«Αυτές είναι οι αρχές μου· κι αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες». Η ιστορική ατάκα του Groucho Marx μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ για να περιγράψει όσα παρακολουθούμε εδώ και καιρό στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Οι διαδοχικές παραιτήσεις στελεχών και οι μετακινήσεις βουλευτών από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά ή το ΠΑΣΟΚ προς ένα νέο πολιτικό εγχείρημα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα παρουσιάζονται από ορισμένους ως «ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου». Για ένα μεγάλο, όμως, κομμάτι της κοινωνίας θυμίζουν κάτι πολύ διαφορετικό: πολιτικές μεταγραφές χωρίς αρχές, χωρίς αυτοκριτική και χωρίς πραγματική λογοδοσία.
Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε βουλευτές να εκλέγονται με ένα κόμμα και λίγους μήνες αργότερα να βρίσκονται σε άλλο πολιτικό στρατόπεδο, λες και η πολιτική είναι μια ποδοσφαιρική αγορά μεταγραφών. Οι ιδεολογικές διαφορές θολώνουν, τα προγράμματα χάνουν τη σημασία τους και η προσωπική πολιτική επιβίωση μοιάζει συχνά σημαντικότερη από τη συνέπεια απέναντι στους πολίτες που τους εξέλεξαν.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος μπορεί να αλλάξει πολιτική θέση. Αυτό είναι θεμιτό σε μια δημοκρατία. Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν οι μετακινήσεις γίνονται χωρίς ουσιαστική εξήγηση, χωρίς πολιτικό κόστος και χωρίς καμία διάθεση αυτοκριτικής. Όταν πολιτικές φιγούρες που συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης εμφανίζονται ξανά ως φορείς του «καινούριου», τότε η κοινωνία εύλογα αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις με δυσπιστία.
Ποιο ακριβώς νέο πολιτικό ήθος κομίζουν όσοι ανακυκλώνονται διαρκώς μέσα στους ίδιους μηχανισμούς εξουσίας; Πώς θα πείσουν ότι συμμετέχουν στην πολιτική ζωή με αρχές και ανιδιοτέλεια, όταν η εικόνα που εκπέμπεται είναι εκείνη της διαρκούς προσωπικής διαπραγμάτευσης για την επόμενη θέση, τον επόμενο ρόλο ή την επόμενη κυβερνητική καρέκλα;
Αυτή η κρίση αξιοπιστίας δεν είναι χωρίς συνέπειες. Όταν η πολιτική μετατρέπεται, στα μάτια των πολιτών, σε παιχνίδι καριέρας, τότε ενισχύεται η απαξίωση απέναντι στη δημοκρατική διαδικασία συνολικά. Και μέσα σε αυτό το κλίμα βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί η ακροδεξιά, η οποία τρέφεται από την οργή, την απογοήτευση και το αίσθημα ότι «όλοι ίδιοι είναι».
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: τι ακριβώς θα κάνουν διαφορετικά όλοι αυτοί που σήμερα εμφανίζονται ως το «αντίπαλο δέος» απέναντι στο καθεστώς Μητσοτάκη; Με ποια συμφέροντα θα συγκρουστούν, όταν μάλιστα κάποια από αυτά τους στηρίζουν εδώ και καιρό; Ποια αυγά θα σπάσουν; Ποιες βαθιές παθογένειες του πολιτικού και οικονομικού συστήματος είναι πραγματικά διατεθειμένοι να αγγίξουν;
Το χρηματιστήριο ενέργειας και ο «πληθωρισμός της απληστίας», το τερατούργημα στο Ελληνικό προς όφελος των συμφερόντων Λάτση, οι επικίνδυνες συμφωνίες με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ αποτελούν μόνο μερικές, αλλά αρκούντως χαρακτηριστικές, περιπτώσεις που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφιβολίας για το τι πρόκειται να πράξουν και στο μέλλον.
Γιατί οι ουσιαστικές αλλαγές δεν έρχονται με αλλαγές λογοτύπων ούτε με ανακύκλωση προσώπων. Απαιτούν σύγκρουση με κατεστημένες αντιλήψεις, με πελατειακές σχέσεις, με οικονομικά συμφέροντα και με έναν τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας που εδώ και δεκαετίες παράγει ανισότητες, ανασφάλεια και συλλογική παραίτηση.
Οι «μεσσίες» και οι εύκολες υποσχέσεις ίσως εξακολουθούν να βρίσκουν ακροατήριο σε ανθρώπους που αναζητούν μια γρήγορη λύση στα αδιέξοδα της εποχής. Όμως όσοι πραγματικά ασφυκτιούν από την κατάσταση, όσοι αντιλαμβάνονται την πολιτική ως μια διαλεκτική των πραγμάτων και όχι ως μια μεταφυσική αντίληψη, γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει εύκολος δρόμος. Υπάρχει μόνο ο δύσκολος δρόμος των ερωτημάτων, της συμμετοχής, της συλλογικής ευθύνης και της ουσιαστικής αλλαγής προτεραιοτήτων για μια αξιοβίωτη ζωή.
Γιατί τελικά το «πάμε κι όπου βγει», που με τόσο οδυνηρό τρόπο έγινε βίωμα για την κοινωνία, δεν μπορεί να αποτελεί πολιτικό σχέδιο για το μέλλον μιας χώρας.

