παραδόσεων» και της «οικογένειας» με την αποδοχή στοιχείων προσωπικής ελεύθερης βούλησης (χαρακτηριστική περίπτωση η αρχηγός της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», Άλις Βάιντελ, η οποία αφενός διακηρύττει ότι είναι ομοφυλόφιλη και συγκατοικεί με τη σύντροφό της και αφετέρου απορρίπτει τη νομιμοποίηση των γάμων ομοφύλων, για να «προστατευθεί η παραδοσιακή οικογένεια»). Δεν έχει παντού η ακροδεξιά τις ίδιες «συνδυαστικές» ικανότητες, αλλά κατά κανόνα, αν χρειάζεται κάποιες «ισορροπίες» τις βρίσκει περίπου στο σημείο που… τη βολεύει.
Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο είναι η ακροδεξιά και … οι άλλοι. Κάπου εδώ θα πρέπει να καταμετρήσουμε – όχι με αξιολογική σειρά- και να δούμε εκ του σύνεγγυς τις πολιτικές και ιδεολογικές μεγάλες «ευγενικές χορηγίες» (διαρκείας , σταθερά επαναλαμβανόμενες), τις οποίες επί χρόνια κάνει το «κέντρο» και ιδίως το «ακραίο κέντρο» στην ποικιλόμορφη ακροδεξιά.
Η δυσαρέσκεια, οι «αντιγραφές» και το «ξέπλυμα»
Τρεις από αυτές τις πολύτιμες «χορηγίες» έχουν επισημανθεί αρκετές φορές στον δημόσιο διάλογο και μάλλον δεν χρήζουν ιδιαίτερων αναλύσεων. Η πρώτη: Προκαλώντας σε μαζική κλίμακα έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια με τις πολιτικές του, το κυβερνών «ακραίο κέντρο» παρέχει άφθονο χώρο στην ακροδεξιά. Σχεδόν παραδίδει στην επιρροή της σημαντικά κοινωνικά τμήματα. Είναι θέμα αυτοτελές, μεγάλο και… πονεμένο το γιατί στις ημέρες μας τα «GPS» της κοινωνικής δυσφορίας στρέφονται κατά κανόνα σε περιοχές δεξιότερες του πολιτικού mainstream και μόνο κατ’ εξαίρεση προς τα αριστερά (απλά ψήγματα επί μέρους απαντήσεων υπάρχουν στο παρόν σημείωμα). Η ουσία όμως παραμένει αναλλοίωτη: Η «χορηγία» γίνεται και… ξαναγίνεται.
Η δεύτερη «χορηγία», αρκούντως συζητημένη κι αυτή: Η προθυμία του πολιτικού mainstream να υιοθετήσει κάποιες βασικές συνιστώσες της ακροδεξιάς ατζέντας- κυρίως στο μεταναστευτικό και προσφυγικό. Κάτι που, αντί να φέρει την πολιτική και εκλογική περιθωριοποίηση της ακροδεξιάς επειδή κάποιες «μετριοπαθέστερες» πολιτικές δυνάμεις ενσωμάτωσαν στη γραμμή τους δικές της «καλές» ή «αναγκαίες» θέσεις, διευκόλυνε την εκτόξευσή της.
Η τρίτη «χορηγία» – ήδη συζητημένη κι αυτή – παραπέμπει στο «σφικτά» πολιτικό (όχι μόνο στο κινούμενο στη σφαίρα των ιδεών και των απόψεων) «ξέπλυμα» της ακροδεξιάς. Ειδικά δε στις συνεργασίες με εκείνα τα ακροδεξιά μορφώματα που, αφήνοντας κατά μέρος τα όποια «αντι- συστημικά» προσωπεία, δέχονταν και δέχονται να «βάλουν πλάτη» στην επιβολή της δέουσας «κανονικότητας». Αν κάτι παραπάνω αξίζει να σημειωθεί επ’ αυτού, είναι η σημασία που έχει εθισμός σε αυτές τις συνυπάρξεις. Εθισμός που με την πάροδο του χρόνου γίνεται μεγαλύτερος.
Ας θυμηθούμε λίγο τα δικά μας: Τον Νοέμβριο του 2011, ο «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός» κλήθηκε να συμμετάσχει μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ώστε να διευκολυνθεί η επιβολή του Μνημονίου (το οποίο ο Γ. Καρατζαφέρης νωρίτερα παρομοίαζε σκωπτικά με… οδοντίατρο που φρόντιζε μόνο «κάποιους τραπεζίτες και κάποιες κουφάλες»). Τότε, ορισμένοι Ευρωπαίοι κεντροαριστεροί – εντονότερα δε οι Γάλλοι Σοσιαλιστές – δήλωναν σοκαρισμένοι για το γεγονός ότι γινόταν στην Ελλάδα κυβερνητική συνιστώσα ένα κόμμα καθαρά ρατσιστικό, από το οποίο μάλιστα διαχεόταν και νοσταλγία, ελάχιστα συγκεκαλυμμένη, για τη χούντα του 1967 – 1974. Βασίλεψε, όμως, «άκρα του τάφου σιωπή» το 2024 -25, όταν η μεν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωνε πρόθυμη να συνεργαστεί με το νεο- μουσολινικό κόμμα «Αδελφοί της Ιταλίας» της Τζόρτζια Μελόνι, ο δε Βαυαρός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, χαρακτήριζε αποδεκτή την «υγιή ακροδεξιά». Κάτι αντίστοιχο με την αναζήτηση «σοβαρής Χρυσής Αυγής» εκ μέρους του δικού μας Μπάμπη Παπαδημητρίου.
Για την φον ντερ Λάιεν (το είχε πει η ίδια, ευθέως), αρκεί που η Μελόνι και το κυβερνών κόμμα της δεν αμφισβητούν την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), ούτε την ευρωπαϊκή γραμμή στο ουκρανικό. Όλα τα …υπόλοιπα της ιταλικής κυβέρνησης, από τις «μεταρρυθμίσεις» που αποσκοπούν στον ασφυκτικό έλεγχο της δικαστικής εξουσίας μέχρι την – αντιτιθέμενη στους ισχύοντες (ακόμη…) κανόνες δικαίου – πρακτική εναντίον προσφύγων και μεταναστών, κρίνονται είτε δευτερεύοντα είτε δυνάμει αξιοποιήσιμα.
Το 2000, όταν η ΕΕ αριθμούσε 15 κράτη – μέλη, τα 14 επέβαλαν διπλωματικές κυρώσεις στο ένα, την Αυστρία. Ο λόγος ήταν πως στην Αυστρία είχε σχηματιστεί κυβέρνηση με συμμετοχή του ακροδεξιού «Κόμματος της Ελευθερίας», Γεργκ Χάιντερ. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, το ευρωπαϊκό πολιτικό mainstream κρίνει ως απολύτως αποδεκτή την ακροδεξιά του τύπου – και των… πλεονεκτημάτων – Μελόνι, σε σύγκριση με την οποία αρκετές θέσεις του Χάιντερ (ας πούμε οι αντι-μεταναστευτικές) θα φάνταζαν «μετριοπαθέστατες»… Διότι με την πάροδο του χρόνου το «ακραίο κέντρο» γίνεται περισσότερο «ακραίο» και λιγότερο «κέντρο».
Η «συστημική» και συστηματική αδιαλλαξία
Η τέταρτη «χορηγία» του «ακραίου κέντρου» στην ακροδεξιά μας εισάγει στην κατηγορία εκείνων που έχουν ως τώρα υποτιμηθεί ή ελλιπέστατα επισημανθεί. Είναι η πεισματική, συστηματική αδιαλλαξία του «ακραίου κέντρου» απέναντι σε οικονομικές διεκδικήσεις και αιτήματα που προβάλλονται εκ μέρους λαϊκών και μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Φαινομενικά, ίσως πρόκειται για κάτι άσχετο προς την άνοδο της ακροδεξιάς. Δεν είναι όμως.
Ας το δούμε διεξοδικότερα. Εδώ και χρόνια, η στρατηγικής σημασίας απόπειρα των διαχειριστών του σύγχρονου καπιταλισμού δεν είναι να ξαναγραφούν τα «κοινωνικά συμβόλαια» του παρελθόντος, κατά τρόπο ευνοϊκότερο προς το μεγάλο κεφάλαιο και τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα. Η απόπειρα τώρα είναι να συνειδητοποιήσουν οι «κάτω» ότι έχει παρέλθει η εποχή των «κοινωνικών συμβολαίων». Να αποδεχθούν στωικά την κατάργησή τους, όχι μόνο επί μέρους ακυρώσεις ή φαλκιδεύσεις παλαιότερων κοινωνικών κατακτήσεων.
Το μήνυμα προς την κοινωνία είναι σαφές: Δεν θα κερδίζετε τίποτα σημαντικό μαχόμενοι. Θα περιορίζεστε – και θα λέτε κι «ευχαριστώ» – σε επί μέρους «παροχές», τις οποίες θα κάνει προς εσάς η πολιτική εξουσία, όποτε το κρίνει σκόπιμο (ενδεχομένως σε συνάρτηση με εκλογικούς υπολογισμούς). Έστω και αν αντιλαμβάνεστε ότι αυτές οι «παροχές» αντιστοιχούν σε μικρό μέρος της όλης αφαίμαξης που υφίστασθε.
Η στρατηγική αυτή προϋποθέτει δραστική μείωση (ει δυνατόν και εξάλειψη) των αποτελεσματικών συλλογικών διεκδικήσεων, τουλάχιστον σε κρίσιμα μέτωπα. Κι αυτό ακριβώς βλέπουμε στην Ευρώπη τα τελευταία – κι όχι τα λίγα τελευταία- χρόνια.
Το βλέπουμε, αναλογικά, ακόμη και στη Γαλλία, τη χώρα με την (μακράν) πλουσιότερη παράδοση μαζικών και συνάμα νικηφόρων κινητοποιήσεων. Τη χώρα στην οποία οι ανθεκτικές απεργίες και οι ανθρωποθάλασσες των διαδηλώσεων πολύ συχνά απέφεραν κέρδη για την κοινωνία και – συνηθέστερα- απέτρεπαν ή καθυστερούσαν την υλοποίηση δυσμενών, νεοφιλελεύθερης κοπής, εργασιακών μέτρων. Ακόμη κι εκεί, στην κατ’ εξοχήν χώρα της «κοινωνικής απείθειας» , το «ισοζύγιο» των νικηφόρων και μη νικηφόρων κοινωνικών – συνδικαλιστικών μαχών έχει διαταραχτεί σοβαρότατα, σε βάρος των πρώτων. Στα άλλα μήκη και πλάτη της Ευρώπης ή και της υφηλίου, τα πράγματα είναι κατά κανόνα χειρότερα. Ή και πολύ χειρότερα.
Αναζητώντας ψυχολογικά αποκούμπια
Έτσι επέρχονται μεγάλες αλλαγές, στα ίδια τα βιώματα των ανθρώπων. Όσοι είναι σήμερα τριάντα ή και σαράντα ετών, θα δυσκολευθούν να θυμηθούν βιώσιμες, ανθεκτικές στο χρόνο βελτιώσεις της ζωής τους που επήλθαν χάρη σε συλλογική δράση, διεκδίκηση, αγώνα. Όλα τούτα μπορεί να βρίσκονται σε υπερήφανες διηγήσεις πολλών «Baby Boomers» (δηλαδή γεννημένων στα χρόνια 1946 – 1964) και, αισθητά λιγότερο, σε μνήμες της «Generation Χ» (1965 – 1980), όχι όμως στην τωρινή απτή πραγματικότητα.
Κοινωνικές σταθερές έχουν αρθεί – περισσότερο ή λιγότερο βίαια. Κοινωνικές κατακτήσεις έχουν ξεριζωθεί. «Κράτη – πρόνοιας» έχουν αποδυναμωθεί, σε βαθμό που αρχίζει από το «αισθητά» και φθάνει στο «δραματικά» (όπως στην Ελλάδα του 2010 και εντεύθεν). Και εφαρμόζεται το δόγμα «δεν θα σας αφήσουμε να αναθαρρήσετε, δεν θα κερδίζετε διεκδικώντας δυναμικά και συλλογικά». Οι σποραδικές εξαιρέσεις δεν αίρουν τον κανόνα, τον οποίον είδαμε προσφάτως και στην Ελλάδα: Μια κυβέρνηση που καμαρώνει για τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα, αρνήθηκε να δώσει κάτι ουσιαστικό στους κινητοποιούμενους αγρότες.
Αυτή η αδιαλλαξία του κυβερνώντος ανά τον κόσμο «ακραίου κέντρου» είναι και καλό όπλο εναντίον της απανταχού Αριστεράς (όχι της «κατ’ όνομα», αλλά της πραγματικής), καθώς κάνει τα δικά της «μονοπάτια» να φαίνονται κάτι χειρότερο από δύσβατα: Εν γένει ατελέσφορα, αδιέξοδα. Κάπως έτσι, η ακροδεξιά ξεπροβάλλει ευκολότερα ως «υποδοχέας» της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Θα αναρωτηθεί εύλογα κάποιος: «Μα τι κερδίζουν ή τι νομίζουν ότι θα κερδίσουν όσοι προσεγγίζουν την ακροδεξιά;». Η απάντηση σίγουρα δεν είναι μονοσήμαντη. Κάποιοι αναζητούν ψυχολογικά αποκούμπια και η ακροδεξιά τους τα δίνει, ποικιλοτρόπως: Στοχεύοντας τον αδύναμο, τον μετανάστη και τον πρόσφυγα, νιώθεις συγκριτικά δυνατός (τουλάχιστον δεν είσαι εσύ ο τελευταίος τροχός της άμαξας). Αναζητάς σε θεωρίες φυλετικής και εθνικής ανωτερότητας το φαντασιακό αντίβαρο στην πτώση – μικρή ή μεγάλη – του βιοτικού σου επιπέδου. Επί πλέον «τιμωρείς» το πολιτικό σύστημα.
Προσδόκιμα «δια ταύτα» υπάρχουν; Ίσως ναι. Αν πιστεύεις ότι η ακροδεξιά θα αναστατώσει το πολιτικό σύστημα, μπορείς να ελπίζεις ότι ενισχύοντάς την θα το αναγκάσεις να «γειωθεί». Να αφουγκράζεται τον κόσμο και να λαμβάνει υπόψη της ανάγκες του. Εάν μάλιστα ζεις στην Ελλάδα και νομίζεις ότι το οικονομικό πρόβλημα της χώρας συνίσταται στους «πολλούς ξένους που θρέφουμε» (διότι τα τηλεοπτικά δελτία δεν σου είπαν πόσο συνέβαλε η δουλειά των ξένων στην αύξηση του εγχώριου ΑΕΠ, ούτε έτυχε να ακούσεις αγροτικούς συνεταιρισμούς να υπολογίζουν σε πολλές δεκάδες χιλιάδες τις ελλείψεις ξένων εργατών γης), τότε μπορεί να νομίζεις πως αν «ξεβρομίσει από δαύτους ο τόπος», εσύ θα «χορτάσεις ψωμάκι»…
Αλλά κι αν ακόμη οι προσδοκίες σου δεν επιμηκύνονται μέχρι εκεί, θα έχεις βρει τουλάχιστον κάποια «εύκολα» ψυχολογικά αναβολικά, όπως τα προαναφερθέντα. Διότι δεν χρειάζεται πάντα να επενδύονται στην ακροδεξιά βάσιμες ελπίδες, για κάτι απτό. Ίσα – ίσα, η έλλειψη ελπίδας μπορεί να θρέφει την ακροδεξιά περισσότερο και από τις ψευδαισθήσεις.
Η διπλή υποχώρηση που παρέχει ευκαιρίες
Η πέμπτη «χορηγία» του «ακραίου κέντρου» προς την ακροδεξιά μας παραπέμπει στο δεύτερο σκέλος μιας διαπίστωσης του Βόλφγκανγκ Στρεκ. Του Γερμανού κοινωνιολόγου που το 2013 εξήγησε στο βιβλίο του «Κερδίζοντας χρόνο» πώς και γιατί ο σύγχρονος καπιταλισμός θεωρεί πλέον «βαρίδια» το κοινωνικό κράτος και την αστική δημοκρατία. Το «χλόμιασμα», το ξέφτισμα και της δεύτερης είναι πασιφανές και στο εθνικό και (μιλώντας για την Ευρώπη) στο υπερ- εθνικό επίπεδο.
Και τι δεν έχουμε δει τα τελευταία 20 – 25 χρόνια, στην Ευρώπη… Δημοψηφίσματα να ακυρώνονται (2005), επειδή η έκβασή τους θα ήταν μη αρεστή στο διευθυντήριο της ΕΕ. Τους 30.000 «λομπίστες» που δρουν στις Βρυξέλλες να «μετρούν», στις λήψεις αποφάσεων, περισσότερο από τις βουλήσεις των λαών. Την Ελλάδα να κυβερνάται με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου για χάρη του οδοστρωτήρα των Μνημονίων. Τη γαλλική Εθνοσυνέλευση να παρακάμπτεται (με την επίκληση του συνταγματικού άρθρου 49.3), ώστε να θεσμοθετηθούν χωρίς ψηφοφορία κρίσιμα σχέδια που είχαν προσκρούσει στις σφοδρές αντιδράσεις της μεγάλης κοινωνικής πλειονότητας. Το έκανε ο «σοσιαλιστής» Ολάντ το 2016 για την εργασιακή «μεταρρύθμιση», ομοίως και ο Μακρόν το 2023 για το συνταξιοδοτικό. Και πολλά – πολλά ακόμη είδαμε…
Όσο παρέμεναν σε ισχύ κάποιοι βασικοί αστικοδημοκρατικοί κανόνες, η ακροδεξιά, ως έχουσα στο DNA της τον υπέρμετρο αυταρχισμό και τα ιστορικά «κληροδοτήματα» δικτατοριών, φάνταζε σε μεγάλο βαθμό παράταιρη και οπισθοδρομική. Τώρα, όχι και τόσο…
Η διπλή υποχώρηση – για να θυμηθούμε τον Στρεκ – του κοινωνικού κράτους και βασικών αρχών του αστικοδημοκρατικού «παιχνιδιού», επιτρέπει στην ακροδεξιά να παίζει «σε πολλά ταμπλό». Μπορεί απλώς να απαλλάσσεται από το στίγμα της παράταιρης: Αφού η δημοκρατία νοθεύεται, υποβαθμίζεται και το αντίστοιχο μειονέκτημα που βάραινε την ακροδεξιά στο πεδίο των αξιών και των αρχών. Εκεί που φάνταζε ξεπερασμένος παρίας, η ακροδεξιά μπορεί να δείχνει ακόμη και… προπομπός της φάσης, στην οποία εισέρχεται η καπιταλιστική «νεωτερικότητα» (η «δημοκρατικότητα» του ο «τραμπισμού» την αντιπροσωπεύει με αρκετή ευκρίνεια).
Τη διπλή αυτή υποχώρηση (κοινωνικού κράτους και δημοκρατίας) η ακροδεξιά έχει την ευχέρεια να την παρουσιάζει και ως απόδειξη για τα δικά της υποτιθέμενα «δίκια»: Εάν στους οικονομικά περίπλοκους και χαλεπούς καιρούς το πολιτικό mainstream… ξεφορτώνεται κάμποση δημοκρατία, σαν τον επιβάτη ενός αερόστατου που χάνει ύψος, μήπως κατά βάθος ομολογείται πως «η πολλή δημοκρατία μας έφερε ως εδώ»; Φταίει λοιπόν για όλα η εγγενής αδυναμία των «φαυλοκρατών δημοκρατών» κι όχι τα αδιέξοδα του οικονομικού – κοινωνικού συστήματος που υπηρετούν.
Επειδή όμως η σημερινή ακροδεξιά εμφανίζει διεθνώς – όπως προείπαμε – αξιοσημείωτη ευελιξία και ικανότητες προσαρμογής σε ειδικές συνθήκες, δεν λείπει από τους κόλπους της και το στοιχείο της λεκτικής… «υπεράσπισης» της δημοκρατίας. Πότε ως επίθεση, πχ όταν κάποιοι ακροδεξιοί «ευρωσκεπτικιστές» καταλογίζουν αντιδημοκρατικότητα στα όργανα της ΕΕ. Πότε ως άμυνα, όταν ακροδεξιά ή και ναζιστικά μορφώματα αντιμετωπίζουν διοικητικούς περιορισμούς ή και ποινικές καταδίκες.
Όλα τα χωράει η ακροδεξιά! Και την επιλεκτική «δημοκρατική» ευαισθησία. Και τους «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται». Και τον Πολωνό ευρωβουλευτή Γιάνους Κόρβιν-Μίκε, που τον Ιούλιο του 2015 στο Στρασβούργο… αναβάθμισε τις ημέτερες «ανάγκες» φωνάζοντας ότι η Ελλάδα χρειαζόταν «έναν Πινοσέτ» και χαιρετώντας ναζιστικά. Και τους Έλληνες ακροδεξιούς που επικρίνουν τον Μητσοτάκη επειδή χειραγωγεί απροκάλυπτα τη Δικαιοσύνη. Αλλά και εκείνους (ενίοτε είναι και τα ίδια πρόσωπα) που θαυμάζουν τον «τσαμπουκά» της Μελόνι, η οποία καθιστά «κρατική μεταρρύθμιση» τον πρόδηλο στόχο της να ελέγχει τις συνθέσεις και αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων. Ποιος είπε ότι στο ακροδεξιό «γκριζόμαυρο» περιβόλι δυσκολεύονται οι χαμαιλέοντες;
Λόγια του Τσόρτσιλ και γραπτό του Χίτλερ…
Η έκτη «χορηγία» μπορεί να συνοψιστεί σε ένα ρητορικό ερώτημα: Μα καλά, θα ήταν δυνατόν να μην επωφεληθεί ιδεολογικά η ακροδεξιά από τις νεο- αποικιοκρατικές πρακτικές, τις οποίες εν αφθονία ακολούθησε στον γεωπολιτικό στίβο η Δύση, ιδίως από τη χαραυγή του 21ου αιώνα; Δεν θα έβγαινε σίγουρα η ακροδεξιά κερδισμένη από αυτό το κράμα, το οποίο εμπεριέχει ισλαμοφοβία, αντιλήψεις που ουσιαστικά προσχωρούν στο – κατά Σάμιουελ Χάντικτον ή σε παραλλαγές – σχήμα του «πολέμου των πολιτισμών» και πολιτικές, οι οποίες δεν μπορούν να αντλήσουν ηθική νομιμοποίηση (ή και «καταστατική», τυπική), παρά μόνο στο «δίκιο» του ισχυρού;
Δεν χρειάζεται να ξοδευτεί χώρος και χρόνος για να μνημονευτούν τα ήδη γνωστά – ετσιθελικές επεμβάσεις με αστήρικτα προσχήματα (όπως «τα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ), ουσιαστική διάλυση χωρών της Μέσης Ανατολής, στήριξη στο Ισραήλ οτιδήποτε κι αν κάνει (με σποραδικές, ξέπνοες «διαμαρτυρίες» και «εκκλήσεις» άνευ αντικρίσματος), επαναφορά του «δόγματος Μονρόε» με πολλαπλάσια επιθετικότητα εκ μέρους των ΗΠΑ και ουσιαστική αποδοχή του, εκ μέρους της ΕΕ.
Τον Οκτώβριο του 1983, όταν – επί προεδρίας Ρίγκαν – οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στη Γρενάδα, ακόμη και η Θάτσερ επέκρινε καθαρά την επιδρομή. Τώρα που ο Τραμπ άρπαξε τα πετρέλαια της Βενεζουέλας (διότι μπορεί, άρα… το δικαιούται), οι όποιες κριτικές ακούστηκαν εκ μέρους της Ευρώπης ήταν τόσο βελούδινες και ήπιες, όσο θα ηχούσαν οι παρατηρήσεις ενός γείτονα στον φίλο του, που παρκάρισε λίγο στραβά το ΙΧ του. Για να μην αναφερθούμε σε δηλώσεις – τύπου Μητσοτάκη και Μελόνι – καθαρής στήριξης στην «πειρατεία». Όσο για το διεθνές δίκαιο, ναι, το θυμήθηκαν, αλλά μόνο για τη Γροιλανδία…
Συμπέρασμα: Οι «παρακατιανοί» και οι αδύναμοι θα πρέπει να υποτάσσονται στη μοίρα τους, ή μάλλον στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των δυνατών. Κατά κάποιο τρόπο, ο «κοινωνικός δαρβινισμός» μεταφέρεται στο διεθνές στερέωμα και γίνεται γεωπολιτικός και φυλετικός «δαρβινισμός».
Το 1937, καταθέτοντας σε εξεταστική επιτροπή για τη σφαγή Παλαιστινίων από Βρετανούς, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ αποσαφήνισε τις πεποιθήσεις του: «Δεν πιστεύω ότι ο σκύλος μέσα στο μαντρί έχει το τελικό δικαίωμα στο μαντρί, έστω κι αν ξάπλωνε εκεί για πολύ καιρό. Δεν παραδέχομαι, για παράδειγμα, ότι υπέστησαν κάποια μεγάλη αδικία οι Ερυθρόδερμοι της Αμερικής ή οι Αβορίγινες της Αυστραλίας, επειδή μια ισχυρότερη ράτσα, πιο σοφή για τα πράγματα του κόσμου, ήρθε και πήρε τη θέση τους».
Δεν πρωτοτύπησε φυσικά ο Τσόρτσιλ, το 1937. Δεκατρία χρόνια νωρίτερα κάποιος άλλος ανέφερε: «Η πρόοδος της ανθρωπότητας μπορεί να παρομοιαστεί με το ανέβασμα μιας σκάλας. Για να φτάσεις το ανώτερο επίπεδο πρέπει οπωσδήποτε να σκαρφαλώσεις το κατώτερο». Ήταν ο Χίτλερ, όταν έγραφε το «Μein Kampf» και πραγματευόταν το κεφάλαιο «Ο Λαός και η Φυλή».
Είναι κάπως δύσκολο να δικαιώσει κάποιος – με τις επιλογές και τους γεωπολιτικούς προσανατολισμούς του – τη λογική του «αποδεκτού» Τσόρτσιλ, χωρίς να «πριμοδοτήσει» και την αντίστοιχη του Χίτλερ…

