Ρίχνοντας μια επιπόλαιη ματιά στα πράγματα, ίσως θα συμπέραινε κάποιος ότι είναι αμελητέα η σημασία της διαρκούς γκρίνιας και των τσακωμών που χαρακτηρίζουν – εδώ και αρκετό καιρό – το τοπίο εντός της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ). Και ναι, υπό μία έννοια όλα τούτα τα έχουμε αρκετές φορές δει στο αστικό πολιτικό παιχνίδι: Βουλευτές ανήσυχους (πρωτίστως για το αν θα εκλεγούν ξανά), όψιμες στροφές στη «λαϊκότητα», περισσότερες «φυγόκεντρες δυνάμεις» – κάτι που είθισται, όταν ο εκάστοτε «άναξ» – αρχηγός – γίνεται λιγότερο ισχυρός. Όμως…
Όμως υπάρχει ένα δεδομένο που δεν πρέπει να προσπεραστεί: Σε αντίθεση με ό,τι κατά κανόνα συνέβαινε ως τώρα, τούτη την περίοδο τα (καθ’ υπερβολή λεγόμενα) «αντάρτικα» εντός της ΝΔ δεν θέτουν στο στόχαστρό τους κάποια επί μέρους νομοθετική ρύθμιση, ούτε κάποιο συγκεκριμένο «στραβοπάτημα» κυβερνητικού στελέχους. Αυτή τη φορά αμφισβητείται, ουσιαστικά, η αρτιότητα, αλλά και η αποτελεσματικότητα του ίδιου του «επιτελικού κράτους». Αμφισβητείται, δηλαδή, ένα βασικό ιδεολόγημα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αμφισβητείται η λειτουργικότητα ενός βασικού δημιουργήματος του εγχώριου νεοφιλελεύθερου μοντέλου.
Υπάρχουν δύο τρόποι να τα κρίνουμε όλα αυτά. Ο πρώτος θα ήταν να προτάξουμε ένα «ε, και;», θεμελιωμένο στον καιροσκοπισμό του εσωκομματικού «αντάρτικου». Βουλευτές που στήριξαν αναρίθμητες αντιλαϊκές ρυθμίσεις, τώρα… θυμούνται ότι οι τεχνοκράτες της κυβέρνησης αδιαφορούν για τις ανάγκες και τις αγωνίες του κόσμου. Κι η αλήθεια είναι ότι πρωτίστως διαμαρτύρονται για τον δικό τους παραγκωνισμό, όχι μόνο στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, αλλά και στον εκλογικό στίβο. Κυρίως εκεί εδράζονται οι μομφές τους για τα τεχνοκρατικά «αρχοντόπουλα» (ωραίον όρο σκαρφίστηκαν, πάντως), τα οποία χωρίς να εκλεγούν τοποθετούνται σε κυβερνητικούς θώκους και κατόπιν, είτε διεκδικούν τη λαϊκή ψήφο με τα ακαταμάχητα εφόδια που προσφέρει η ιδιότητά τους είτε – σιγουριάς συνέχεια – βρίσκουν εκλόγιμες θέσεις στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.
Ο δεύτερος (και σωστός) τρόπος να τα αξιολογήσουμε όλα τούτα είναι να δούμε, πέρα από τα κίνητρα, το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της παραδοχής. Των εκ των έσω ομολογιών – έστω και των επί μέρους – για το «επιτελικό κράτος». Το οποίο «γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία», καθώς «στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες». Το «επιτελικό κράτος» που πλέον ευνοεί «την παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης». Κι αυτή «ούτε τόσο αποτελεσματική είναι σε περιόδους ομαλότητας, ούτε θεσμικά υπεύθυνη, ούτε βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους πολίτες». (Από την ανοιχτή επιστολή των βουλευτών Ζεμπίλη, Κατσανιώτη, Μπαραλιάκου, Οικονόμου, Παππά).
«Για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ η Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν ενημερώθηκε, αλλά εγώ ψήφισα για να μη δημιουργήσω πρόβλημα», είπε ο βουλευτής Κατσανιώτης αργότερα (Πέμπτη, 7/5/2026), στην πρόσφατη συνεδρίαση της ΚΟ. Τοποθέτηση ενδεικτική της λογικής του «λέμε ό,τι έχουμε να πούμε, αλλά υπογραμμίζουμε πως παραμένουμε στρατιώτες της παράταξης…»
«Οι άχρηστοι φορούν το σακάκι του τεχνοκράτη…»
Κατά καιρούς οι διατυπώσεις και οι εκφράσεις είναι λιγότερο… μετρημένες. Πχ, αν θυμηθούμε τι λεγόταν στην ΚΟ της ΝΔ τον περασμένο Νοέμβριο, όταν αποφασίστηκε το κλείσιμο περισσότερων από 200 καταστημάτων των ΕΛΤΑ, θα ανασύρουμε στη μνήμη μας και εκφράσεις όπως: «Όποιος θέλει να καλύπτει το πουκάμισο της αχρηστίας φοράει το σακάκι του τεχνοκρατισμού». «Δεν έχετε έστω και την ελάχιστη ενσυναίσθηση – ξεχείλισε το ποτήρι», «Έχουμε προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όχι τεχνοκρατική δημοκρατία. Ποιοι είστε και πώς την έχετε δει;»
Κι ακόμη: «Εσείς οι τεχνοκράτες εάν ρωτήσετε έναν απόφοιτο γυμνασίου θα σας πει ότι στα δύο χρόνια του Covid όλες οι courier έκαναν χρυσές δουλειές και ανοίξανε άπειρες courier και έρχεστε σήμερα να μας πείτε ότι πρέπει να κλείσουν 200 καταστήματα γιατί τα ΕΛΤΑ είναι ζημιογόνα. Ε θα σας πουν άχρηστους παντελώς». (Αναλυτικότερα, εδώ).
Ακριβώς επειδή η κριτική στο «επιτελικό κράτος» δεν αφορά ένα περιφερειακό ζήτημα, στην πρόσφατη συνεδρίαση της ΚΟ ο Δημήτρης Μαρκόπουλος, ως «θεματοφύλακας» της γραμμής, ανέλαβε να… συνετίσει την ομήγυρη: «Καμιά φορά πριονίζουμε το κλαδί που καθόμαστε και πληγώνουμε το δέντρο, το οποίο είναι το επιτελικό κράτος, ένα επίτευγμα μας που δοκιμάστηκε και έχει πετύχει».
Τι είναι, λοιπόν, αυτό το «επιτελικό κράτος»;
Προτού δούμε όμως προσεκτικότερα τι ενοχλεί περισσότερο τους… άτακτους «γαλάζιους» βουλευτές ως προς το μέχρι χθες… καθολικώς εξυμνούμενο «επιτελικό κράτος», ας διαπιστώσουμε πού ακριβώς αυτό έγκειται.
«Επιτελικό κράτος» είναι κατά βάση το «επιχειρηματικό κράτος», βαφτισμένο… πιο όμορφα. Είναι το κράτος που αφενός ευνοεί κυνικά τις «δυνάμεις της αγοράς» συρρικνώνοντας ενσυνείδητα την έννοια του δημόσιου αγαθού και τις αντίστοιχες δικές του υποχρεώσεις και ζώνες ευθύνης (σε Υγεία, Παιδεία, κλπ) και αφετέρου έχει «εσωτερικεύσει» στην ίδια τη λειτουργία του τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Κάπως έτσι «δικαιολογείται» κιόλας, οι δε «δικαιολογίες» επιμηκύνονται και εκεί που ούτε τυπικά στέκουν…
Παράδειγμα: Στο προαναφερθέν ζήτημα των ΕΛΤΑ η καρατόμηση έγινε στο όνομα του κόστους, όμως στην Αττική «προγράφηκαν» δεκάδες καταστήματα, των οποίων οι ισολογισμοί πρόδιδαν κερδοφορίες, από ικανοποιητικές έως και ζηλευτές. Με τα έσοδα, συνολικά για 31 «προγραμμένα» καταστήματα των ΕΛΤΑ στην Αττική, να είναι 2,5 φορές περισσότερα των εξόδων.
«Επιτελικό κράτος» είναι αυτό που χρησιμοποιεί πλημμυρίδες απ’ ευθείας αναθέσεων, ώστε η πολιτική εξουσία να σφυρηλατεί τις σχέσεις της με διάφορα διαζώματα της επιχειρηματικής πυραμίδας. Άλλο αν αυτές τις διαπλοκές δυσκολεύεται να τις αναγνωρίζει ως νοσηρές πελατειακές σχέσεις η κυρίαρχη πολιτική ηθογραφία της εποχής μας.
Το «επιτελικό κράτος» δεν νοιάζεται για το κόστος αυτής του της… λατρεμένης του ενασχόλησης, έστω και αν το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει ότι οι επιβαρύνσεις των δημόσιων ταμείων φθάνουν, έτσι, να είναι έως και αρκετές δεκάδες φορές μεγαλύτερες (ναι, δεκάδες!) εκείνων που προέκυψαν, για όμοια έργα, σε διαδικασίες διαγωνισμών. Μάλλον δεν εκπλήσσει κανέναν αυτό, καθώς τα παραμυθάκια της Χαλιμάς περί της υποτιθέμενης ευαισθησίας των νεοφιλελεύθερων για «την τσέπη των φορολογούμενων» είχαν ξεθωριάσει στην Ελλάδα από τις ημέρες της διακυβέρνησης του πατρός Μητσοτάκη (αλήθεια, ξεχνά κανείς ποια φορολογία στα καύσιμα θεσπίστηκε το 1992;).
«Επιτελικό κράτος» είναι αυτό που, κατά τα τελευταία χρόνια, κρατά πάνω – κάτω στα ίδια επίπεδα τον συνολικό αριθμό των εργαζόμενων στον δημόσιο τομέα (ανεβάζοντας και τον ηλικιακό μέσο όρο των υπαλλήλων σε επίπεδα άνω των 50 ετών) , αλλά ανάμεσα στο 2019 και το 2025 αυξάνει κατά 51% τους μετακλητούς που απασχολούνται στα υπουργεία, στη Βουλή, στην προεδρία και σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (εδώ). Είναι αυτό που ευαγγελίζεται μια «μικρότερη και πιο ευέλικτη» δημόσια διοίκηση, αλλά ξοδεύει 87 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για να αυξάνει τους διορισμούς της λεγόμενης «άμεσης πολιτικής επιρροής».
Για την απαλλαγή από τα δυο «βαρίδια»…
Στην λειτουργία του, το «επιτελικό κράτος» ρέπει προς μια ανελαστική «συγκέντρωση και συγκεντροποίηση» αρμοδιοτήτων και θεσμικής ισχύος. Υπό αυτήν την έννοια, μοιάζει να μεταφέρει στο θεσμικό – πολιτικό πεδίο το αντίστοιχο μοντέλο που ο νεοφιλελευθερισμός ενσαρκώνει στους τομείς της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, με τη συγκέντρωση πλούτου σε λιγότερα χέρια. Σαν να λέμε ένα «σχέδιο Πισσαρίδη», αλλά πολιτικό. Γιατί το κάνει; Διότι το χρειάζεται. Για να λειτουργεί συνεχώς σαν σε συνθήκες «εκτάκτου ανάγκης», παρακάμπτοντας όσους και ό,τι «πρέπει».
Η πρωτοκαθεδρία των τεχνοκρατών έναντι των βουλευτών, οι οποίοι σε τελική ανάλυση είναι αναγκασμένοι να ακούν κάποια εκλογική βάση (και ενίοτε να «τα ακούν» από αυτήν- τη μία για τα ΕΛΤΑ, την άλλη για την κατάσταση στον πρωτογενή τομέα και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την τρίτη για την ακρίβεια κοκ), είναι η λογική εξέλιξη ενός συστήματος διακυβέρνησης που ολοένα και λιγότερα υπόσχεται στην κοινωνία – τουλάχιστον με κάποια πειστικότητα και αληθοφάνεια. Ενός συστήματος διακυβέρνησης που ολοένα και λιγότερο ακούει την κοινωνία.
Το σύστημα αυτό παρέχει πλήρη προστασία στους «επιτελάρχες» που ενσαρκώνουν τον συγκεντρωτισμό του. Ο (κάθε) Άκης Σκέρτσος δεν χρειάζεται να ανησυχεί για το πώς κρίνουν οι κυβερνώμενοι τις εφαρμοσμένες ιδέες του – κι αν τον «περιλάβουν» βουλευτές της ΝΔ, τον καλύπτει ο πρωθυπουργός. Ο δε Κυριάκος Μητσοτάκης, που είχε φροντίσει ν’ αναλάβει προσωπικά επικεφαλής της ΕΥΠ, στην υπόθεση των υποκλοπών προστατεύεται από την ασπίδα μιας… επιτελικά στρατευμένης «Δικαιοσύνης», η οποία πασχίζει να εξαφανίσει το ίδιο το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων από το προσκήνιο. Όλα «τακτοποιημένα» και «νοικοκυρεμένα»…
Στην ουσία το «επιτελικό κράτος» δομήθηκε έτσι, ώστε να εξυπηρετήσει – λαμβάνοντας υπόψη τις εγχώριες συνθήκες και ιδιαιτερότητες – αυτό που κατά τη διαπίστωση του Γερμανού κοινωνιολόγου Βόλφγκανγκ Στρεκ επιδιώκει ο σύγχρονος ευρωπαϊκός καπιταλισμός, μετά την κρίση του 2008. Δηλαδή, να απαλλαγεί από δυο χρόνια «βαρίδια», την αστική δημοκρατία και το πάλαι ποτέ ακμαίο «κοινωνικό κράτος».
Παραδοχές λειψές, μα δυνάμει αξιοποιήσιμες
Αυτή είναι η πραγματικότητα για το «επιτελικό κράτος». Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του, αυτές οι «πρώτες ύλες του», αυτή η «υψηλή αποστολή» του. Θα ήταν ασφαλώς… τρελό να περιμένουμε από τους δυσφορούντες βουλευτές της ΝΔ να τα αναγνωρίσουν όλα τούτα. Ας συγκρατήσουμε όμως τις παραδοχές, οι οποίες εμπεριέχονται σε όσα λένε. Πέρα, φυσικά, από τη γκρίνια για το «ρίξιμο» που έχουν υποστεί, προς όφελος των τεχνοκρατικών «αρχοντόπουλων».
Να το πούμε κι αλλιώς: Δεν θα ακούγονταν σήμερα αυτά τα ψήγματα αλήθειας στους κόλπους των βουλευτών της ΝΔ, εάν δεν είχε αποδειχθεί η αναποτελεσματικότητα του «επιτελικού κράτους» – σε αρκετούς τομείς – και σε «ψυχρό», διαχειριστικό επίπεδο. Δεν θα ακούγονταν, ακόμη, εάν δεν είχαν φθαρεί τόσα «θεωρήματα», με τα οποία το «επιτελικό κράτος» συνδέθηκε άμεσα – είτε οργανωτικά είτε «τελεολογικά».
Δεν θα ακούγονταν, εάν δεν είχε μειωθεί κατακόρυφα ο αριθμός των ανθρώπων που κρίνουν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις έφεραν καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες (το πιστοποιούν ευρήματα δημοσκοπήσεων, στα οποία κυριαρχούν οι εκ διαμέτρου αντίθετες διαπιστώσεις).
Δεν θα ακούγονταν, εάν τα βαρύγδουπα «άλφα» της «αξιολόγησης», της «αξιοκρατίας» και της «αριστείας» δεν τα γελοιοποιούσαν και περιπτώσεις όπως του Μακάριου Λαζαρίδη. Δεν θα ακούγονταν, εάν η ακρίβεια δεν σάρωνε τα πάντα και η στέγαση δεν είχε γίνει μαζικός εφιάλτης, δίχως τέλος.
Δεν θα ακούγονταν, εάν η ύπαιθρος δεν ένιωθε τόσο εγκαταλελειμμένη και απειλούμενη από ερημοποίηση. Κάτι σχετικό μάλλον θα εννοούσε ο Ν. Παναγιωτόπουλος όταν έλεγε, στην τελευταία συνεδρίαση της ΚΟ της ΝΔ, «άλλο είναι να ιδρώνεις τη φανέλα στο λεκανοπέδιο κι άλλο στην περιφέρεια».
Οι παραδοχές που ακούγονται είναι φυσικά λειψές και «αμπαλαρισμένες» στη λογική ενός δεξιότατου κόμματος. Είναι όμως και δυνάμει χρήσιμες στις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις με τις «συστημικές» δυνάμεις. Αρκεί να καταδειχθεί με πειστικότητα ότι τα αδιέξοδα στα οποία παραπέμπουν, για την κοινωνία είναι απείρως σοβαρότερα από την αγανάκτηση ορισμένων βουλευτών που «τους έχει γραμμένους» ο Α. Σκέρτσος.

