Όταν τον περασμένο Γενάρη η Μαρία Καρυστιανού ανακοίνωσε ότι προτίθεται να ιδρύσει νέο κόμμα, έδωσε από νωρίς το πολιτικό της στίγμα, υποστηρίζοντας ότι για εκείνη οι έννοιες δεξιά και αριστερά είναι παρωχημένες. Τέτοιου είδους τοποθετήσεις προφανώς δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο, ούτε στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό ούτε διεθνώς. Πήραν, ωστόσο, μια νέα μορφή, ειδικά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και τη συνακόλουθη ιδεολογική αστική ρητορική περί «τέλους των ιδεολογιών» και υποβάθμισης των πολύπλευρων πρακτικών των λαϊκών αγώνων, προκειμένου η γενική έννοια του πολιτικού να ταυτιστεί με την επικοινωνία και τη διαχείριση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.
Η άρση αυτού του χάσματος συνδέεται συχνά με ρητορικές που παραμερίζουν τα δίπολα και τους «διχασμούς». Αυτό γίνεται είτε στο όνομα ενός μεταφυσικού, ενιαίου έθνους «που έρχεται από μακριά και πάει μακριά», είτε (σε μια πιο light εκδοχή) με τη γενική και αόριστη επίκληση των «πολιτών». Άλλες φορές, η ίδια λογική χρησιμοποιείται για να ουδετεροποιήσει και να αποπολιτικοποιήσει υποτιθέμενα «τεχνικά θέματα», όπως η οικονομία, και άλλες απλώς για να ψαρέψει στα θολά νερά του εκλογικού σώματος. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα. Το ιστορικό προηγούμενο, πάντως, μας δείχνει ότι όποιος επικαλείται την άρση των διαχωριστικών γραμμών πάει δεξιά. Και πολλές φορές, πολύ δεξιά.
Επίσης τον περασμένο Γενάρη, ορισμένες πατριδοκάπηλες τοποθετήσεις της κ. Καρυστιανού για τα ελληνοτουρκικά, καθώς και η δήλωση της περί διαβούλευσης για τις αμβλώσεις (που μας μεταφέρει τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες πίσω), μας έδωσαν μια πρώτη εικόνα για τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του νέου κόμματος. Όταν δε, λίγες μέρες αργότερα, πραγματοποιήθηκε το κρατικό έγκλημα που οδήγησε στο πολύνεκρο ναυάγιο ανοιχτά της Χίου με 15 νεκρούς πρόσφυγες, η ίδια σχολιάζοντας το γεγονός σε ανάρτησή της, επέλεξε να χρησιμοποιήσει τον ακροδεξιό όρο «παράνομοι εισβολείς».
Οι παραπάνω τοποθετήσεις βέβαια πήραν πιο συγκεκριμένο καλούπι όταν είδαμε, ανάμεσα στους βασικούς συντελεστές, σε όσους υπέγραψαν για τη δημιουργία του, αλλά και στους απλούς υποστηρικτές του νέου κόμματος, ένα κράμα από πάσης φύσεως ακροδεξιούς, αντιεμβολιαστές, πρώην υποψήφιους με το φονταμενταλιστικό κόμμα «Νίκη», υπερορθόδοξους που κρατάνε ανοιχτές γραμμές με τα μοναστήρια κτλ. Το παρών έδωσαν, μεταξύ άλλων, και πρώην ΠΑΣΟΚοι και ΣΥΡΙΖαίοι, οι οποίοι έσπευσαν να ενταχθούν κι αυτοί στον χορό της μεταπολιτικής κοινοτοπίας περί άρσης των διαχωριστικών γραμμών.
Με αυτό το πλαίσιο λοιπόν έγινε και η παρουσίαση του νέου, προσωποκεντρικού κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού, με τον πλήρη τίτλο «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού – Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών». Η παρουσίαση στο Παλλάς της Θεσσαλονίκης έγινε από τον δημοσιογράφο Θανάση Αυγερινό και την ηθοποιό Κατερίνα Μουτσάτσου, με τον συνολικό τόνο της εκδήλωσης να είναι εθνικοπατριωτικός και εθνικοενωτικός, με συνεχείς εκκλήσεις για «ομόνοια» και την «αναγκαία συνεννόηση», που θα οδηγήσει, έτσι γενικά και αόριστα, στο καλό της Ελλάδας.
Το κεντρικό σύνθημα που επικρατούσε ήταν το «μαζί σου Μαρία να φύγει η μαφία», αναδεικνύοντας τη διακηρυγμένη πρόθεση του κόμματος να παίξει κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Εξάλλου, ο μεσσιανισμός φοριέται πολύ τελευταία και τα διάφορα promo του μπορεί να περιλαμβάνουν από AI περιστέρια στην Αριστοτέλους, όπως στην περίπτωση της Καρυστιανού, μέχρι «εκσυγχρονισμένα» γιουτουμπικά βιντεάκια που προσπαθούν να «πιάσουν τον παλμό της νεολαίας», όπως στο κόμμα του Τσίπρα.
Όταν πήρε τον λόγο, η Μαρία Καρυστιανού παρουσίασε τα προγραμματικά χαρακτηριστικά του κόμματος, βασισμένα στην ιδρυτική του διακήρυξη. Μια διακήρυξη που, ως προς τον προγραμματικό της λόγο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι θυμίζει κλασικό πρόγραμμα κόμματος της «λαϊκής δεξιάς» μέσα στο τοπίο της (μετα)μνημονιακής Ελλάδας των τελευταίων χρόνων: τα λέει όλα και τίποτα.
Επιστρατεύει ένα ασαφές και ετερόκλητο μίγμα εθνικοπατριωτικής ρητορικής, ηθικολογίας, κλασικών αστικών και τεχνοκρατικών κοινοτοπιών και ευχολογίων. Μεταξύ άλλων, κάνει λόγο για «κοινωνική προστασία», ενίσχυση του ΕΣΥ και της δημόσιας παιδείας, «πάταξη της διαφθοράς», εδραίωση του «κράτους δικαίου» και της «ισονομίας», στήριξη της «επιχειρηματικότητας», «εξάλειψη της γραφειοκρατίας», προστασία της «μεσαίας τάξης» και των «συνταξιούχων», «παραγωγική ανασυγκρότηση», υπεράσπιση της «εθνικής κυριαρχίας», «αποκατάσταση της αξιοκρατίας», «στήριξη της οικογένειας», «αντιμετώπιση του δημογραφικού», «καταπολέμηση της αισχροκέρδειας», «προστασία της πρώτης κατοικίας», «στήριξη της ελληνικής επαρχίας», «προστασία του φυσικού περιβάλλοντος» και «καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης», «στήριξη της φιλοζωίας και του εθελοντισμού», «σεβασμό της πολιτισμικής ταυτότητας», «ενίσχυση της ελευθεροτυπίας», «ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας», «στήριξη του πρωτογενούς τομέα», «ανάδειξη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας», «προστασία του απόδημου Ελληνισμού», «προάσπιση των εθνικών συμφερόντων» κ.ο.κ.
Η αναφορά στην ΕΕ στο κείμενο της διακήρυξης γίνεται μόλις μία φορά, με θετικό πρόσημο, σε σχέση με «τις ετήσιες Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα». Απουσιάζει πλήρως οποιαδήποτε αναφορά στο γεγονός ότι η ΕΕ έχει επιβάλει δημοσιονομικά σύμφωνα που περιορίζουν τις δημόσιες δαπάνες, ενώ ετοιμάζεται να περικόψει ακόμη περισσότερο τις ήδη διαλυμένες κοινωνικές παροχές, αντιμετωπίζοντας την υγεία, την παιδεία και συνολικά τις δημόσιες υπηρεσίες με όρους κόστους-οφέλους, προκειμένου να επενδύσει τρισεκατομμύρια σε οπλικά συστήματα που τείνουν να μας οδηγήσουν στον πόλεμο. Προφανώς δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε οι συνθήκες του Μάαστριχτ ως θεσμοθέτηση της λιτότητας, ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ που επέβαλαν τα μνημόνια (για τα οποία το κόμμα κατά τα άλλα στέκεται αρνητικά), ούτε η ΚΑΠ που διέλυσε την ελληνική γεωργία προς όφελος των μεγάλων αγροτοβιομηχανικών ομίλων, ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού, ούτε οι ευρωπαϊκές οδηγίες και οι πιέσεις της ΕΚΤ προς τις ελληνικές τράπεζες, που συνέβαλαν στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας και άνοιξαν τον δρόμο για τα funds και τους servicers.
Βέβαια, το ότι η λειτουργία της ΕΕ ως μηχανισμού οργάνωσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου δεν αναφέρεται, έστω και εμμέσως, δεν προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση. Εντέλει, μέσα σε εθνικοενωτικές σούπες δεν υπάρχουν ταξικές διαφορές, αντικρουόμενα συμφέροντα, ούτε και οι συγκεκριμένες μορφές που αυτά προσλαμβάνουν. Δεν υπάρχει κόσμος της εργασίας και αστική τάξη, παρότι η επιβίωση της δεύτερης εξαρτάται ακριβώς από την εκμετάλλευση του πρώτου. Δεν υπάρχουν αγρότες και μικροπαραγωγοί που συνθλίβονται από τις αγορές και βρίσκονται διαρκώς στο όριο της επιβίωσης. Δεν υπάρχουν αυτοαπασχολούμενοι που καταστρέφονται από τα χρέη, την ακρίβεια και τη συγκέντρωση του κεφαλαίου. Υπάρχουν μόνο «απλοί πολίτες διαφορετικών καταβολών», οι οποίοι καλούνται να ενωθούν αφηρημένα και μεταφυσικά κάτω από τη σημαία της «πατρίδας», της «ομόνοιας» και της «εθνικής αναγέννησης».
Παράλληλα, παρά την παρουσία του λευκού περιστεριού στο σήμα του κόμματος, στην εκδήλωση δεν έγινε ουσιαστικός λόγος για την ειρήνη. Και αυτό σε μια συγκυρία όπου ο κόσμος διολισθαίνει μέρα με τη μέρα προς έναν γενικευμένο πόλεμο, με τη χώρα μας να παραμένει πλήρως ταυτισμένη με το πολεμικό άρμα των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Αντιθέτως, στη διακήρυξη αναφέρεται ότι η χώρα θα πρέπει «να σέβεται τις διεθνείς της υποχρεώσεις». Ίσως στο πλαίσιο αυτής της λογικής να μην πραγματοποιήθηκε ούτε η παραμικρή νύξη στο μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα της εποχής μας: τη γενοκτονία στη Γάζα (την οποία ο πλανητάρχης προορίζει για… resort) από το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Ένα κράτος που την ίδια στιγμή διαπράττει εθνοκάθαρση στη Δυτική Όχθη και επιτίθεται δολοφονικά στους λαούς και τις δυνάμεις που του αντιστέκονται.
Όσο για τα κοινωνικά δικαιώματα των καταπιεσμένων υποκειμενικοτήτων (γυναικών, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, μεταναστών), δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά. Προφανώς δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν οι θέσεις του κινήματος όταν τεθούν επί τάπητος τέτοια ζητήματα στο άμεσο μέλλον. Άλλωστε, το στίγμα του έχει ήδη προεικονιστεί από τις αρχές του χρόνου, μέσα από τις θέσεις της αρχηγού του για τις αμβλώσεις και τις αναφορές περί «παράνομων εισβολέων».
Σε επίπεδο διακήρυξης, το προσωποκεντρικό κόμμα της Καρυστιανού προσπαθεί φαινομενικά να δυσαρεστήσει όσο το δυνατόν λιγότερους από το εκλογικό σώμα. Ωστόσο, έχει ήδη καταστήσει σαφές πως η φυσιογνωμία του είναι συντηρητική, κινούμενη στη λογική του «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια», με εθνικιστικές αιχμές, ενώ παραμένει σταθερά εντός των κόκκινων γραμμών του αστικού πολιτικού συστήματος. Ως εκ τούτου, δεν έχει καμία διάθεση να αναδείξει τις πραγματικές αιτίες της σύγχρονης δυστοπικής κοινωνικής πραγματικότητας, πλευρές της οποίας υποτίθεται πως καταγγέλλει.
Παρ’ όλα αυτά, θα αποτελούσε πολιτική μυωπία να πει κανείς ότι το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού – Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών» δεν έχει προοπτικές να συγκροτήσει μια εκλογική δυναμική στις επόμενες εκλογές και να λειτουργήσει ως πόλος συσπείρωσης όχι μόνο απογοητευμένων δεξιών, αλλά και ευρύτερα απογοητευμένων ψηφοφόρων που δεν εκφράζονται από κάποιον υφιστάμενο πολιτικό χώρο. Το τραύμα των Τεμπών και η ταύτιση, στα μάτια ενός μέρους της κοινωνίας, του κόμματος με το πολυφωνικό και μεγαλειώδες κίνημα των Τεμπών θα παίξουν και αυτά έναν προωθητικό ρόλο για το συγκεκριμένο κόμμα, παρά το γεγονός ότι το εγχείρημα της Καρυστιανού λειτουργεί σε βάρος του ίδιου του κινήματος των Τεμπών.
Στις δημοσκοπήσεις πάντως του Γενάρη, το κόμμα έφτανε να αγγίζει, στις πιο «ζεστές» μετρήσεις, ακόμη και ποσοστά της τάξης του 15%-16%, ενώ οι πιο πρόσφατες το υπολογίζουν γύρω στο 10%, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, μια σχετική στασιμότητα και μια κάμψη της αρχικής δυναμικής. Παράλληλα, και η ίδια η εκδήλωση υπολογιζόταν πως θα ήταν πολύ πιο μαζική απ’ όσο τελικά αποδείχθηκε.
Τέτοιου είδους στοιχεία (δημοσκοπικά ευρήματα ή η προσέλευση σε μια εκδήλωση) δεν έχουν βέβαια καθοριστική σημασία. Αυτό που τελικά θα καθορίσει τις μορφές και τις πολιτικές εκφράσεις που θα προσλάβει η κοχλάζουσα κοινωνική πραγματικότητα της σημερινής και της επόμενης περιόδου είναι η ίδια η σύνθετη πολιτική συγκυρία και η αντιπαράθεση των διαφορετικών πολιτικών σχεδίων, ανάμεσά τους και εκείνων της μαχόμενης αριστεράς. Εκεί θα κριθούμε όλοι.

