Ως γνωστόν το τραγούδι είναι δημιουργία του Νίκου Γκάτσου, οι στίχοι, και του Μάνου Χατζιδάκι η μουσική. Είναι επίσης γνωστό πως ο κληρονόμος του Μάνου Χατζιδάκι είναι ο θετός του γιος Γιώργος, στον οποίο ο συνθέτης άφησε τα όσα. Τα τραγούδια μου έχω, αν ήμουν περιπτεράς θα του είχα αφήσει το περίπτερο για να ζήσει, είχε πει. Κι έτσι όπως έχουν τα πράγματα καλύτερα να είχε κληρονομήσει ένα περίπτερο ο Γιώργος, καθώς με τα τραγούδια του Μάνου δεν φαίνεται να τα πηγαίνει καλά. Ή μάλλον τα έχει μπερδέψει με το περίπτερο και τα διαχειρίζεται αναλόγως.
Το πρόσφατο, τελευταίο προς το παρόν, κρούσμα είναι η απαγόρευση στον Μανώλη Μητσιά να τραγουδήσει το Γιάννη το φονιά. Το οποίο τραγούδι και οι δυο δημιουργοί είχαν γράψει για τον εν λόγω τραγουδιστή. Πέρσι ο ίδιος κληρονόμος είχε απαγορεύσει στη Νατάσα Μποφίλιου και το Γιάννη Χαρούλη να πουν τα τραγούδια του Χατζηδάκι σε περιοδεία που είχαν προγραμματίσει για να παρουσιάσουν την ελληνική μουσική σε όλο τον κόσμο.
Προφανώς ανακύπτει το ερώτημα ποιο είναι και ως που μπορεί να φτάνει το δικαίωμα ενός κληρονόμου στα δημιουργήματα τα οποία αποτελούν παγκόσμια παρακαταθήκη. Και ασφαλώς οι νομικοί θα πρέπει να αναζητήσουν τα πρέπει και μπορεί, τα ίσως και τα διότι των σχετικών ρυθμίσεων.
Αλλά το κουβάρι δεν ξεμπλέκεται. Γιατί υπάρχει μπροστά ένα τρομακτικό τοτέμ. Ογκώνεται και καταβροχθίζει ανθρώπους συνειδήσεις και δημιουργίες, ενίοτε μαζί με τους δημιουργούς τους, ζωντανούς ή πεθαμένους.
Το τοτέμ αυτό είναι σύγχρονος θεός και ακολουθείται από δισεκατομμύρια πιστούς, που θυσιάζουν στο όνομά του και για την εύνοια του. Κι αυτό εισδύει στην καθημερινή ζωή των πιστών του. Στη συνείδηση, στην πνευματική, ψυχική, συναισθηματική υπόσταση τους. Τους οδηγεί και τους αλλάζει. Ένας θεός που επεκτείνει την κυριαρχία του μέρα με τη μέρα και απειλεί τη ζωή μας.
Είναι αυτός που επιτρέπει, επιβάλλει πες, στον έναν να αντιπροβάλλει στον άλλο το καταλυτικό επιχείρημα: αυτό είναι ΔΙΚΟ ΜΟΥ. Είναι αυτός που λέει πως αντί να διεκδικήσεις μια πλατεία κι ένα πάρκο με πράσινο στη γειτονιά σου, για να παίζουν τα παιδιά σου μαζί με τα άλλα, καλύτερα χίλιες φορές να φτιάξεις εσύ έναν περιφραγμένο χώρο, προστατευμένο με μαντρότοιχο, καμιά φορά και με ηλεκτροφόρα καλώδια, να σπείρεις γκαζόν, να κάνεις μια παιδική χαρά ή και μια πισίνα, για να παίζουν μόνα (και υποτίθεται προφυλαγμένα) τα δικά σου παιδιά.
Είναι το τοτέμ-θεός της ιδιοκτησίας, που απειλεί να ερημοποιήσει το τοπίο.
Ο οποίος θεωρεί πως το φυσικό είναι να μπορεί ο κληρονόμος, ή ο κάθε ιδιοκτήτης, να συμπεριφέρεται απέναντι στους άλλους όχι ως κοινωνία αλλά ως ατομικός κυρίαρχος που ορίζει το τι μπορούν και τι όχι να ακούνε και, εν τέλει να αισθάνονται.
Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι από εκείνους τους συνθέτες της παλιότερης γενιάς που έχει μεγάλη διείσδυση στη νεώτερη. Νέοι μουσικοί διασκεύζαν ή απλώς εκτελούσαν τραγούδια του, κι ένα νέο ακροατήριο ερχόταν σε επαφή με τη μουσική του. Αλλά αυτό το ρεύμα έχει ανακοπεί από τον κληρονόμο. Όπως έχει ανακοπεί και οποιαδήποτε «μη εγκεκριμένη» χρήση των τραγουδιών. Αν κάναμε την ανατριχιαστική υπόθεση πως την ίδια τακτική θα ακολουθούσαν οι κληρονόμοι μερικών ακόμη ή και όλων των μεγάλων, του Θεοδωράκη, του Μικρούτσικου, του Μαρκόπουλου, του Κουγιουμτζή κ.λπ. αναρωτιέμαι σε τι έρημο τοπίο, και όχι μουσικό, θα είχαμε κληθεί να ζήσουμε. Θα μέναμε μόνοι και ανυπεράσπιστοι απέναντι στους Οικονομόπουλους, Ρουβάδες, τους φίλους της πρέσβειρας και τους εκλεκτούς των καναλιών, απέναντι σε όλη την αισθητική της ιδιοκτησίας που εκφράζουν (γιατί μια ιδεολογία μπορεί και πρέπει να παράγει τη δική της αισθητική).
Στην προκειμένη περίπτωση του Γιώργου Χατζιδάκι ο λόγος της απαγόρευσης δεν είναι βέβαια πως προστατεύεται το έργο του συνθέτη από τις κακοποιήσεις, καθώς ο Μανώλης Μητσιάς ήταν εκείνος που θα εκτελούσε το συγκεκριμένο τραγούδι. Οι πληροφορίες λένε, οι οποίες γίνονται πιο ισχυρές ύστερα και από τη δήλωση του υπουργείου Πολιτισμού πως δεν έχει καμία ανάμειξη, πως ο κληρονόμος έχει εκχωρήσει τα δικαιώματα στην εταιρεία Panik Records (συνδεδεμένη, λένε, με μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο) και η οποία τα τραγούδια που διακινεί βρίσκονται πολύ μακριά από την αισθητική του Μάνου Χατζιδάκι.
Το ζήτημα τίθεται κατά έναν τέτοιο αμείλικτο τρόπο. Και όχι με βάση το δικαίωμα του αστικού (και με τις δύο έννοιες) δικαίου.
Εκείνο που μας σώζει ακόμη όμως είναι πως οι άνθρωποι ακόμη αντιδρούν και μάλιστα αποφασιστικά και έξυπνα. Όπως οι θεατές της συναυλίας που συνέχισαν να τραγουδούν το τραγούδι όταν ο Μητσιάς απάγγειλε τους στίχους. Όπως η Έρη Ρίτσου που έγραψε: «Στη ζωή μου προσπαθώ να είμαι και να γίνομαι καλός άνθρωπος σαν και τους γονείς μου και να επιβεβαιώνω πως αξίζει να υπάρχω στη γη λόγω των πράξεών μου και όχι λόγω της δημιουργίας/προσφοράς των γονιών μου, που ανήκε στους ίδιους καθώς και σε όσους εκείνοι αφιέρωναν το έργο τους, είτε ήταν το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθυνόταν ο πατέρας μου, είτε οι ασθενείς τους οποίους θεράπευε η μητέρα μου. Τα παραπάνω σκεφτόμουνα με αφορμή την επικαιρότητα και τα διάφορα τραγελαφικά των “κληρονόμων”». Όπως όλοι εκείνοι που εξεγέρθηκαν εναντίον της ανοησίας και της απειλής του σκότους.
Ο κόσμος μας εξακολουθεί να ζει και να αισθάνεται!

