Το έργο που… έχουμε ξαναδεί: Ο Κασιδιάρης «τρώει» τον Κασιδιάρη και μας «ξανασυστήνεται», του Γιώργου Σαχίνη

Πηγή: Νέα Κρήτη

Ο καταδικασμένος για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή” βγαίνοντας από τη φυλακή “πουλά” ξανά “αντισυστημικότητα” σε όσους είναι πρόθυμοι να τον ακούσουν.

Ο Κασιδιάρης “τρώει” τον Κασιδιάρη και ξανασυστήνεται ως… αντισυστημικός. Από καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης σε «πολιτικό κρατούμενο»… Εδώ υπάρχει κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό. Ο Κασιδιάρης βγαίνει από τη φυλακή και μαζί του βγαίνει, για δεύτερη φορά, και ο μηχανισμός πολιτικού “ξεπλύματος” της εικόνας του.

Όχι, δεν αποφυλακίστηκε επειδή ήταν νεοναζί. Όχι, δεν καταδικάστηκε επειδή είχε αυτές τις ιδέες. Καταδικάστηκε για κάτι πολύ συγκεκριμένο: για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή”. Αυτό είναι το δικαστικό δεδομένο και δε χρειάζεται ούτε να το διογκώνουμε ούτε να το μικραίνουμε. Η ποινή που του επιβλήθηκε ολοκληρώθηκε την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου του 2026 κι είναι ελεύθερος. Και ακριβώς επειδή το δεδομένο είναι τόσο συγκεκριμένο, έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται σήμερα να ξαναγραφτεί η πολιτική του βιογραφία. Ο καταδικασμένος γίνεται «διωκόμενος». Ο φυλακισμένος γίνεται «θύμα του συστήματος». Η φυλακή μετατρέπεται σε παράσημο αντισυστημικότητας.

Και η καταδίκη για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης βαφτίζεται περίπου… τίμημα επειδή κάποιος «δε μάσησε». Μόνο που εδώ η προπαγάνδα έχει ένα μικρό πρόβλημα.

Τα γεγονότα αντιστέκονται στο rebranding 

Ο πιο έξυπνος τρόπος να “ξεπλύνεις” κάποιον είναι να τον αφήσεις να ξεπλύνει μόνος του τον εαυτό του. Αυτό είναι το καινούργιο κόλπο. Δε χρειάζεται να πει ο Κασιδιάρης «δεν είμαι αυτός που ήμουν». Αρκεί να σταματήσει να μιλά για όσα δεν τον συμφέρουν και να αρχίσει να μιλά για όσα τον συμφέρουν. Πατρίδα. Σύστημα. Ελευθερία. Πολιτική δίωξη. «Καθαρά χέρια» και από κάτω οι δικοί του να συμπληρώνουν το αφήγημα. Να λένε ότι «τον φοβήθηκε το σύστημα». Ότι «τον έβαλαν φυλακή επειδή ήταν επικίνδυνος πολιτικά». Ότι «εξέτισε την ποινή του και επιστρέφει».

Μέχρι που κάποια στιγμή ο ίδιος ο άνθρωπος που καταδικάστηκε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης εμφανίζεται περίπου ως ο αδικημένος της ιστορίας.

Ο Κασιδιάρης “τρώει” τον Κασιδιάρη 

“Τρώει” τον παλιό Κασιδιάρη με τη νέα του εικόνα και το ακροατήριο καλείται να ξεχάσει όσα δε χωράνε στο καινούργιο αφήγημα. Το νέο “μαγείρεμα”: όχι πια ο παλιός Χρυσαυγίτης, αλλά ο «σοβαρός δεξιότερα όλων»… Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της επιχείρησης.

Γιατί το καινούργιο προϊόν δεν μπορεί να βγει στην αγορά με την παλιά συσκευασία. Η παλιά Χρυσή Αυγή έχει βάρος. Έχει δικαστικές αποφάσεις. Έχει τάγματα εφόδου. Έχει βία. Έχει δολοφονήσει τον Παύλο Φύσσα. Έχει τη δημόσια εικόνα μιας εγκληματικής οργάνωσης που λειτουργούσε κάτω από τον μανδύα πολιτικού κόμματος. Αυτό το προϊόν δεν πουλιέται εύκολα ξανά. Άρα τι κάνεις;

Δεν το πετάς. Το ξανασυσκευάζεις. Ο Κασιδιάρης δε χρειάζεται να εμφανίζεται πλέον ως ο παλιός Κασιδιάρης. Μπορεί να εμφανίζεται ως ο «σοβαρός εθνικός πατριώτης». Ως ο άνθρωπος «δεξιότερα από το σύστημα». Ως εκείνος που «λέει αυτά που οι άλλοι δεν τολμούν». Ως ο άνθρωπος που «δε χαρίζεται σε κανέναν». Ως ο «αντισυστημικός» που γνωρίζει πλέον καλύτερα τα πράγματα επειδή πέρασε από τη φυλακή. Και κάπως έτσι η φυλακή γίνεται βιογραφικό προσόν. Η καταδίκη γίνεται «πολιτική περιπέτεια». Η απομόνωση (παρότι μια χαρά επικοινωνούσε με τα ΜΚΔ και από τη φυλακή υψίστης ασφαλείας) γίνεται «αντίσταση». Η επιστροφή παρουσιάζεται ως δικαίωση. Μόνο που δεν είναι. Δεν έχουμε έναν πολιτικό που τιμωρήθηκε για τις ιδέες του. Έχουμε έναν καταδικασμένο για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης που εξέτισε την ποινή του και τώρα επιχειρεί να επιστρέψει στην πολιτική. Αυτό είναι το γεγονός. Όλα τα υπόλοιπα είναι αφήγημα.

Το «δεν τον λύγισαν» είναι ίσως το πιο φτηνό πολιτικό πλυντήριο 

Η εικόνα είναι πανίσχυρη. Ο άνθρωπος που μπήκε φυλακή και «δε λύγισε». Ο άνθρωπος που «έμεινε όρθιος». Ο άνθρωπος που «δε ζήτησε συγνώμη από το σύστημα». Ο άνθρωπος που «βγήκε και επιστρέφει». Μόνο που εδώ υπάρχει μια αντιστροφή που αξίζει να την προσέξουμε.

Σε μια δημοκρατία, η καταδίκη για ένα βαρύ ποινικό αδίκημα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πολιτικού ηρωισμού. Η φυλακή δεν είναι σχολή ηγεσίας και η μη μεταμέλεια δεν είναι απαραίτητα γενναιότητα. Κάποιες φορές είναι απλώς μη μεταμέλεια. Αλλά όταν το ακροατήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι «όλοι οι άλλοι είναι διεφθαρμένοι» (και η αλήθεια είναι πως άλλες πτυχές του ίδιου συστήματος φιλότιμα πείθουν γι’ αυτό), τότε ο άνθρωπος που καταδικάστηκε μπορεί πολύ εύκολα να εμφανιστεί ως ο μόνος «καθαρός». Αυτό είναι το πραγματικό μαγείρεμα. Δεν αλλάζουν τα γεγονότα. Αλλάζουν οι λεζάντες κάτω από τα γεγονότα.

Και μετά έρχεται ο πιτσιρικάς που δεν έζησε τίποτα απ’ όλα αυτά 

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ύπουλο σημείο της υπόθεσης. Ένας 18χρονος, ένας 20χρονος, ένας 25χρονος σήμερα δεν έχει ζήσει τη Χρυσή Αυγή στην ακμή της.

Όταν δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας, στις 18 Σεπτεμβρίου, δηλαδή 3 μέρες μετά την αποφυλάκιση Κασιδιάρη, συμπληρώνονται πλέον 13 χρόνια από το 2013, πολλά από τα παιδιά που σήμερα βλέπουν τα τωρινά βίντεο του Κασιδιάρη είτε πήγαιναν Δημοτικό είτε δεν είχαν καν γεννηθεί.

Τι βλέπουν τώρα; Έναν άνδρα με αυτοπεποίθηση. Με σωματική ρώμη. Με πειθαρχία. Με λόγο που εμφανίζεται ως απόλυτος. Με έναν αρχηγό απέναντί του οποίου οι άλλοι μοιάζουν «λίγοι». Με μια ομάδα γύρω του. Με χειροκροτητές. Με την εικόνα του ανθρώπου που «δε φοβάται κανέναν». Για έναν νέο άνθρωπο που δεν έχει ιστορικό ή κοινωνικό υπόβαθρο, αυτό μπορεί να μοιάζει με δύναμη. Κάπου εδώ βρίσκεται η πραγματική ευθύνη. Όχι στο παιδί που δεν ξέρει. Σ’ εκείνους που φρόντισαν να μη μάθει.

Όταν η τεστοστερόνη αντικαθιστά την Ιστορία 

Ο φασισμός πάντα ήξερε να πουλάει εικόνα… Ρώμη. Πειθαρχία. Σώμα. Στολή. Ιεραρχία. Αρχηγός. Υπακοή. Δύναμη.
Καθαρές, απλές απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα και σε μια νεολαία που πρέπει να την ακούσεις πρώτα, πριν καν σκεφτείς να μιλήσεις. Για έναν νέο που ψάχνει ταυτότητα, παρέα, αναγνώριση και έναν κόσμο που να μοιάζει λιγότερο χαοτικός, το πακέτο μπορεί να αποδειχθεί δελεαστικό. Μόνο που η πολιτική δεν είναι γυμναστήριο. Η πειθαρχία δεν είναι δημοκρατία. Η ρώμη δεν είναι επιχείρημα. Και η υπακοή σε έναν αρχηγό δεν είναι πολιτική σκέψη.

Αλλά αν κανείς δεν τα εξηγήσει αυτά στον νέο άνθρωπο, ποιος φταίει όταν εκείνος εντυπωσιάζεται από το περιτύλιγμα; Το παιδί βλέπει τον «δυνατό». Εμείς οφείλουμε να του δείξουμε τι υπάρχει πίσω από την εικόνα. Εδώ είναι που το σύστημα αποτυγχάνει. Γιατί είναι πολύ εύκολο να πεις στον πιτσιρικά: «Μην τον βλέπεις». Πολύ δυσκολότερο είναι να του εξηγήσεις γιατί δεν πρέπει να τον βλέπει σαν πρότυπο. Να του μιλήσεις για τον εθνικοσοσιαλισμό. Για τη Χρυσή Αυγή. Για την εγκληματική οργάνωση. Για τα τάγματα εφόδου. Για τη βία. Για τον Παύλο Φύσσα.

Για τους ανθρώπους που δέχτηκαν επιθέσεις. Για το πώς μια δήθεν «πολιτική» οργάνωση μπορεί να λειτουργεί με λογική ιεραρχίας και πειθαρχίας που θυμίζει παραστρατιωτικό μηχανισμό.

Γιατί διαφορετικά αφήνεις τον αλγόριθμο να κάνει μάθημα Ιστορίας. Και ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται για την Ιστορία. Ενδιαφέρεται για το επόμενο κλικ.

Το άλλο κόλπο: πρώτα ο θόρυβος, μετά η «σοβαρότητα» 

Υπάρχει και μια δεύτερη μεταμόρφωση. Η παλιά εικόνα του ακροδεξιού εξτρεμιστή πρέπει να δώσει τη θέση της στον «πολιτικό άνδρα». Λιγότερη φασαρία. Περισσότερη θεσμικότητα. Λιγότερες κραυγές. Περισσότερες αναλύσεις. Λιγότερο εμφανής νεοναζιστική σημειολογία. Περισσότερη σημαία. Λιγότερο “Χρυσή Αυγή”. Περισσότερο «πατριωτικός χώρος». Κάπως έτσι επιχειρείται η μετακίνηση μιας πολιτικής ταυτότητας λίγα εκατοστά δεξιότερα του συστήματος, ώστε να φαίνεται όχι ως ακραία αλλά ως «σκληρή», όχι ως νεοναζιστική αλλά ως «εθνική», όχι ως περιθωριακή αλλά ως «η σοβαρή πατριωτική εναλλακτική». Αυτό είναι το μεγάλο κόλπο. Δε ζητάς από τον κόσμο να αγαπήσει τον παλιό Κασιδιάρη. Του λες ότι υπάρχει ένας καινούργιος Κασιδιάρης. Όταν εκείνος ο νέος Κασιδιάρης έχει το ίδιο πρόσωπο, απαντάς ότι «όλοι αλλάζουν».

Μόνο που εδώ δεν έχουμε ακούσει την ιδεολογική αποκήρυξη εκείνων που πρέπει να αποκηρυχθούν.

Δεν έχουμε ακούσει έναν καθαρό απολογισμό. Δεν έχουμε ακούσει μια πραγματική πολιτική τομή.

Έχουμε δει κυρίως αλλαγή συσκευασίας. Τόσο “αντισυστημικός” που πολεμάει το σύστημα το οποίο του παρείχε πλήρη τηλεοπτική κάλυψη ακόμη και απευθείας συνδέσεις κατά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές Δομοκού, στη “μέση του πουθενά”…

Η σβάστικα δε χρειάζεται πλέον να φαίνεται

Αυτό είναι το μεγάλο επικοινωνιακό τέχνασμα. Ο νεοναζισμός του 2026 δεν είναι υποχρεωτικό να σου εμφανιστεί με τη σβάστικα σε πρώτο πλάνο. Ακόμη και το τατουάζ στο μπράτσο καλύπτεται από πιο μακρυμάνικα βαμβακερά μπλουζάκια… Μπορεί να έρθει ως «πατριωτισμός». Ως «εθνική αξιοπρέπεια». Ως «αντισυστημική φωνή». Ως «ο άνθρωπος που τα λέει έξω από τα δόντια». Ως «ο πολιτικός που δε φοβάται». Και από πίσω να λειτουργεί το ίδιο παλιό ένστικτο: εμείς και οι άλλοι.

Οι καθαροί και οι βρόμικοι. Οι δυνατοί και οι αδύναμοι. Οι «δικοί μας» και οι υπόλοιποι. Αυτό είναι το επικίνδυνο. Γιατί όταν φύγει η σβάστικα από την εικόνα, μένει η ιδεολογία. Τότε κάποιος θα πει: «Μα, είναι απλώς ένας αντισυστημικός». Εδώ ακριβώς πρέπει να χτυπήσει η καμπάνα.

Αντισυστημικός δε σημαίνει αυτομάτως δημοκράτης. Δε σημαίνει ανθρωπιστής. Δε σημαίνει προοδευτικός. Δε σημαίνει ούτε καν πολιτικά τίμιος. Μπορείς να είσαι αντισυστημικός και να είσαι αυταρχικός. Μπορείς να καταγγέλλεις το πολιτικό σύστημα και ταυτόχρονα να θαυμάζεις ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Μπορείς να εμφανίζεσαι ως «κυνηγημένος» και να έχεις καταδικαστεί για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα που αφορά τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Αυτά δεν είναι αντιφάσεις. Είναι η ίδια η ουσία του πολιτικού rebranding. Μετά έρχεται το παλιό ακροδεξιό δίκτυο να γίνει μηχανή πολιτικού πλυντηρίου.

Δε χρειάζεται καν να συμφωνούν όλοι μεταξύ τους.

Αρκεί να κάνουν την ίδια δουλειά. Ο ένας ανεβάζει το βίντεο. Ο άλλος το αναπαράγει. Ο τρίτος σχολιάζει ότι «επιτέλους μίλησε ένας άνδρας». Ο τέταρτος θυμίζει ότι «οι άλλοι κλέβουν τόσα χρόνια». Ο πέμπτος μετατρέπει τη δικαστική καταδίκη σε «πολιτική δίωξη». Ο έκτος λέει ότι «τουλάχιστον αυτός πλήρωσε». Και ο έβδομος, ο πιο προσεκτικός, δεν αναφέρει τίποτα απ’ όλα αυτά. Απλώς ανεβάζει μια φωτογραφία. Ένα πρόσωπο. Μια σημαία. Μια φράση για την πατρίδα.

Από κάτω εκατοντάδες σχόλια. Έτσι δουλεύει σήμερα το πλυντήριο. Δε χρειάζεται να πεις ψέματα κάθε φορά. Αρκεί να επιλέγεις κάθε φορά ποια αλήθεια θα δείξεις.

Η πολιτική επιστροφή μπορεί να γίνει χωρίς να εμφανιστεί καν ο ίδιος ως αρχηγός

Αυτό είναι ακόμη ένα σημείο που χρειάζεται προσοχή. Το μάθημα των “Σπαρτιατών” είναι ήδη γνωστό. Το 2023 ο Άρειος Πάγος απέκλεισε τους “Έλληνες” από τις εκλογές και στη συνέχεια ο Κασιδιάρης στήριξε δημόσια τους “Σπαρτιάτες”, οι οποίοι μπήκαν στη Βουλή με 4,64%. Το 2024 το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αναγνώρισε τον ρόλο του Κασιδιάρη ως πραγματικού καθοδηγητή των “Σπαρτιατών” και ακυρώθηκαν τρεις έδρες. Άρα το έργο έχει ξαναπαιχτεί.

Τώρα υπάρχει ακόμη πιο “έξυπνη” εκδοχή του ίδιου σεναρίου: δε χρειάζεται κατ’ ανάγκην να μπει ο ίδιος μπροστά. Μπορεί να εμφανιστεί κάποιος άλλος. Πιο φρέσκος. Πιο “κανονικός”. Πιο τηλεοπτικός. Πιο θεσμικός. Πιο εύπεπτος κι εκείνος να κρατήσει τη βιτρίνα. Ο παλιός αρχηγός να κρατήσει το ακροατήριο. Όλοι μαζί να υποστηρίζουν ότι «δεν έχει καμία σχέση». Το έχουμε ξαναδεί. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αθώο να θεωρούμε ότι το πολιτικό comeback πρέπει υποχρεωτικά να έχει το πρόσωπο του ίδιου του Κασιδιάρη. Ο “Δούρειος Ίππος” δε χρειάζεται να γράφει το όνομα του ανθρώπου που βρίσκεται μέσα.

Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι απλώς ο Κασιδιάρης. Είναι η μνήμη. Είναι η γνώση. Είναι η ικανότητα της Δημοκρατίας, της κοινωνίας, να εξηγεί στους νέους γιατί ο νεοναζισμός δεν είναι «σκληρός πατριωτισμός», γιατί η πειθαρχία δεν είναι πολιτική αρετή από μόνη της και γιατί ένας αρχηγός που απαιτεί υπακοή δε γίνεται δημοκράτης επειδή φόρεσε κοστούμι

Η Ιστορία δεν είναι content για TikTok 

Επιστρέφουμε στους νέους. Δε φταίει ο 18χρονος που δεν ξέρει τι ήταν η Χρυσή Αυγή. Φταίει μια κοινωνία που συχνά του δίνει περισσότερες πληροφορίες για το ποιος έκανε μεταγραφή στην ομάδα του παρά για το τι συνέβη στον τόπο του πριν από λίγες δεκαετίες. Φταίει ένα σχολείο που δυσκολεύεται να κάνει την Ιστορία ζωντανή. Φταίνε τα Μέσα όταν προβάλλουν τον «αρχηγό» περισσότερο από την ιστορική πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Φταίνε όλοι εκείνοι που θεωρούν ότι η μνήμη είναι υποχρέωση μιας επετείου. Μετά απορούμε γιατί ένας πιτσιρικάς βλέπει έναν αμετανόητο αρχηγό και σκέφτεται: «Αυτός τουλάχιστον έχει δύναμη».

Ναι. Αλλά ας του δείξουμε και τι έκανε ιστορικά η ιδέα της δύναμης όταν έπαψε να έχει απέναντί της δημοκρατικούς φραγμούς. Γιατί η Ελλάδα το ξέρει αυτό πολύ καλά. Το έμαθε με Κατοχή, εκτελέσεις, ολοκαυτώματα, καμένα χωριά, λιμό και νεκρούς. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Κασιδιάρης βγήκε από τη φυλακή. Το πρόβλημα είναι αν θα αφήσουμε τον Κασιδιάρη να ξαναμπεί στο μυαλό μιας νέας γενιάς χωρίς να μπει μαζί του και η Ιστορία. Αυτό είναι το στοίχημα. Γιατί ο Κασιδιάρης δε χρειάζεται να πείσει τον νέο ότι είναι ναζί. Αρκεί να τον πείσει ότι είναι δυνατός.

Δε χρειάζεται να του διδάξει εθνικοσοσιαλισμό. Αρκεί να του πουλήσει αντισυστημικότητα.

Δε χρειάζεται να τον κάνει να αγαπήσει τη Χρυσή Αυγή. Αρκεί να τον κάνει να πιστέψει ότι «τουλάχιστον αυτοί δε φοβούνται».

Τότε έχει ήδη κερδίσει το πρώτο βήμα.

Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι απλώς ο Κασιδιάρης. Είναι η μνήμη. Είναι η γνώση. Είναι η ικανότητα της Δημοκρατίας, της κοινωνίας, να εξηγεί στους νέους γιατί ο νεοναζισμός δεν είναι «σκληρός πατριωτισμός», γιατί η πειθαρχία δεν είναι πολιτική αρετή από μόνη της και γιατί ένας αρχηγός που απαιτεί υπακοή δε γίνεται δημοκράτης επειδή φόρεσε κοστούμι. Ο Κασιδιάρης μπορεί να βγήκε από τη φυλακή. Αυτό που δεν πρέπει να βγει μαζί του από τη φυλακή είναι η λήθη.

Γιατί, όταν ένας νεοναζί επιστρέφει στην πολιτική ως «αντισυστημικός», το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο ίδιος. Είναι πόσο εύκολα εμείς του επιτρέπουμε να αλλάξει το όνομα του πράγματος.

Να παρουσιάσει τον εαυτό του όχι ως αυτό που πολιτικά υπήρξε, αλλά ως αυτό που το κοινό του θα ήθελε σήμερα να βλέπει. Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο επικίνδυνη λεπτομέρεια. Δε χρειάζεται να μας ζητήσει να αγαπήσουμε τον ναζισμό. Αρκεί να μας πείσει να ξεχάσουμε ότι τον υπηρέτησε.

Δε χρειάζεται να υπερασπιστεί τη Χρυσή Αυγή. Αρκεί να την κάνει να μοιάζει με μια μακρινή, «νεανική» και δήθεν άσχετη παρένθεση. Δε χρειάζεται να αρνηθεί το παρελθόν. Αρκεί να το θάψει κάτω από αρκετά καινούργια βίντεο. Δε χρειάζεται να ζητήσει συγνώμη από την Ιστορία. Αρκεί να μας πείσει ότι η Ιστορία είναι πλέον παλιά υπόθεση και ότι σήμερα πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά.

Όχι 

Όποιος δεν κοιτάζει πίσω, μπορεί πολύ εύκολα να περπατήσει ξανά προς τα εκεί. Η Ελλάδα έχει πληρώσει με αίμα για να ξέρει προς τα πού οδηγεί αυτός ο δρόμος.

Ο Κασιδιάρης μπορεί να αλλάξει εικόνα. Μπορεί να αλλάξει λεξιλόγιο. Μπορεί να αλλάξει πολιτικό όχημα. Μπορεί να αλλάξει ακόμη και το πρόσωπο που θα βρίσκεται στη βιτρίνα.

Αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει με επικοινωνιακά μαγειρέματα είναι το ιστορικό γεγονός. Και γι’ αυτό, απέναντι στο νέο του rebranding, η πιο αντισυστημική πράξη είναι ίσως η πιο απλή: Να θυμόμαστε. Όχι να απαγορεύουμε, να θυμόμαστε, τον φασισμό τον πολεμάς δεν τον απαγορεύεις…

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ