Καπιταλισμός και «εκπαίδευση»
Δύο δεκαεπτάχρονες μαθήτριες στην Ηλιούπολη έπεσαν στο κενό πιασμένες χέρι-χέρι λίγες μόλις ημέρες πριν από τις πανελλαδικές εξετάσεις. Η μία έχασε τη ζωή της και η άλλη δίνει μάχη να επιβιώσει. Στα προσωπικά τους γραπτά και στις δημόσιες αναφορές εμφανίζονται η κατάθλιψη, ο φόβος της αποτυχίας, η ψυχική εξάντληση και η αίσθηση ότι «δεν αντέχουν άλλο αυτόν τον κόσμο».
Η τραγωδία της Ηλιούπολης δεν ανέδειξε μόνο την ψυχική κατάρρευση δύο εφήβων κοριτσιών αλλά και την ιδεολογική γύμνια του ίδιου του επίσημου κρατικού λόγου απέναντι στη νεανική οδύνη. Ενώ η δημόσια συζήτηση συγκλονιζόταν από το γράμμα της μίας μαθήτριας και από την αγωνία χιλιάδων οικογενειών, κυβερνητικά στελέχη επέλεξαν να υπερασπιστούν πρωτίστως το «αδιάβλητο» των πανελλαδικών εξετάσεων και να προτείνουν ως λύση την επέκταση της αξιολόγησης σε ακόμη περισσότερες τάξεις του Λυκείου. Έτσι όμως αποκαλύφθηκε με σχεδόν κυνικό τρόπο η βαθύτερη λογική του σύγχρονου εξετασιοκεντρικού σχολείου. Απέναντι σε μια κοινωνική κραυγή αγωνίας η απάντηση δεν ήταν η αποσυμπίεση, η παιδαγωγική στήριξη ή η αμφισβήτηση του ανταγωνιστικού μοντέλου αλλά η περαιτέρω γενίκευση της εξεταστικής πειθάρχησης.
Το άγχος δεν αντιμετωπίζεται αλλά διαχέεται σε ολόκληρη τη σχολική ζωή ως κανονική και επιθυμητή συνθήκη. Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν στην Ελλάδα οι αναφορές σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, απόπειρες αυτοκτονίας, σοβαρές καταθλιπτικές εκδηλώσεις και κρίσεις πανικού σε μαθητές και εφήβους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων. Πίσω από αυτές τις τραγωδίες δεν βρίσκεται μόνο η ατομική ψυχική οδύνη, αλλά και ένα κοινωνικό περιβάλλον ακραίας ανασφάλειας, ανταγωνισμού και υπαρξιακού φόβου για το μέλλον, το οποίο η κυρίαρχη δημόσια συζήτηση επιχειρεί συχνά να αποπολιτικοποιήσει παρουσιάζοντάς το αποκλειστικά ως πρόβλημα «ανθεκτικότητας» ή «διαχείρισης άγχους».
Η ελληνική εκπαίδευση δεν μπορεί να κατανοηθεί ουδέτερα, σαν ένας αυτόνομος θεσμός μετάδοσης γνώσεων αποκομμένος από τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες λειτουργεί. Το σχολείο, το λύκειο, οι πανελλαδικές εξετάσεις, τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα μαθήματα, οι ταξικές διαδρομές προς το πανεπιστήμιο και οι ψυχικές συνέπειες της σχολικής αποτυχίας συγκροτούν ένα ενιαίο πεδίο, το πεδίο του εκπαιδευτικού καπιταλισμού. Με τον όρο αυτό δεν εννοούμε απλώς την ύπαρξη ιδιωτικών επιχειρήσεων στην εκπαίδευση. Εννοούμε τη βαθύτερη υπαγωγή της μόρφωσης στις λογικές της αγοράς, του ανταγωνισμού, της ατομικής επίδοσης, της αξιολόγησης, της πιστοποίησης και της κοινωνικής επιλογής.
Στις σύγχρονες κοινωνίες η εκπαίδευση δεν λειτουργεί μόνο ως πεδίο μετάδοσης γνώσεων αλλά και ως μηχανισμός διαμόρφωσης συμπεριφορών, προσδοκιών και μορφών κοινωνικής προσαρμογής. Από τη μία πλευρά παράγει δεξιότητες, πειθαρχίες, γνώσεις και εργασιακές ικανότητες που είναι αναγκαίες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Από την άλλη πλευρά μεταδίδει μορφές ιδεολογικής ενσωμάτωσης, την πίστη στην ατομική ευθύνη, την αποδοχή της ιεραρχίας, την εσωτερίκευση της αποτυχίας και την ιδέα ότι οι κοινωνικές ανισότητες αποτελούν αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας ή προσωπικής ανεπάρκειας. Αυτή η διπλή λειτουργία αναδεικνύεται καθαρά τόσο στις μαρξιστικές αναλύσεις της εκπαίδευσης όσο και στις κριτικές προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το σχολείο ως μηχανισμό κοινωνικής αναπαραγωγής. Χαρακτηριστική είναι η συμβολή του Pierre Bourdieu, ο οποίος έδειξε ότι το σχολείο δεν επιβραβεύει απλώς την «ικανότητα», αλλά επιβραβεύει πρωτίστως το πολιτισμικό κεφάλαιο των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων. Με αυτόν τον τρόπο η ταξική ανισότητα εμφανίζεται ως φυσική διαφοροποίηση επιδόσεων.
Στην ελληνική περίπτωση ο μηχανισμός αυτός αποκτά ακραία μορφή μέσα από το εξετασιοκεντρικό σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων. Οι πανελλαδικές δεν αποτελούν απλώς μία διαδικασία εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αποτελούν έναν ευρύτερο κοινωνικό μηχανισμό ταξινόμησης, αποκλεισμού και πειθάρχησης. Ολόκληρη η σχολική ζωή αναδιοργανώνεται γύρω από την εξεταστική επιτυχία. Η γνώση μετατρέπεται σε μετρήσιμο κεφάλαιο βαθμολογικής απόδοσης και η εκπαιδευτική διαδικασία περιορίζεται στην απομνημόνευση, στην τεχνική εξάσκηση και στην πειθαρχημένη προσαρμογή στις απαιτήσεις της εξέτασης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα δεν αποτελούν μία εξωτερική παθολογία του εκπαιδευτικού συστήματος. Αποτελούν οργανικό στοιχείο του. Το ελληνικό σχολείο είναι δομικά συνδεδεμένο με τη φροντιστηριακή εκπαίδευση. Η ύπαρξη ενός παράλληλου ιδιωτικού εκπαιδευτικού μηχανισμού δεν είναι ιστορικό ατύχημα αλλά αναγκαία συνέπεια ενός ανταγωνιστικού και εξετασιοκεντρικού μοντέλου. Όσο περισσότερο το σχολείο λειτουργεί ως μηχανισμός αξιολόγησης και διαλογής τόσο περισσότερο οι οικογένειες αναγκάζονται να αγοράζουν πρόσθετο εκπαιδευτικό χρόνο και πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη.
Τα φροντιστήρια ως θεσμός και η εμπορευματοποίηση της ανασφάλειας.
Το φροντιστήριο δεν είναι μόνο ένας χώρος διδασκαλίας. Είναι μια μορφή εμπορευματοποίησης της αγωνίας. Η κοινωνική ανασφάλεια, η ανεργία, η επισφαλής εργασία και η συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων καθιστούν την πανεπιστημιακή επιτυχία σχεδόν υπαρξιακό στόχο για μεγάλο μέρος των λαϊκών οικογενειών. Η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση εμφανίζεται ως υπόσχεση κοινωνικής κινητικότητας, ακόμη και όταν η ίδια η αγορά εργασίας αδυνατεί πλέον να εγγυηθεί σταθερή επαγγελματική αποκατάσταση στους αποφοίτους. Έτσι το φροντιστήριο μετατρέπεται σε αναγκαία επένδυση επιβίωσης μέσα σε μια κοινωνία που μεταθέτει ολοένα και περισσότερο την ευθύνη του μέλλοντος στο άτομο και στην οικογένεια.
Η εκπαιδευτική ανισότητα επομένως δεν αφορά μόνο τη διαφορετική πρόσβαση στη γνώση. Αφορά και τη διαφορετική δυνατότητα αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Οι οικονομικά ισχυρότερες οικογένειες διαθέτουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε ακριβότερα φροντιστήρια, σε ιδιαίτερα μαθήματα, σε ψηφιακά εργαλεία, σε ξενόγλωσση υποστήριξη και σε ένα ευρύτερο μορφωτικό περιβάλλον που διευκολύνει την επιτυχία. Αντίθετα οι μαθητές των λαϊκών τάξεων καλούνται να ανταγωνιστούν άνισα μέσα σε ένα σύστημα που εμφανίζει την κοινωνική ανισότητα ως ατομική αποτυχία.
Εδώ ακριβώς αναδύεται η ιδεολογία της «αριστείας». Η αριστεία στον καπιταλισμό δεν είναι ουδέτερη ηθική αξία ούτε απλή αναγνώριση της προσπάθειας. Συνιστά ιδεολογικό μηχανισμό νομιμοποίησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Το εξεταστικό σύστημα παρουσιάζει τους επιτυχημένους ως άξιους και τους αποτυχημένους ως ανεπαρκείς, αποκρύπτοντας τις άνισες κοινωνικές αφετηρίες. Με αυτόν τον τρόπο η ταξική βία μετατρέπεται σε ηθική αξιολόγηση του ατόμου.
Η διαρκής αναπαραγωγή του εξετασιοκεντρικού μοντέλου στην Ελλάδα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα οικονομικά συμφέροντα που αναπτύσσονται γύρω από τη φροντιστηριακή αγορά. Οι μεγάλοι φροντιστηριακοί όμιλοι αποτελούν πλέον έναν ισχυρό ιδιωτικό εκπαιδευτικό μηχανισμό με σημαντική οικονομική, επικοινωνιακή και πολιτική επιρροή, διατηρώντας συχνά άμεσες ή έμμεσες σχέσεις με κρατικούς φορείς, εκπαιδευτικά κέντρα λήψης αποφάσεων και μέσα ενημέρωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν κάθε αλλαγή στο εξεταστικό σύστημα συνοδεύεται από νέες μορφές κερδοφορίας για τη φροντιστηριακή βιομηχανία μέσω της αύξησης της αβεβαιότητας, της εντατικοποίησης της ύλης και της διεύρυνσης της ανάγκης για εξωσχολική υποστήριξη. Έτσι, το ίδιο το κράτος, αντί να αποδυναμώνει την παραπαιδεία, συχνά αναπαράγει αντικειμενικά τις συνθήκες ύπαρξής της, μετατρέποντας την εκπαιδευτική αγωνία χιλιάδων οικογενειών σε πεδίο ιδιωτικής κερδοφορίας.
Η ψυχολογικοποίηση της επιτυχίας και η «αποπολιτικοποίηση» της οδύνης.
Η έννοια της αποτυχίας αποκτά επομένως βαθιά πολιτικό χαρακτήρα. Στον καπιταλιστικό πολιτισμό η αποτυχία δεν βιώνεται απλώς ως προσωρινή δυσκολία αλλά ως προσωπικό έλλειμμα αξίας. Ο μαθητής που αποτυγχάνει στις πανελλαδικές δεν αισθάνεται μόνο ότι δεν πέτυχε έναν εκπαιδευτικό στόχο. Συχνά αισθάνεται ότι απέτυχε ως πρόσωπο, ως υποκείμενο, ως κοινωνική ύπαρξη. Η ίδια η κοινωνία οργανώνει συμβολικά αυτή την εμπειρία. Η επιτυχία ταυτίζεται με την αναγνώριση, την κοινωνική αποδοχή και την υπόσχεση ενός «καλού μέλλοντος», ενώ η αποτυχία συνδέεται με τη ντροπή, την ενοχή και την αίσθηση κοινωνικής υποβάθμισης.
Η ισχύς όμως του σύγχρονου εξετασιοκεντρικού μοντέλου δεν βασίζεται μόνο στον εξωτερικό καταναγκασμό αλλά και στη βαθιά εσωτερίκευση των αξιών του. Οι ίδιοι οι μαθητές, οι οικογένειες και συχνά οι εκπαιδευτικοί μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται την αδιάκοπη αξιολόγηση, τον ανταγωνισμό και τη συνεχή πίεση ως φυσικές και αναπόφευκτες συνθήκες ζωής. Η κοινωνική επιτυχία παρουσιάζεται όχι απλώς ως επιθυμητός στόχος αλλά ως ηθική υποχρέωση απέναντι στον εαυτό και στην οικογένεια. Έτσι, η πειθάρχηση δεν επιβάλλεται μόνο εξωτερικά από τους θεσμούς αλλά λειτουργεί και εσωτερικά, μέσα από την ίδια την επιθυμία του υποκειμένου να αναγνωριστεί, να επιτύχει και να αποδείξει την αξία του. Ο σύγχρονος μαθητής δεν εκπαιδεύεται μόνο να υπακούει αλλά και να αυτοελέγχεται, να αυτοαξιολογείται και να βιώνει διαρκώς τον εαυτό του ως ατομικό σχέδιο επίδοσης και βελτιστοποίησης.
Η ψυχική πίεση που βιώνουν χιλιάδες μαθητές στην περίοδο των πανελλαδικών εξετάσεων δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά με ψυχολογικούς όρους. Η ματαίωση, το άγχος, η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού και σε ακραίες περιπτώσεις οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές δεν αποτελούν ατομικές δυσλειτουργίες αποκομμένες από το κοινωνικό πλαίσιο. Αποτελούν κοινωνικά παραγόμενα φαινόμενα. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία απαιτεί από τον νέο άνθρωπο να λειτουργεί διαρκώς ως επιχείρηση του εαυτού του. Να επενδύει συνεχώς στον εαυτό του, να αξιολογείται διαρκώς, να ανταγωνίζεται ασταμάτητα και να θεωρεί αποκλειστικά προσωπική του ευθύνη κάθε επιτυχία ή αποτυχία.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται και ο ιδεολογικός ρόλος της ψυχολογικοποίησης. Ακόμη και μπροστά σε περιστατικά ακραίας ψυχικής κατάρρευσης, ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος επιμένει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα κυρίως ως ζήτημα ατομικής «ανθεκτικότητας», «διαχείρισης άγχους» ή προσωπικής ψυχολογικής ευαλωτότητας.
Η ίδια η κοινωνική βία του εξεταστικού ανταγωνισμού εξαφανίζεται από το προσκήνιο. Αντί να τεθεί υπό αμφισβήτηση ένα σχολείο που οργανώνει τη ζωή των εφήβων γύρω από τη διαρκή αξιολόγηση και τον φόβο της αποτυχίας, η συζήτηση μετατοπίζεται στην ψυχική επάρκεια των μαθητών. Με αυτόν τον τρόπο η κοινωνικά παραγόμενη οδύνη ιδιωτικοποιείται και αποπολιτικοποιείται. Η κατάθλιψη, η ματαίωση και η εξάντληση παρουσιάζονται ως ατομικά προβλήματα προσαρμογής και όχι ως συνέπειες ενός κοινωνικού συστήματος που μετατρέπει ακόμη και τη μόρφωση σε πεδίο ακραίου ανταγωνισμού.
Όσο περισσότερο η οδύνη ερμηνεύεται αποκλειστικά ως ατομική δυσκολία διαχείρισης, τόσο περισσότερο αόρατες γίνονται οι κοινωνικές συνθήκες που παράγουν ανασφάλεια, φόβο και διαρκή αίσθηση ανεπάρκειας. Αντί να αμφισβητείται η δομή ενός σχολείου που μετατρέπει τους εφήβους σε εξεταστικές μηχανές, αμφισβητείται η ψυχική επάρκεια των μαθητών. Αντί να τίθεται στο επίκεντρο η κοινωνική αγριότητα ενός συστήματος που συνδέει την ανθρώπινη αξία με τη βαθμολογία, το πρόβλημα αναζητείται στην ατομική διαχείριση των συναισθημάτων.
Μέρος της ευθύνης αφορά και τον τρόπο με τον οποίο ασκείται σήμερα συχνά η ίδια η επιστήμη της ψυχολογίας. Όταν η ψυχική οδύνη αποσυνδέεται από τις κοινωνικές, εκπαιδευτικές και οικονομικές συνθήκες που τη γεννούν, η ψυχολογία κινδυνεύει να λειτουργήσει όχι ως πεδίο κατανόησης αλλά ως μηχανισμός προσαρμογής του ατόμου σε μια παθολογική πραγματικότητα. Η υπερβολική έμφαση στην «ανθεκτικότητα», στην αυτοδιαχείριση και στην ατομική ευθύνη μεταθέτει το βάρος από τις κοινωνικές δομές στον ψυχισμό του ίδιου του υποκειμένου, ιδιωτικοποιώντας έτσι μια συλλογικά παραγόμενη οδύνη. Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχολογική γνώση κινδυνεύει να απολέσει τον κριτικό και κοινωνικό της χαρακτήρα και να ενσωματωθεί στη λογική μιας κοινωνίας που απαιτεί από τους ανθρώπους όχι να αλλάζουν τις συνθήκες ζωής τους αλλά να προσαρμόζονται διαρκώς σε αυτές.
Συμπέρασμα
Η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία δεν παράγει μόνο οικονομικές ανισότητες αλλά και ψυχικές μορφές αλλοτρίωσης. Η συνεχής αξιολόγηση, η κουλτούρα της επίδοσης, η εμμονή με την παραγωγικότητα και η διαρκής σύγκριση δημιουργούν ένα καθεστώς μόνιμης ανεπάρκειας. Ο νέος άνθρωπος εκπαιδεύεται να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως διαρκές project βελτιστοποίησης. Η αποτυχία επομένως δεν βιώνεται ως φυσικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά ως προσωπική ήττα χωρίς δικαίωμα κοινωνικής κατανόησης.
Το ελληνικό σχολείο ενσωματώνει όλο και περισσότερο αυτή τη λογική. Η εντατικοποίηση της μάθησης, η ποσοτικοποίηση της επίδοσης, η συνεχής αξιολόγηση και η μετατροπή της γνώσης σε εξεταστικό εμπόρευμα συνδέονται με τη γενικότερη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης. Το σχολείο παύει σταδιακά να λειτουργεί ως πεδίο συλλογικής καλλιέργειας, κοινωνικής χειραφέτησης και κριτικής σκέψης και μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής ανταγωνιστικών υποκειμένων.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα η κριτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε ηθικές διαμαρτυρίες. Η Αριστερά δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές διαχειριστικές παρεμβάσεις ούτε σε μια απλή ηθική καταγγελία του εξετασιοκεντρικού σχολείου. Απαιτείται συνολική αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η εκπαίδευση μέσα στον καπιταλισμό. Η υπεράσπιση ενός πραγματικά δημόσιου και δημοκρατικού σχολείου προϋποθέτει σύγκρουση με τις λογικές της αγοράς, της ιδιωτικοποίησης, της αξιολογικής πειθάρχησης και της ταξικής επιλογής.
Ένα διαφορετικό σχολείο δεν μπορεί να στηρίζεται στον φόβο της αποτυχίας ούτε στην εμπορευματοποίηση της γνώσης. Οφείλει να αντιμετωπίζει τη μόρφωση ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως ανταγωνιστικό προνόμιο. Οφείλει να καλλιεργεί τη συνεργασία αντί του ατομικισμού, την κριτική σκέψη αντί της στείρας αποστήθισης και τη συλλογική χειραφέτηση αντί της ατομικής επιβίωσης.
Η υπεράσπιση ενός πραγματικά δημόσιου, δημοκρατικού και χειραφετητικού σχολείου προϋποθέτει ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης, αποδυνάμωση των μηχανισμών ταξικής επιλογής και μετατόπιση από την κουλτούρα του ανταγωνισμού προς μια παιδαγωγική συνεργασίας, κριτικής σκέψης και συλλογικής χειραφέτησης. Γιατί η υπεράσπιση της νεότητας δεν αποτελεί μόνο εκπαιδευικό αλλά βαθιά κοινωνικό και πολιτικό διακύβευμα.
Η αναλγησία με την οποία αντιμετωπίζονται συχνά τέτοιες τραγωδίες αποκαλύπτει τελικά μια βαθύτερη μορφή κοινωνικού παχυδερμισμού που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Η ψυχική εξουθένωση των νέων ανθρώπων τείνει να αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη απώλεια μιας «φυσιολογικής» διαδικασίας αξιολόγησης και κοινωνικής επιλογής.
Ακόμη και μπροστά σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, η κυρίαρχη πολιτική και μιντιακή διαχείριση επιδιώκει συχνά να προστατεύσει το κύρος του εξεταστικού συστήματος αντί να αναμετρηθεί με τις κοινωνικές συνθήκες που παράγουν απόγνωση, φόβο και αίσθηση υπαρξιακής αποτυχίας στους εφήβους. Έτσι η ίδια η ανθρώπινη οδύνη ενσωματώνεται στη λογική της κανονικότητας. Η κοινωνία δεν σοκάρεται πλέον πραγματικά από τη διάλυση της νεότητας αλλά συνηθίζει να τη διαχειρίζεται τεχνικά, γραφειοκρατικά και επικοινωνιακά.

