Πριν από αρκετές ημέρες, ο γράφων συζητούσε στα ερτζιανά με τον – συνταξιούχο, πλέον – εκπαιδευτικό Βασίλη Μακρή, επί χρόνια διευθυντή δημοτικού σχολείου και νυν συμμετέχοντα στις μελέτες και έρευνες της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας (ΔΟΕ). Αφορμή της συζήτησης ήταν αυτό που ανέδειξε η πρόσφατη δημοσιοποίηση των στοιχείων από τις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, σχετικά με την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Δηλαδή ότι φέτος υπέβαλαν αιτήσεις για να εργαστούν 21.866 εκπαιδευτικοί λιγότεροι από όσους το είχαν κάνει το 2023. Σε ποσοστό, αυτή η μείωση αντιστοιχεί στο 14,35%.
Καθώς ο Β. Μακρής ανέλυε τους (πολλούς) λόγους, για τους οποίους τόσοι λειτουργοί απογοητεύονται και παραιτούνται από το στόχο της εργασίας σε δημόσια σχολεία, εμφανίστηκε στην υπολογιστή μήνυμα ακροάτριας, εκπαιδευτικού, που αναφερόταν στην μισθολογική παράμετρο του ζητήματος: «Για τους ιερείς, πάντως, χρήμα υπάρχει». Το μήνυμα αφορούσε την πρόσφατη επιλογή της κυβέρνησης (και το σχετικό άρθρο νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών) να αυξηθούν κατακόρυφα οι μισθοί των ιεραρχών της Εκκλησίας – αρχιεπισκόπου, μητροπολιτών, βοηθών επισκόπων, κλπ. Πόσο «κατακόρυφα»; Κατά 60,3% έως 64,5% για τον αρχιεπίσκοπο και κατά 88,8% έως 94,7% για τον κάθε μητροπολίτη.
Το μήνυμα της ακροάτριας προκάλεσε έναν συνειρμό. Κάτι μου θύμισε αυτή η συσχέτιση, ή μάλλον η αντιδιαστολή, ανάμεσα στη συμπεριφορά της κεντρικής κρατικής εξουσίας προς τους εκπαιδευτικούς και την αντίστοιχη προς ιερωμένους; Θύμισε κάτι από εποχές παλιές και… «εθνοσωτήριες». Με διαφορές, βεβαίως. Αλλά και με διαφορετική τη χρονική «καμπύλη» που ενώνει τα των ευνοούμενων και τα των «παρακατιανών». Στις ημέρες μας – που όλα γίνονται πιο γρήγορα – αυτά τα χωρίζουν λίγες ημέρες. Τότε, στην εποχή του «γύψου», σχεδόν τρία χρόνια.
«Εις αναγνώρισιν των υπηρεσιών των προς το έθνος»
Ήταν Πέμπτη, 2 Μαϊου του 1968, όταν ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος και ο υπουργός Παιδείας, Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, έσπευσαν στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου. Εκεί, ο δικτάτορας ανακοίνωσε ότι οι κληρικοί θα εντάσσονταν μισθολογικά στην κλίμακα των δημοσίων υπαλλήλων, «εις αναγνώρισιν των υπηρεσιών των προς το έθνος». Ο Γ. Παπαδόπουλος απήλθε τιμημένος με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Αποστόλου Παύλου», που του απονεμήθηκε σε ένδειξη βαθύτατης ευγνωμοσύνης. Εξυπακούεται ότι ο δικτάτορας ανέμενε κυρίως μια διαφορετική – και διαρκή – έμπρακτη έκφραση ευγνωμοσύνης: Τα κηρύγματα από τον άμβωνα και όλα τα επί μέρους στοιχεία της συμπεριφοράς των κληρικών θα έπρεπε είναι άκρως φιλικά προς το χουντικό καθεστώς.
Όταν η πανηγυρική ανακοίνωση του δικτάτορα έγινε νόμος, ο κατώτατος μισθός των κληρικών αυξήθηκε σχεδόν κατά 30%. Ήταν η δεύτερη μεγάλη επίδειξη κρατικής μέριμνας προς τους ιερωμένους, έπειτα από τον Σεπτέμβριο του 1945, όταν καθιερώθηκε η μισθοδοσία τους και από την Πολιτεία, σε ποσοστό 35% (το υπόλοιπο 65% το κάλυπτε η Εκκλησία).
Το 1968, τυπικά οι οργανικές θέσεις ιερέων ήταν 6.000, αλλά υπερέβαιναν τις 7.000 στην πραγματικότητα. Το 1970, με δικό της εσωτερικό κανονισμό η Ιερά Σύνοδος αύξησε σε 8.000 τις θέσεις κληρικών των ενοριών της, καθώς ήταν εξασφαλισμένη η μισθοδοσία – και με τα νέα δεδομένα.
Βέβαιη ήταν και η ευτυχία των ιερωμένων. Τυπικά είχαν εξισωθεί με τους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους, ουσιαστικά όμως βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική θέση από τη μεγάλη πλειονότητα «των άλλων». Κι αυτό χάρη στην τέλεση «μυστηρίων» και στην πεποίθηση ενός μεγάλου τμήματος του «ποιμνίου», ότι η γενναιοδωρία προς τους εκπροσώπους του Υψίστου καθιστά ύψιστη και την ευλογία που κατευθύνεται στους πιστούς.
Για την ιστορία: Το 1970, όταν οι ιερείς στην «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών» έφθασαν τις 10.000, οι καθηγητές στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ήταν κατά τι περισσότεροι (12.659). Και μόλις 3.019 οι καθηγητές στις 17 πανεπιστημιακές σχολές εκείνης της εποχής. Ούτε το ένα τρίτο των ιερέων, δηλαδή.
Όταν έγινε άφαντο το ένα πέμπτο των διορισθέντων εκπαιδευτικών
Μικρό άλμα στο χρόνο: Τον Μάρτιο του 1971 οι υπηρεσίες του καθεστώτος διαπίστωσαν ότι δεν είχε παρουσιαστεί στο σχολείο το 20,9% των διορισθέντων εκπαιδευτικών. Οι λόγοι συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι η ιδιότητα του εκπαιδευτικού γινόταν συνώνυμη της οικονομικής «κακομοιριάς». Δεν είχαν ακόμη πληρωθεί οι υπερωρίες των εκπαιδευτικών από το 1969. Οι προαγωγές είχαν καθυστερήσει επί τέσσερα χρόνια. Οι κλίμακα των αποδοχών τους υστερούσε κατά πολύ (σε ορισμένες περιπτώσεις δραματικά), εν συγκρίσει προς τις αντίστοιχες άλλων υπαλλήλων.
Σε όλα αυτά ερχόταν να προστεθεί κάτι, που ένα τμήμα των εκπαιδευτικών δεν ήθελε να «χωνέψει» και να αποδεχθεί. Ο ασφυκτικός έλεγχος από τους χουντικούς επιθεωρητές, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα δεν διέθεταν καν πτυχίο μετεκπαίδευσης. «Δεν θέλουμε σοφούς αλλά πιστούς», είχε πει ο πρώτος υπουργός Παιδείας της χούντας, Κωνσταντίνος Καλαμποκιάς για τους διοριζόμενους από το «εθνοσωτήριο» καθεστώς επιθεωρητές. Όντως, μοναδικό προαπαιτούμενο ήταν τα «υγιή κοινωνικά φρονήματα» και φυσικά ο ζήλος κάθε επίδοξου επιθεωρητή στην εξακρίβωση των φρονημάτων των εκπαιδευτικών. Και ασφαλώς στον… φρονηματισμό όσων χρειάζονταν τέτοιον.
Επιπλέον, ο εκπαιδευτικός όφειλε να είναι και καλό μείγμα… ντετέκτιβ και καταδότη, ώστε να ελέγχει και την εξωσχολική ζωή μαθητών μαθητριών όπως όριζε εγκύκλιος, η οποία μπορεί μεν να απέβαινε «κενό γράμμα» στα μεγάλα αστικά κέντρα (κι όχι παντού και πάντα), αλλά γινόταν πραγματικός βραχνάς στις μικρές τοπικές κοινωνίες της επαρχίας.
Οι … όχι και τόσο «στοργικές» διαθέσεις της χούντας προς τον κλάδο των εκπαιδευτικών καθρεφτίστηκαν και την 16η Φεβρουαρίου 1971. Την ημέρα εκείνη δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ το ΝΔ 842/1971, που καταργούσε πέντε παιδαγωγικές ακαδημίες «δια της συγχωνεύσεως» με άλλες. Ήταν οι ακαδημίες Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Καρδίτσας και Ρόδου. Επίσης, η χούντα επανέφερε τη διετή διάρκεια τω σπουδών στις εναπομείνασες παιδαγωγικές ακαδημίες, αντί της τριετούς που είχε θεσπιστεί κατά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964, με το νόμο 4379/1964.
Γιατί όμως μπήκε και «λουκέτο» σε πέντε παιδαγωγικές ακαδημίες; Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό ερευνητή Αλέξη Δημαρά (1932 – 2012), οι ακαδημίες ως «πυρήνες πνευματικής ζωής» ήταν δυνάμει εχθρικές προς το σύστημα αξιών της δικτατορίας. «Καλύτερα» λιγότερες, λοιπόν. Να ελέγχονταν και με μικρότερη «διασπορά» δυνάμεων. Γιατί να τρέχουν χειμωνιάτικα και οι ασφαλίτες στη Ρόδο και την Καρδίτσα;
Επιστροφή στο 2026: Αναζητώντας το «μικρότερο κακό»…
Ευτυχώς, όμως, ζούμε σε εποχές μοντέρνες και μετα- μοντέρνες κι έτσι υπάρχουν καίριες διαφορές ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα». Να, ας πούμε στην Εκπαίδευση.
Μπορεί οι δάσκαλοι και οι καθηγητές γυμνασίων και λυκείων να αντιμετωπίζουν μια πραγματικότητα, η οποία τους εξωθεί κατά χιλιάδες σε αυτό που δείχνουν τα στοιχεία του ΑΣΕΠ, αλλά τουλάχιστον έχουν την ευκαιρία να «παρηγορηθούν». Πώς; Μα βλέποντας μια παράλληλη κίνηση που συντελείται παραδίπλα…
Ανάμεσα στους συναδέλφους τους που εργάζονται σε ιδιωτικά σχολεία, παρατηρείται ένα ισχυρό ρεύμα προς τη… Δημόσια Εκπαίδευση. Πόσο δεινή είναι άραγε η εργασιακή κατάσταση στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό τομέα, για να αποφασίζουν τόσοι άνθρωποι να καταφύγουν στο «μικρότερο κακό» και να θεωρούν ως τέτοιο εκείνο που μειώνει δραματικά, μέσα σε μία τριετία, το ενδιαφέρον για δουλειά στα δημόσια σχολεία; Μια πρόσφατη ανακοίνωση της ΟΙΕΛΕ (ΕΔΩ )εμπεριέχει κάποιες απαντήσεις.
Σήμερα δεν κινδυνεύει να εξοβελιστεί από το δημόσιο σχολείο κάποιος ή κάποια εκπαιδευτικός για γενικά «μιαρά κοινωνικά φρονήματα». Κινδυνεύει «απλώς» να κληθεί σε απολογία επειδή έκανε απεργία ή και να περιέλθει σε καθεστώς «δυνητικής αργίας» για συνδικαλιστική δράση, έστω κι αν αυτή βασίζεται σε αποφάσεις συνδικαλιστικών οργάνων.
Σήμερα δεν θα ακούσει κανένας εκπαιδευτικός από στόμα κυβερνητικού στελέχους πως είναι περιττό να μαθαίνουν οι μαθητές τις ιδέες των «αναρχικών» Γαλιλαίου και Μοντεσκιέ, όπως έλεγε κάποτε το «πρωτοπαλίκαρο» της χούντας, Ιωάννης Λαδάς. Αλίμονο, επήλθε πρόοδος από τότε… Τώρα «απλώς» η Εκπαίδευση καλείται να ευθυγραμμιστεί με ορισμένες μεγάλες… ανακαλύψεις, των τελευταίων ετών. Όπως πχ η αξέχαστη γνωμάτευση του Αδ. Γεωργιάδη πως η Κοινωνιολογία κάνει «τα παιδιά αριστερά» (Σεπτέμβριος 2018).
Η εξουθενωτική και… πονηρή γραφειοκρατία
Σήμερα ο εκπαιδευτικός δεν τρέμει έναν μεμονωμένο επιθεωρητή που μπορεί να είναι αδαής, ανόητα σχολαστικός, ή και ανίκανος να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, ακόμη και στο «ψυχρά» διαχειριστικό πεδίο – όχι μόνο σε παιδαγωγικό. Σήμερα έχει να αντιμετωπίσει μια γενικευμένη, θεσμοθετημένη, εξουθενωτική γραφειοκρατία, που θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη και ανεξήγητη, αν ο σκοπός της δεν ήταν να λειτουργήσει ως πέπλο συγκάλυψης σκοπιμοτήτων. Οι οποίες «εκβάλουν» σε έναν φανερό «στρατηγικό» στόχο: Να αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο το δημόσιο σχολείο.
Για την εφιαλτική γραφειοκρατία μίλησε προσφάτως στο News 247 διευθυντής σχολείου (εδώ) όλη η συνέντευξη – ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει πολλά… πονηρά και ουδόλως ακούσια κάτω από το εν λόγω «πέπλο»). Μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Στο τέλος της σεζόν κλείνεις βιβλία, κλείνεις μητρώα και σχεδιάζεις την επόμενη σεζόν. Ο όγκος είναι και πάλι τεράστιος (…). Αλλά τον Σεπτέμβριο είσαι αναγκασμένος να κάνεις σχεδόν τα ίδια για να διαπιστώσεις αν άλλαξε κάτι η όχι. Γιατί; Διότι στόχος τους είναι να “κόψουν” προσωπικό. Ας πούμε ελέγχουν μήπως μειώθηκαν τελικά τα παιδιά στο ολοήμερο για να “κοπεί” κάποιος εκπαιδευτικός. Στο δικό μας σχολείο δεν ήρθαν ποτέ δύο συγκεκριμένες ειδικότητες. Και κλείσαμε και ένα τμήμα από το ολοήμερο».
Ακόμη και η «Καθημερινή» απομυθοποιεί την «αξιολόγηση»…
Ίσως κάποιος υποθέσει ότι, έστω κι έτσι, η περιλάλητη «αξιολόγηση» παρέχει ορισμένα ουσιαστική ψήγματα εξακρίβωσης ικανοτήτων, που θα μπορούσαν να αποδειχθούν γόνιμα σε μια διαδικασία βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου. Έλα όμως που ακόμη και η φιλοκυβερνητική «Καθημερινή» δείχνει πια απρόθυμη να ενστερνιστεί αυτά τα παραμύθια, όπως δείχνει και το άρθρο της 4ης Ιουνίου 2026: «Μέσα σε αυτή την πενταετία η διαδικασία της αξιολόγησης δοκιμάστηκε. Και από νωρίς φάνηκαν τα προβλήματά της (…). Έχει καταντήσει προσχηματική. Στο τέλος του σχολικού έτους, οι εκπαιδευτικοί τρέχουν να συμπληρώσουν τα… κουτάκια της αξιολόγησης στο πεδίο που έχουν αναλάβει, για να προωθηθεί αρμοδίως στις διοικητικές υπηρεσίες και να μην ‘εκτεθεί’ το σχολείο».
Επιπλέον, εδώ έχουμε και κάτι οξύμωρο: Υποτίθεται ότι η κεντρική εξουσία κινείται στο πνεύμα του «οι πάντες αξιολογούνται», «όλοι κρίνουν και όλοι κρίνονται», κλπ. Όμως, με το νόμο 4823/2021 της Νίκης Κεραμέως, εξαιρέθηκαν οι αιρετοί εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών από τη σύνθεση των Συμβουλίων Επιλογής που αναδεικνύουν στελέχη της Εκπαίδευσης. Βλέπετε, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να νιώσουν και «θεσμικά» παραγκωνισμένοι, όχι μόνο οικονομικά…
«Για να’ ρθει ο δεσπότης και μέγας φαγοπότης»…
Φυσικά υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στο 1968 και το 2026 σχετικά και με τη γενναιοδωρία προς τα άμφια. Τώρα, αποδέκτες αυτής της γαλαντομίας είναι οι «υψηλόβαθμοι» της Ιεραρχίας και όχι το σύνολο των κληρικών, των οποίων ο επίσημος αριθμός πλησιάζει πλέον τις έντεκα χιλιάδες.
Σημασία έχει εν προκειμένω να ικανοποιηθούν οι «αρμοί της (θρησκευτικής) εξουσίας». Να σταλούν τα δέοντα μηνύματα. Να χαρεί, να τονωθεί – σε ηγετικό επίπεδο – και ει δυνατόν να διευρυνθεί η «Δεξιά του Κυρίου». Κι όλα αυτά, χωρίς να κατηγορηθεί η κυβέρνηση ότι σπαταλά άφθονο δημόσιο χρήμα. Οι κατώτεροι θα αρκεστούν στα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την καθημερινή συναναστροφή με το «ποίμνιο». Και, ποιος ξέρει, στο μέλλον μπορεί να προβλεφθεί το «κάτι τι παραπάνω» για όλους.
Αλλά, οποία μιζέρια και μεμψιμοιρία! Μα να γίνεται τόσος ντόρος για τον διπλασιασμό των αποδοχών περίπου ενενήντα ανθρώπων; Και να υποτιμάται βάναυσα το κρίσιμο πολιτισμικό και θρησκευτικό και «μπρα ντε φερ» ανάμεσα σε μητροπολίτες και… μουφτήδες; (Για να θυμηθούμε την «επιχειρηματολογία» του κυβερνητικού εκπροσώπου.)
Αφήστε που είναι και παλιομοδίτικη μια τέτοια κριτική. Μια φορά κι έναν καιρό, το Πάσχα οι άνθρωποι τραγουδούσαν εκείνο το «ψήσου γίδα μ’ ψήσου και ροδοκοκκινίσου, να σε ξεκοκαλίσου μ’ ένα κουβά κρασί», αλλά κάποια ασεβής… συνιστώσα της λαϊκής παράδοσης («αναρχοκομμούνια» της παλιάς εποχής) επέμενε σε άλλη εκδοχή: «Ψήσου γίδα μ’ ψήσου και ροδοκοκκινίσου, για να’ ρθει ο δεσπότης και μέγας φαγοπότης». Με τις σημερινές τιμές του κρέατος θα ήταν ατιμία να μην αναγνωριστεί η ανάγκη εκάστου «δεσπότη – φαγοπότη» στο «κάτι παραπάνω».
Πρώτη η Ελλάδα στην αναλογία ιερέων ανά 100.000 κατοίκους
Σε τελική ανάλυση, δεν αξίζουν απολαβές ολοένα και υψηλότερες οι ηγέτες ενός «σώματος», του οποίου το ειδικό βάρος στην ελληνική κοινωνία γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο;
Τον Νοέμβριο του 2018 εξακριβώθηκε ότι στη χώρα μας εμφανιζόταν η μεγαλύτερη – στην Ευρώπη – αναλογία ιερέων, ανά 100.000 κατοίκους. Συγκεκριμένα, βάσει στοιχείων των Πατριαρχείων και των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, αντιστοιχούσαν στην Ελλάδα 87,7 ιερείς ανά 100.000 κατοίκους. Δεύτερη στην κατάταξη ερχόταν η Ιταλία με 82,8, τρίτη η Ρουμανία με 80,1, τέταρτη η Πολωνία με 70,1, το Βέλγιο με 64,1 κοκ.(εδώ).
Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό πόσο… ξεχωριστός είναι αυτός ο δείκτης στην Ελλάδα, ας αναφερθεί κάτι: Στον εν λόγω κατάλογο περιλαμβάνονται 29 χώρες, στις 19 εκ των οποίων ήταν κάτω των 50 οι ιερείς που αναλογούσαν σε 100.000 κατοίκους (εδώ https://www.romfea.gr/diafora/24738-i-ellada-analogika-exei-tous-perissoterous-iereis-stin-europi). Ο μέσος όρος είναι 43,8, δηλαδή ο μισός του ελληνικού.
Αυτά, προ επταετίας. Δεδομένου ότι έκτοτε οι ιερείς στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά τι και ο συνολικός πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 358.509 άτομα ανάμεσα στο 2018 και το 2025, υποθέτουμε ότι τα όποια στοιχεία του εγγύς μέλλοντος θα μας φανερώσουν ένα μεγαλοπρεπέστερο (άνω του 90) αντίστοιχο δείκτη.
Μήπως χρειαζόμαστε κι ένα πρόγραμμα μαζικού… εξορκισμού;
Τώρα δεν ζούμε στην «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών». Ζούμε όμως στην Ελλάδα της ανείπωτης ακρίβειας και της μισθολογικής εσχατιάς, όπου η μεν μάχη για αξιοπρεπή διαβίωση αναδεικνύει ένα συνεχές «βόηθα Παναγιά», το δε επάγγελμα του ιερέα φαντάζει ως προσφερόμενη σανίδα σωτηρίας, μέσα στη γενική ανασφάλεια και επισφάλεια.
Σκεφθείτε, λοιπόν, καλά, προτού δυσφορήσετε με την τόση… πάχυνση των αποδοχών του αρχιεπισκόπου και των μητροπολιτών. Οι άνθρωποι αυτοί ηγούνται ενός μεγάλου «στρατού σωτηρίας», αλλά και μιας ιδιότυπης «ΔΥΠΑ» (της υπηρεσίας που αντικατέστησε τον ΟΑΕΔ). Η ρομφαία τους δεν απειλεί μόνο την αθεϊα και την όποια φθορά των χριστιανικών παραδόσεων, αλλά και το «brain drain». Κι αν επιμένετε όλα αυτά να μην τα θεωρείτε επαρκείς λόγους για τέτοια μισθολογική ανέλιξη, να ξέρετε ότι γίνεστε υποχείρια – έστω και ασυνείδητα – των μουφτήδων. Και πως κατέλαβε την ψυχή σας ο Σατανάς, με τη μορφή του «κοινωνικού αυτοματισμού», για να θυμηθούμε ξανά τον Παύλο Μαρινάκη.
Ποιος ξέρει, ίσως ένα πρόγραμμα μαζικού εξορκισμού, για να απέλθει «το κακό», να ήταν μια καλή μέθοδος κατά των αμφισβητήσεων. Αλλά κι ένα κίνητρο για να δοθούν «έξτρα» και «πριμ» στους κληρικούς που θα αναλάβουν τη σωτηρία μας…

