Περιπλανήσεις στις ρωγμές του Νότου, της Τέας Βασιλειάδου

 

Αβάνα, Βαρκελώνη και Αθήνα μέσα από το πρίσμα της λογοτεχνίας και της αστικής αντίστασης

«Αυτό είναι ένα βιβλίο που ήθελα πάντα να γράψω. Μόνο πραγματοποιώντας μια τέτοια άσκηση εξορκισμού θα μπορούσα να ικανοποιήσω μια από τις πιο σταθερές εμμονές μου. Και συνήθως είμαι αρκετά εμμονικός. Αυτό το βιβλίο είναι ένα τραγούδι αγάπης για την πόλη που γεννήθηκα και ζώ, όπου γράφω και υποφέρω, το σημείο του κόσμου στο οποίο ανήκω, σαν αμετάκλητη ευλογία ή συμφορά σαν το νερό που σε τούτο η νησί μας κυκλώνει από παντού».

Με αυτά τα λόγια, ο Λεονάρδο Παδούρα εισάγει το έργο του «Αβάνα. Περιπλανήσεις στο χώρο και στον χρόνο», (εκδόσεις Καστανιώτη, 2026, μετάφραση Κώστας Αθανασίου), ένα κείμενο που αρνείται να παραδοθεί στην εύκολη, τουριστική εξιδανίκευση της κουβανικής πρωτεύουσας. Δεν πρόκειται για έναν τυπικό ταξιδιωτικό οδηγό, αλλά για μια βαθιά ανατομία της αστικής γεωγραφίας, ιδωμένης ως το ζωντανό αποτύπωμα των κοινωνικών σχέσεων και των ιστορικών μετασχηματισμών. Ο Παδούρα, μόνιμος κάτοικος της λαϊκής συνοικίας Μαντίγια, αντιλαμβάνεται την Αβάνα ως έναν ζωντανό οργανισμό, όπου κάθε ρωγμή στους τοίχους και κάθε θρυμματισμένο μπαλκόνι αφηγούνται την ιστορία των ανθρώπων που τα έχτισαν, τα κατοίκησαν και, τελικά, αποκλείστηκαν από αυτά. Αυτή η ανατομία δεν γίνεται από την ασφαλή απόσταση ενός θεωρητικού, αλλά μέσα από τα βιώματα μιας ιδιότυπης «παράλληλης αυτοβιογραφίας», όπου η προσωπική μνήμη συναντά τη συλλογική μοίρα της εργατικής τάξης.

Αυτή ακριβώς η σύνδεση της προσωπικής ματιάς με τη συλλογική μοίρα της κοινωνικής βάσης επαναλαμβάνεται, με μια αντίστροφη αλλά εξίσου γοητευτική δυναμική, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην «Πόλη των Θαυμάτων» του Εδουάρδο Μεντόθα. (Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1992, μετάφραση Μαρία Χατζηγιάννη). Ο Μεντόθα δεν γράφει από την ασφάλεια ενός ιστορικού, αλλά χρησιμοποιεί την άνοδο του ήρωά του, Ονούφρε Μπουβίλα, από τη φτώχεια στην απόλυτη οικονομική κυριαρχία, ως μια παράλληλη βιογραφία της ίδιας της Βαρκελώνης της περιόδου 1888-1929. Αν η Αβάνα του Παδούρα είναι μια άσκηση εξορκισμού της φθοράς, η Βαρκελώνη του Μεντόθα είναι μια ανατομία της γέννησης και της υλικής ανόδου, ένας βίαιος, σχεδόν μαγικός μετασχηματισμός υπό τον πυρετό του πρώιμου καπιταλισμού, του τυχοδιωκτισμού και του κέρδους.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι συγγραφείς μάς προσφέρουν ένα πολύτιμο μάθημα λογοτεχνικής κουζίνας, αποκαλύπτοντας πώς οι πόλεις δεν αποτελούν το απλό σκηνικό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αλλά τη γενεσιουργό αιτία τους. Είτε πρόκειται για την υλική επιβίωση κατά τη δύσκολη «Ειδική Περίοδο» της δεκαετίας του ’90 στην Αβάνα, που γέννησε τις αστυνομικές υποθέσεις του Μάριο Κόντε, είτε για τον άγριο ανταγωνισμό των Παγκόσμιων Εκθέσεων στη Βαρκελώνη, η καθημερινότητα των λαϊκών στρωμάτων ξεδιπλώνει τις εσωτερικές αντιφάσεις της σύγχρονης αστικής πραγματικότητας.

Διαβάζοντας αυτά τα έργα, ένιωσα την ανάγκη να ενώσω την Αβάνα και τη Βαρκελώνη με την Αθήνα, μέσα από αφορμές που για μένα είναι βαθιά βιωματικές και μεθοδολογικές. Έχοντας περπατήσει στους δρόμους της Αβάνας κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας το 1979, ένιωσα εκείνη τη μοναδική, ηλεκτρισμένη μαγεία μιας ζωντανής, παλλόμενης ανθρώπινης ενέργειας που διεκδικεί τον χώρο της έξω, στον δρόμο, μακριά από τη ρομαντική «ρετρό» αισθητική των τουριστών. Χρόνια μετά, βρέθηκα στη Βαρκελώνη της μεταολυμπιακής εποχής, αντικρίζοντας μια πόλη που είχε πια μεταμορφωθεί σε ένα τουριστικό, πανέμορφο τοπίο, μια σχεδιασμένη βιτρίνα έτοιμη προς παγκόσμια κατανάλωση. Αυτές οι δύο διαφορετικές στιγμές της ζωής μου έγιναν το δικό μου εργαλείο: από τη μία η άναρχη, αυθεντική ενέργεια του δρόμου και από την άλλη η γοητεία μιας πόλης που ανακαινίστηκε για να αρέσει στους ξένους. Όποιος έχει ζήσει αυτές τις δύο εκδοχές, αναγνωρίζει στην Αθήνα το ίδιο κοινό ρεύμα μεσογειακής και καραϊβικής ιδιοσυγκρασίας, όπου η πολιτική ιστορία είναι γραμμένη στους τοίχους. Οι δύο συγγραφείς μάς μαθαίνουν να ξεφλουδίζουμε αυτή τη βιτρίνα —είτε των ερειπίων είτε του ολυμπιακού κάλλους— και να αναζητούμε την αλήθεια στις ρωγμές και στην υλική πραγματικότητα της κοινωνικής βάσης.

Μόνο αν κατανοήσουμε αυτό το κοινό πρίσμα, μπορούμε να δούμε πώς αυτές οι τρεις πόλεις ακολούθησαν ιστορικά διαφορετικά μονοπάτια, που όμως σήμερα καταλήγουν στο ίδιο αστικό αδιέξοδο.

Η Αβάνα είναι μια πόλη βίαια αποκλεισμένη από έναν διεθνή καπιταλιστικό κλοιό, πνιγμένη από ένα εγκληματικό, μακροχρόνιο οικονομικό εμπάργκο που στερεί από την κοινωνική της βάση ακόμα και τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης· η «αισθητική των ερειπίων» της δεν είναι αρχιτεκτονική επιλογή, αλλά το αποτέλεσμα ενός ιμπεριαλιστικού αποκλεισμού που πουλήθηκε ως «παγωμένη στον χρόνο» νοσταλγία. Στην Αθήνα, αντίθετα, η δική μας αστική μνήμη δεν πληγώθηκε από έναν εξωτερικό αποκλεισμό, αλλά θυσιάστηκε εκ των έσω, στον βωμό της μεταπολεμικής αντιπαροχής, προκειμένου ο ελληνικός καπιταλισμός να στεγάσει γρήγορα το εργατικό δυναμικό και να κινήσει την οικονομία της οικοδομής. Στη δε Βαρκελώνη, ο μετασχηματισμός καθορίστηκε από μια επιθετική, συγκεντρωτική συσσώρευση κεφαλαίου, όπου το κράτος και η αστική τάξη συνεργάστηκαν για να επανασχεδιάσουν την πόλη ως πεδίο κερδοσκοπίας, θυσιάζοντας ιστορικές εργατικές συνοικίες στον βωμό της διεθνούς βιτρίνας.

Το αποτέλεσμα, αν και οπτικά διαφορετικό στην αφετηρία του, είναι δομικά κοινό: η απώλεια του ιστορικού ιστού προς όφελος μιας νέας οικονομικής διευθέτησης που επιβάλλεται από τις ανάγκες της εκάστοτε εποχής. Αυτός ο ταξικός αποκλεισμός και ο αστικός εκτοπισμός λαμβάνουν χώρα παράλληλα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ο Παδούρα περιγράφει μια Αβάνα βίαια χωρισμένη στα δύο, όπου η ίδια καπιταλιστική αγορά που αποκλείει το νησί, εισβάλλει προνομιακά μέσω του τουριστικού συναλλάγματος για να εξαγοράσει την ιστορία του, αποκλείοντας τους ίδιους τους Κουβανούς. Στη Βαρκελώνη, αυτός ο μηχανισμός εξελίχθηκε σε αυτό που η πολεοδομία ονομάζει «Μοντέλο της Βαρκελώνης», μετατρέποντας τις ιστορικές γειτονιές σε αποστειρωμένα θεματικά πάρκα όπου οι ντόπιοι αποτελούν πλέον μειονότητα. Στην Αθήνα του σήμερα, βιώνουμε την ίδια ακριβώς βία μέσω των επιθετικών επενδύσεων στο real estate, των βραχυχρόνιων μισθώσεων, των funds και της «Χρυσής Βίζας». Γειτονιές με έντονη πολιτική και κοινωνική μνήμη μετατρέπονται σε αποστειρωμένα θεματικά πάρκα για εύπορους επισκέπτες, εκτοπίζοντας την εργατική τάξη, τους μόνιμους κατοίκους και τη νεολαία μέσω των εξωφρενικών ενοικίων.

Μεταφέροντας, λοιπόν, το πρίσμα των συγγραφέων στην ελληνική πραγματικότητα, η σύγκριση γεννιέται από ένα βαθύ αίσθημα κοινού κινδύνου. Βλέποντας πώς ο τουρισμός απειλεί να μετατρέψει την Παλιά Αβάνα και το ιστορικό κέντρο της Βαρκελώνης σε αποστειρωμένα σκηνικά, συνειδητοποιείς ότι το ίδιο «clean» βορειοευρωπαϊκό μοντέλο —όχι της καθαριότητας των δρόμων, αλλά της επιθετικής αποστείρωσης του δημόσιου χώρου— επιχειρείται να επιβληθεί βίαια στα Εξάρχεια, στο Κουκάκι και στην Κυψέλη… Είναι το μοντέλο που θέλει την πόλη «απολυμασμένη» από την πραγματική της ζωή, τις φωνές, τα πολιτικά συνθήματα και την αυθόρμητη καθημερινότητα των ανθρώπων, προκειμένου να μετατραπεί σε ένα καλοκουρδισμένο, βιομηχανοποιημένο τουριστικό προϊόν —σε ένα απέραντο ζωντανό μουσείο, προσβάσιμο μόνο για όσους έχουν να καταναλώσουν. Δεν πρόκειται για μια αυθαίρετη σύγκριση, αλλά για την αποκάλυψη των ίδιων παγκόσμιων νόμων με τους οποίους το κεφάλαιο διαμορφώνει και αναδιατάσσει το αστικό τοπίο.

Όμως, η πόλη παραμένει πάντα καταφύγιο, περιθώριο και ζωντανός δρόμος. Στην Κούβα, οι στοές, τα στενά και τα solares γίνονται ο χώρος όπου αναπνέει η συλλογική εφευρετικότητα των ανθρώπων για επιβίωση. Στη Βαρκελώνη, οι λαϊκές συνοικίες του λόφου του Μοντζουίκ και του Πομπλενού μετατράπηκαν ιστορικά σε εστίες άγριας ταξικής συνείδησης και ανυπότακτων αγώνων, μια παράδοση που συνεχίζεται σήμερα μέσα από ισχυρά κινήματα γειτονιάς και αυτοοργανωμένους χώρους. Αντίστοιχα στην Αθήνα, η αστική καθημερινότητα κρατιέται ζωντανή από τα ίδια τα λαϊκά της στρώματα, τη νεολαία που επιμένει να διεκδικεί τις πλατείες, και την παράλληλη επιβίωση των μεταναστών και των προσφύγων στα υπόγεια του κέντρου. Τα παλιά καφενεία, οι λαϊκές αγορές, τα στενά των προσφυγικών και οι εσωτερικές αυλές των παλιών πολυκατοικιών γίνονται αναχώματα.

Η Μαντίγια του Παδούρα, οι εργατικές γειτονιές του Μεντόθα, τα Εξάρχεια, τα Πετράλωνα, τα ατίθασα προσφυγικά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, η Κυψέλη γίνονται έτσι παράλληλα χαρακώματα στην ίδια αστική μάχη. Και επειδή η λογοτεχνία είναι αυτή που διασώζει την αστική μνήμη πριν την προλάβει η μπουλντόζα της τουριστικής μονοκαλλιέργειας, οι ελληνικές λογοτεχνικές αναφορές έρχονται σαν αναγκαίες πινελιές σε αυτόν τον αγώνα. Η Αθήνα του Γιάννη Μαρή μάς θυμίζει ότι ο δρόμος και η γειτονιά έχουν τη δική τους, αυτόνομη νουάρ ζωή που καμία εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως. Η «Κυρία Κούλα» του Μένη Κουμανταρέα μάς δείχνει ότι η ανθρώπινη επιθυμία και η επικοινωνία θα βρίσκουν πάντα ρωγμές να αναπνεύσουν μέσα στα βαγόνια του αστικού Ηλεκτρικού, εκεί όπου η μικροαστική και εργατική τάξη διασώζει την ανθρωπιά της. Και τα «Οπωροφόρα της Αθήνας» του Σωτήρη Δημητρίου γίνονται ο απόλυτος ύμνος σε αυτή την επιμονή της ανθρώπινης επαφής: μια υπενθύμιση ότι όσο οι άνθρωποι συναντιούνται και συνομιλούν κάτω από τις νεραντζιές και τις λεμονιές των αθηναϊκών δρόμων, η πόλη θα παραμένει ζωντανός οργανισμός και όχι τουριστικό προϊόν.

Αυτή η άσκηση εξορκισμού, για να δανειστώ τα λόγια του Παδούρα, είναι τελικά και το δικό μας τραγούδι αγάπης για την Αθήνα. Μια πόλη που τη βλέπουμε να αλλάζει βίαια, που μας πληγώνει, αλλά παραμένει αμετάκλητα το σημείο του κόσμου στο οποίο ανήκουμε —η δική μας αμετάκλητη ευλογία.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ