Υποκλοπές και θεσμική εκτροπή: Η υπόθεσή σας βρίσκεται στη δικαιοσύνη, της Όλγας Μοσχοχωρίτου

 

Ο πρωθυπουργός της χώρας στη συνέντευξή του (ή μάλλον στο διάγγελμά του παρουσία του δημοσιογράφου) στον Ν. Χατζηνικολάου και στην ερώτηση – ξέπλυμα σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στο κατασκοπευτικό σήριαλ στο οποίο ουσιαστικά πρωταγωνιστεί, με τον τίτλο «ΕΥΠ GATE» ή «Ελληνικό Watergate» ή «Predatorgate» (οι ονοματοδοσίες αλιεύθηκαν από τον τύπο), απάντησε ξερά «η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη».

Εν τω μεταξύ ο μόνος που έχει εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη είναι μάλλον αυτός ο ίδιος και η κυβέρνησή του. Τα αισθήματα μεταξύ τους είναι αμοιβαία. Μόνον η ηγεσία της δικαιοσύνης εμπιστεύεται κατά πλειοψηφία την Κυβέρνηση.

Για να θυμίσουμε στους αναγνώστες το σκάνδαλο που σοβεί από το 2020 έως σήμερα, αυτό αφορά στην παρακολούθηση Ελλήνων δημοσιογράφων, πολιτικών, στρατιωτικών, επιχειρηματιών, δικαστικών και κρατικών λειτουργών κ.ά., μέσω του συστήματος της ΕΥΠ ή με τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.

O πρωθυπουργός δε βρήκε ούτε μία λέξη να πει (όχι πως τον πίεσε και κανένας) σχετικά με τη συνεργασία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) με την εταιρεία Intellexa του Ταλ Ντίλιαν για την προμήθεια του κατασκοπευτικού λογισμικού. Αυτός έχει ανοίξει την κάνουλα σε πολύ σιγανή ροή, ώστε να εμφανίζει σταγόνα – σταγόνα τα στοιχεία που διαθέτει για την εμπλοκή του κανονικού κράτους και όχι «κανενός αφανούς βαθέως», με την εταιρεία του και το κατασκοπευτικό λογισμικό. Πέρα δε από το προσύμφωνο του 2020 που υπογράφηκε μεταξύ των δύο μερών, ο ίδιος αποκάλυψε ότι διαθέτει και πλήθος ηλεκτρονικών μηνυμάτων που επιβεβαιώνουν πλήρως το γεγονός ότι η υπόθεση δεν διημείφθη μεταξύ ιδιωτών, αλλά μεταξύ της εταιρείας του Intellexa και της κρατικής ΕΥΠ, την εποπτεία της οποίας είχε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και ο ανιψιός του Γρηγόρης Δημητριάδης.

Και όλα αυτά βέβαια μετά την καταδίκη του από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα πέσει στα μαλακά, γεγονός το οποίο όμως δε συνέβη, ενώ ο Εισαγγελέας της έδρας έστειλε τη δικογραφία στον Άρειο Πάγο για τα περαιτέρω με την εξέλιξη που όλοι γνωρίζουμ, Το «μπάζωμα της δικογραφίας από τον Εισαγγελέα του Α.Π. κ.λπ., κ.λπ.

Και όλα θα τα είχε βολέψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης (άλλωστε το επιτελικό κράτος δικό του είναι και ταυτίζεται με το λεγόμενο βαθύ) εάν δεν είχε συμβεί το ανωτέρω ατύχημα και εάν τον Μάιο 2023 δεν υιοθετείτο από το Ευρωκοινοβούλιο η τελική αναφορά της επιτροπής PEGA για τη διερεύνηση των κατασκοπευτικών λογισμικών. Η PEGA κάλεσε την Ελλάδα να λάβει δέκα μέτρα, μεταξύ των οποίων να υποχρεωθεί να καλέσει την Europol να συμμετάσχει στην έρευνα της υπόθεσης, εφόσον διέκριναν εμπλοκή της πολιτικής ηγεσίας στις παρακολουθήσεις των υπολοίπων.

Όλα τα παραπάνω φυσικά δεν απαντώνται με τη πρωθυπουργική ρήση για δήθεν «ευθύνες δυσλειτουργίας» της κυβέρνησής του σε σχέση με την ΕΥΠ, αλλά παραπέμπουν σε κεντρικό σχεδιασμό υπό την εποπτεία του.

Και το ερώτημα που ανακύπτει φυσικά είναι εάν οι παραιτήσεις του πρώην Γενικού Γραμματέα του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη και του πρώην διοικητή της ΕΥΠ Παναγιώτη Κοντολέοντα αποτελούν την απόδειξη ότι το σκάνδαλο υπήρξε και απλώς αυτές οι παραιτήσεις ήταν μέρος του σχεδίου περιορισμού της ζημιάς (damage control), ή απλώς έτυχε…

Η κλήση τόσο του Γρηγόρη Δημητριάδη όσο και του Ταλ Ντίλιαν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, θα έδινε τον τόνο κάποιας σύννομης εκτόνωσης αλλά φυσικά η Κυβέρνηση δεν το προκρίνει.

Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι ο Κυριάκος Βελόπουλος συναίνεσε να κληθεί στην επιτροπή μόνον ο Ταλ Ντίλιαν και όχι ο Δημητριάδης!!!

Μέσα σ’ αυτό το θέατρο σκιών που έχει στήσει η κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια για να συσκοτίσει τα γεγονότα και τελικά να καλύψει τα ίχνη της και τις πολιτικές και ίσως και ποινικές ευθύνες όχι μόνο των πολιτικών προσώπων που εμπλέκονται αλλά και του ίδιου του Πρωθυπουργού, τίθεται το ερώτημα εάν πρόκειται για άλλη μια θεσμική εκτροπή με κυβερνητικές ενέργειες καταφανώς αντισυνταγματικές ή πρόκειται για μια υπόθεση που αποτελεί απλώς αντικείμενο της Δικαιοσύνης.

Σ’ αυτό το ερώτημα υπάρχουν δύο απαντήσεις εκ διαμέτρου αντίθετες, όπως είναι φυσικό.

Η πλευρά της κυβέρνησης και των δικαστικών αρχών που ισχυρίζονται ότι τηρήθηκαν όλες οι συνταγματικές και νόμιμες διαδικασίες (τί άλλο να έκαναν άλλωστε), και ο νομικός κόσμος της χώρας, καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόροι εγνωσμένου κύρους, κ.λπ., Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, Πολιτική Αντιπολίτευση, που διατυπώνουν σε αυστηρό τόνο ότι πρόκειται για άλλη μια θεσμική εκτροπή και καταπάτηση του Συντάγματος και μάλιστα στον πυρήνα του, ο οποίος αφορά στην προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Τονίζουν δε ότι υφίσταται σοβαρό πλήγμα στο κράτος δικαίου, εστιάζοντας τόσο στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όσο και στη μη συμμόρφωση στην με αριθ. ΣτΕ 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο που απαγόρευε την ενημέρωση των θυμάτων. Αναφέρουμε σχετικά την ΕΥΠ που έθεσε εμπόδια για την πλήρη ενημέρωση των θιγόμενων πολιτών (π.χ. στην προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

Να σημειώσουμε ότι η συνταγματική αντιμετώπιση του ζητήματος των υποκλοπών διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 19 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το απόρρητο των επικοινωνιών ως απολύτως απαραβίαστο.

Η προστασία αυτή και ο τρόπος που το Σύνταγμα την προσεγγίζει, υπό το φως των ανωτέρω γεγονότων και την κυβερνητική αντιμετώπιση κυρίως στο πλαίσιο των εξεταστικών επιτρόπων και της ποδηγέτησης της δικαιοσύνης, περιλαμβάνουν τα εξής κομβικά σημεία:

Τέλος φόρμας1. Σύμφωνα με την γενικά αποδεκτή ερμηνεία του συντάγματος (Απόρρητο Επικοινωνιών), δεν επιτρέπονται εξαιρέσεις ούτε για λόγους «εθνικής ασφάλειας» χωρίς αυστηρές εγγυήσεις.

Η χρήση του παράνομου λογισμικού θεωρείται απόλυτα καταδικαστέα.

  1. Επειδή με βάση πάλι το σύνταγμα, μόνο η δικαιοσύνη μπορεί να διερευνήσει ποινικές ευθύνες, ακόμα και να φέρει και πάλι στην επιφάνεια υποθέσεις που έχουν τεθεί στο αρχείο, ο ρόλος της και η ανεξαρτησία της από την εκάστοτε κυβέρνηση, είναι κομβικός.
  2. Κατά το άρθρο 68 του Συντάγματος η Βουλή έχει το δικαίωμα σύστασης Εξεταστικών Επιτροπών για τον έλεγχο των κυβερνητικών πράξεων ή παραλήψεων. Όμως η κυβέρνηση με όπλο την πλειοψηφία της, εμπόδισε με κάθε τρόπο την πραγματική διερεύνηση του σκανδάλου, καθιστώντας τη λειτουργία τους εντελώς προσχηματική, ενώ αρνείται να συστήσει νέες παρά τις αποκαλύψεις που συνεχώς έρχονται στο φως.
  3. Παρότι ηΑρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) πουείναι η ανεξάρτητη αρχή η οποία προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) για τη διασφάλιση του απορρήτου, κατέληξε σε σημαντικά πορίσματα και κυρίως προέβη σε ενημέρωση των θυμάτων, αντιμετωπίστηκε «ως εχθρός» από την Κυβέρνηση, προκαλώντας θεσμικές αντιπαραθέσεις και όχι ως απαραίτητος σύμβουλος.

Καταγγέλλονται δε αφόρητες πιέσεις στα μέλη της και αλλαγή της σύνθεσης της Αρχής με fast-track διαδικασίες, προκειμένου να ελεγχθεί το εύρος των αποκαλύψεων.

  1. Στο πλαίσιο της συζήτησης που έχει ανοίξει από την Κυβέρνηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση, πολλοί συνταγματολόγοι αλλά και κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν επισημάνει την ανάγκη για προστασία του κύρους των ανεξάρτητων αρχών και τη λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας, επισημαίνοντας ότι η Κυβέρνηση καταχράται την επίκληση «εθνικών λόγων», για να δικαιολογήσει την έλλειψη διαφάνειας των ενεργειών της.

Ιστορικά το Σύνταγμα του 1975 (με όλες του τις τροποποιήσεις) που υπερψηφίστηκε στην αρχική του μορφή από την πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση της Ν. Δημοκρατίας με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, θεωρήθηκε ένα συντηρητικό αστικό σύνταγμα.

Παρ’ όλα αυτά εξέφραζε ως έναν βαθμό τους πολιτικούς συσχετισμούς των μέσων της δεκαετίας του 70 και αργότερα τους συσχετισμούς των επόμενων δεκαετιών, έως και τη δεκαετία του εκσυγχρονισμού και αργότερα των Μνημονίων.

Και παρότι το σύστημα προσπάθησε πολλές φορές να το τροποποιήσει ολοκληρωτικά ώστε να εκφράσει απόλυτα τη νέα εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού (ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, συνάρτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων με το «επίπεδο ανάπτυξης της αστικής οικονομίας», συνταγματικό «κόφτη» δημοσίων δαπανών κ.λπ.), έως σήμερα το εργατικό και νεολαιίστικό κίνημα, αλλά και φιλελεύθεροι δημοκρατικοί αστοί διανοούμενοι, εμπόδισαν την πλήρη κατεδάφιση όλων των δημοκρατικών κατακτήσεων των εργαζομένων.

Έως σήμερα βεβαίως. Καθότι οι εξελίξεις και σ’ αυτές η κυβέρνηση της ΝΔ υπήρξε επαρκέστατη, δεν οδηγούν σε αισιόδοξες προβλέψεις. Ούτε η Αριστερά, κομμουνιστική, ριζοσπαστική, πολλώ δε μάλλον η σοσιαδημοκρατική, εμπνέει για νικηφόρους αγώνες, όπως τη δεκαετία του ΄90 που oι εργαζόμενοι ματαίωσαν την ιδιωτικοποίηση των συγκοινωνιών επί Μητσοτάκη του Α’ ή στις αρχές του 2000, όταν το 2006- 2007 (επί κυβέρνησης Καραμανλή του Β’ και Υπ. Παιδείας Μ. Γιαννάκου), οι κινητοποιήσεις των φοιτητών με στήριξη της Αριστεράς, αλλά και μέρους του ΠΑΣΟΚ, ματαίωσαν την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Το γεγονός πως η Αριστερά υποχρεώνεται, κάτω από τις αρνητικές συνθήκες για το κίνημα, να υπερασπίζεται κάθε τόσο το αστικό σύνταγμα, όχι στην κατεύθυνση της διεύρυνσης των κατακτήσεων των εργαζομένων αλλά τουλάχιστον στη διατήρηση των προβλέψεων που αφήνουν έναν κάποιο δημόσιο χώρο προς όφελος των εργαζομένων, αποτελεί καθήκον μεν, μάχη οπισθοχωρήσεων δε.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει αντικείμενο των εργατικών κινητοποιήσεων η διολίσθηση της κυβέρνησης σε δεξιές ακόμα και ακροδεξιές κατευθύνσεις. Δεν είναι κάτι αδιάφορο για το κίνημα. Η μη τήρηση οποιασδήποτε αρχής και θεσμικού πλαισίου λειτουργίας του αστικού κράτους, προϊδεάζει για ακόμα πιο σκληρή αντιμετώπιση των εργαζομένων και της κοινωνίας.

Η έλλειψη σεβασμού του κράτους δικαίου στον καπιταλισμό, προοιωνίζει την τελική του κατάργηση, με πρώτο θύμα τη δημοκρατία, δηλαδή τη στοιχειώδη συνθήκη επιβίωσης των εργαζομένων και υποτελών τάξεων. Κι αυτό αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση.

Απαιτείται επιτελικό σχέδιο συγκέντρωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων για τη δημιουργία πραγματικού μετώπου δημοκρατίας με ταξικές αναφορές, χωρίς βερμπαλισμούς, ανιστόρητες αγκυλώσεις και ιδεολογικά δήθεν στεγανά, που να εμπνεύσουν νέες λαϊκές συσπειρώσεις με στόχο αγώνες, έστω και σε επιμέρους ζητήματα, αλλά νικηφόρους.

Ίδωμεν. 

ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ 2′

Όσα πρέπει να ξέρετε
για να ξεκινήσετε τη μέρα σας.

Αρχή φόρμας

Υ.Γ

1.- Το Φεβρουάριο του 2026 οι τέσσερεις ιδιώτες, μεταξύ των οποίων ο Ταλ Ντίλιαν, καταδικάστηκαν πρωτόδικα σε φυλάκιση 126 ετών από το δικαστήριο, που παρήγγειλε έρευνα για την τέλεση αδικημάτων από αυτούς και άλλα πρόσωπα.

2.-Λίγες ημέρες μετά την απόφαση της πλειοψηφίας να απορρίψει την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τις υποκλοπές και την αρχειοθέτηση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της επίμαχης δικογραφίας, ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, επανέρχεται και ανάβει «φωτιές» με τις νέες δηλώσεις του, επιμένοντας ότι είναι αθώος και πως ουδέποτε η εταιρία του λειτούργησε το παράνομο λογισμικό Predator, μέσω του οποίου παρακολουθήθηκαν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.

«Ας είμαι σαφής: είμαστε πάροχος τεχνολογίας, όχι μισθοφόροι. Πωλούμε σε κρατικές υπηρεσίες σύμφωνα με όλους τους απαιτούμενους κανονισμούς, αλλά ποτέ δεν λειτουργούμε τα συστήματα για λογαριασμό τους».

(Από ειδησεογραφικές ιστοσελίδες)

Το φοιτητικό και εκπαιδευτικό κίνημα της περιόδου 2006-2007 αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς πέτυχε τη ματαίωση της αναθεώρησης του άρθρου 16. [1, 2]

Η ιστορική αυτή αναμέτρηση εξελίχθηκε σε τρία μεγάλα κύματα καταλήψεων και διαδηλώσεων:

  • Μάιος – Ιούνιος 2006: Το κίνημα ξέσπασε με μαζικές γενικές συνελεύσεις και καταλήψεις σε εκατοντάδες πανεπιστημιακές σχολές σε όλη τη χώρα. Αφορμή ήταν η πρόθεση της τότε κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου) να καταθέσει νέο νόμο-πλαίσιο και να αναθεωρήσει το άρθρο 16. [1, 2, 3, 4, 5]
  • Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2006: Η ένταση μεταφέρθηκε στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με την ιστορική απεργία διαρκείας 6 εβδομάδων των δασκάλων και καθηγητών. [1]
  • Ιανουάριος – Μάρτιος 2007: Το κίνημα των πανεπιστημιακών καταλήψεων επανήλθε με ακόμα μεγαλύτερη ορμή. [1]

Το Αποτέλεσμα του Αγώνα

Οι μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις, οι οποίες σημαδεύτηκαν από πρωτοφανή μαζικότητα και έντονες συγκρούσεις στους δρόμους, οδήγησαν σε πολιτική υποχώρηση. Το ΠΑΣΟΚ (τότε αξιωματική αντιπολίτευση υπό τον Γιώργο Παπανδρέου) αποχώρησε από τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης υπό την πίεση των δρόμων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μη συγκεντρωθεί η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η αναθεώρηση του άρθρου 16 να καταρρεύσει οριστικά τον Μάρτιο του 2007. [1, 2, 3]

Το «κίνημα του άρθρου 16» καταγράφηκε ως μία από τις ελάχιστες φορές που ένα κοινωνικό κίνημα στην Ελλάδα πέτυχε την πλήρη ανατροπή μιας κεντρικής, προαναγγελθείσας συνταγματικής μεταρρύθμισης.

 

(Από αναζήτηση στη google: AI)

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ