Το παιδί δεν είναι υπόθεση φιλανθρωπίας, του Νίκου Δαμιανάκη

 

Από το συμπληρωματικό κοινωνικό κράτος στην καθολική κοινωνική προστασία

Εισαγωγή

Κάθε φορά που ένα παιδί κακοποιείται βαριά ή πεθαίνει ύστερα από παρατεταμένη βία, εγκατάλειψη ή παραμέληση, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί σχεδόν την ίδια διαδρομή. Αναζητεί τον δράστη, την παθολογία της οικογένειας, τα σημάδια που δεν είδαν οι γείτονες, το σχολείο που δεν μίλησε, την υπηρεσία που δεν ειδοποιήθηκε εγκαίρως. Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν είναι όμως αρκετά. Γιατί πίσω από κάθε τέτοια περίπτωση υπάρχει ένα δεύτερο ερώτημα, λιγότερο θεαματικό αλλά βαθύτερα πολιτικό. Τι είδους κοινωνία και τι είδους κράτος περιμένουν να εμφανιστεί η καταστροφή για να κινητοποιηθούν.

Τα διαθέσιμα ελληνικά στοιχεία δεν επιτρέπουν εύκολες γενικεύσεις. Η UNICEF καταγράφει ότι μεταξύ 2019 και 2020 είχαν καταγραφεί 1.214 παιδιά θύματα βίας, από τα οποία το 49,4 τοις εκατό είχαν υποστεί σωματική βία, το 29,5 τοις εκατό σεξουαλική βία και το 18 τοις εκατό ενδοοικογενειακή βία. Το 62 τοις εκατό ήταν κάτω των 14 ετών. Παράλληλα, η παλαιότερη έρευνα BECAN είχε καταγράψει πολύ υψηλά επίπεδα έκθεσης παιδιών ηλικίας 11 έως 15 ετών σε διαφορετικές μορφές βίας. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αθροιστούν ούτε να θεωρηθούν μια σημερινή εθνική απογραφή της κακοποίησης. Δείχνουν όμως ότι πρόκειται για κοινωνικό φαινόμενο πολύ ευρύτερο από τις ακραίες υποθέσεις που φτάνουν στη δημοσιότητα.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το πρόβλημα της ίδιας της καταγραφής. Στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην υπάρχει μια πλήρης, ενιαία πανελλαδική εικόνα για όλες τις μορφές βίας, κακοποίησης και παραμέλησης των παιδιών. Στοιχεία παράγονται από διαφορετικές δημόσιες υπηρεσίες, φορείς και οργανισμούς, χωρίς όμως να συγκροτούν πάντοτε ένα κοινό και συνεκτικό σύστημα καταγραφής που να επιτρέπει την ακριβή αποτύπωση της έκτασης του φαινομένου και τη διαχρονική παρακολούθησή του. Την ίδια στιγμή, ένα ποσοστό της κακοποίησης δεν καταγγέλλεται ποτέ και παραμένει αθέατο. Αυτό σημαίνει ότι οι διαθέσιμοι αριθμοί δεν πρέπει να διαβάζονται ως το πραγματικό μέγεθος της παιδικής κακοποίησης στην Ελλάδα, αλλά ως την ορατή πλευρά ενός φαινομένου του οποίου την πλήρη έκταση ακόμη δεν γνωρίζουμε.

Αυτή η αδυναμία ακριβούς καταγραφής δεν αποτελεί μια τεχνική ανεπάρκεια στο περιθώριο της κοινωνικής πολιτικής. Αποτελεί μέρος του ίδιου του προβλήματος της παιδικής προστασίας. Ένα κράτος που δεν διαθέτει ενιαία γνώση για τις αναφορές κακοποίησης και παραμέλησης, για την πορεία των περιστατικών, για τις παρεμβάσεις των διαφορετικών υπηρεσιών και για την τελική έκβασή τους δυσκολεύεται να εντοπίσει εγκαίρως επαναλαμβανόμενους κινδύνους, να αξιολογήσει τις αστοχίες του και να οργανώσει αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης. Η καταγραφή επομένως δεν είναι μια γραφειοκρατική διαδικασία που ακολουθεί την προστασία. Είναι προϋπόθεση της προστασίας. Για να μπορεί το κοινωνικό κράτος να παρεμβαίνει, πρέπει πρώτα να έχει τη θεσμική ικανότητα να γνωρίζει, να συνδέει τις πληροφορίες και να βλέπει εγκαίρως το παιδί που βρίσκεται σε κίνδυνο.

Το (όποιο) ελληνικό κοινωνικό κράτος ως κράτος «καταφύγιο»

Η παιδική προστασία δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την ιστορική συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού κράτους. Στη διεθνή θεωρία της κοινωνικής πολιτικής υπάρχει μια παλιά αλλά ακόμη χρήσιμη διάκριση ανάμεσα στο υπολειμματικό και στο θεσμικό μοντέλο πρόνοιας. Στο πρώτο, οι βασικοί μηχανισμοί κάλυψης των κοινωνικών αναγκών είναι η αγορά και η οικογένεια. Το κράτος παρεμβαίνει όταν αυτοί αποτύχουν. Στο δεύτερο, η κοινωνική προστασία θεωρείται κανονική λειτουργία της κοινωνίας και οργανώνεται ως κοινωνικό δικαίωμα.

Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα κράτος χωρίς πρόνοια. Δημιούργησε σημαντικούς δημόσιους θεσμούς, διεύρυνε την κοινωνική ασφάλιση, συγκρότησε το Εθνικό Σύστημα Υγείας και αύξησε δραστικά το εύρος της κοινωνικής παρέμβασης ιδιαίτερα μετά τη Μεταπολίτευση. Όμως αυτή η επέκταση δεν εξαφάνισε τα προϋπάρχοντα δομικά χαρακτηριστικά. Ο Maurizio Ferrera περιέγραψε το νοτιοευρωπαϊκό μοντέλο, στο οποίο ενέταξε και την Ελλάδα, ως ένα σύστημα με κατακερματισμένη κοινωνική προστασία, μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ κοινωνικών κατηγοριών, ισχυρή προστασία σε ορισμένους τομείς και σημαντικά κενά σε άλλους, καθολικότερες φιλοδοξίες στην υγεία και έναν ιδιαίτερο συνδυασμό δημόσιων και μη δημόσιων φορέων στην πρόνοια.

Η οικογένεια κάλυπτε για δεκαετίες όσα δεν κάλυπτε το κράτος. Φρόντιζε το παιδί, τον ηλικιωμένο, τον άνεργο, το άτομο με αναπηρία, τον νέο που δεν μπορούσε να αυτονομηθεί. Η γυναικεία απλήρωτη εργασία μετατρεπόταν έτσι σε αθέατη υποδομή κοινωνικής πολιτικής. Όταν αυτή η οικογενειακή ικανότητα επαρκούσε, η κρατική απουσία μπορούσε να παραμένει σχετικά αόρατη. Όταν κατέρρεε, εμφανιζόταν η πρόνοια ως ύστατος μηχανισμός διάσωσης.

Εδώ βρίσκεται η ουσία του συμπληρωματικού κοινωνικού κράτους. Δεν είναι ένα κράτος που δεν κάνει τίποτα. Είναι ένα κράτος που θεωρεί φυσιολογικό να προηγούνται η οικογένεια, το ατομικό εισόδημα, η αγορά, η τοπική κοινότητα και συχνά η φιλανθρωπία, ενώ το ίδιο εμφανίζεται όταν οι προηγούμενοι μηχανισμοί έχουν εξαντληθεί. Η κοινωνική προστασία παύει έτσι να οργανώνεται πρωτίστως γύρω από το δικαίωμα και οργανώνεται γύρω από τη διαπιστωμένη ανάγκη.

Η «νεοφιλελεύθερη ψυχή» του κράτους δεν είναι (απλώς) οι περικοπές

Ο όρος «νεοφιλελεύθερη ψυχή» έχει νόημα μόνο εφόσον δεν περιορίζεται στις περικοπές των κοινωνικών δαπανών. Η οικογενειοκεντρική πρόνοια, η φιλανθρωπία και η παρουσία μη κρατικών φορέων προϋπήρχαν στην Ελλάδα. Η νεοφιλελεύθερη τομή βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο αναδιατάσσονται οι σχέσεις ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, την οικογένεια και την εργασία και στο ποιος τελικά αναλαμβάνει το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η κοινωνική προστασία μετακινείται έτσι από το κοινωνικό δικαίωμα προς τη στόχευση, την επιλεξιμότητα, την αιρεσιμότητα και την εξατομίκευση της ευθύνης. Όπως έχει δείξει ο Peter Dwyer, η πρόσβαση στην πρόνοια συνδέεται όλο και περισσότερο με υποχρεώσεις, ελέγχους και απαιτήσεις συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η ανάγκη δεν αρκεί πλέον από μόνη της. Ο δικαιούχος καλείται να αποδεικνύει ότι είναι άξιος της παροχής, πρόθυμος να ενεργοποιηθεί και διαθέσιμος να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας.

Από μαρξιστική σκοπιά, αυτή η μεταβολή δεν αφορά μόνο τη διοικητική μορφή της κοινωνικής πολιτικής. Αφορά την κατανομή του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Όσο η δημόσια κατοικία, η φροντίδα, η υγεία, η παιδική προστασία και άλλες κοινωνικές υποδομές περιορίζονται ή γίνονται περισσότερο επιλεκτικές, τόσο μεγαλύτερο μέρος αυτού του κόστους μεταφέρεται στο νοικοκυριό, στην απλήρωτη εργασία φροντίδας και στο ατομικό εισόδημα. Ανάγκες που παράγονται μέσα σε συγκεκριμένες ταξικές και κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται έτσι ως προσωπικές ελλείψεις.

Αυτή είναι η βαθύτερη μεταβολή. Το κοινωνικό κράτος δεν εξαφανίζεται. Ανασυγκροτείται. Δεν προστατεύει απλώς λιγότερο. Μεταφέρει σταδιακά στον ίδιο τον εργαζόμενο και στην οικογένεια την ευθύνη να αντέξουν τις αντιφάσεις που παράγει η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας.

Η παιδική προστασία ως «ιδιωτικοποίηση χωρίς αγορά»

Η ελληνική παιδική προστασία προσφέρει ένα εξαιρετικά καθαρό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Το ίδιο το σημερινό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει τη λειτουργία Μονάδων Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η UNICEF επισημαίνει παράλληλα ότι τα μεγαλύτερα παιδιά που βρίσκονται σε ιδρυματική φροντίδα τοποθετούνται συχνότερα σε ιδιωτικές δομές.

Χρειάζεται εδώ ακρίβεια. Δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για ιδιωτικοποίηση με την κλασική έννοια μιας κερδοσκοπικής αγοράς όπου επιχειρήσεις πωλούν υπηρεσίες παιδικής προστασίας. Μεγάλο μέρος αυτών των φορέων είναι μη κερδοσκοπικό και διαθέτει μακρά ιστορία κοινωνικής προσφοράς. Σε αρκετές περιπτώσεις καλύπτει πραγματικές ανάγκες που διαφορετικά θα έμεναν ακάλυπτες.

Υπάρχει όμως μια δεύτερη μορφή ιδιωτικοποίησης, λιγότερο ορατή. Η δημόσια ευθύνη παραμένει τυπικά κρατική, ενώ η πραγματική παραγωγή της φροντίδας μεταφέρεται σε ένα μωσαϊκό ιδρυμάτων, σωματείων, οργανώσεων και άλλων μη κρατικών φορέων. Το κράτος χρηματοδοτεί, πιστοποιεί, αδειοδοτεί ή παραπέμπει, χωρίς να διαθέτει κατ’ ανάγκην το ίδιο την υποδομή και το προσωπικό που θα του επέτρεπαν να εγγυηθεί άμεσα την υπηρεσία.

Αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί λειτουργική εξωτερίκευση της κοινωνικής προστασίας. Το αποφασιστικό ερώτημα τότε δεν είναι ποιος έχει την κυριότητα του κτιρίου. Είναι ποιος έχει την τελική ευθύνη, ποιος καθορίζει τα ενιαία πρότυπα, ποιος προσλαμβάνει και εκπαιδεύει το προσωπικό, ποιος παρακολουθεί κάθε παιδί, ποιος ελέγχει την ποιότητα και ποιος λογοδοτεί όταν το σύστημα αποτυγχάνει.

Το πρόβλημα δεν λύνεται επομένως με τη μηχανική αντίθεση κράτους και κοινωνίας πολιτών. Ένας μη κερδοσκοπικός φορέας μπορεί να προσφέρει εξαιρετική φροντίδα και μια δημόσια δομή μπορεί να αποτύχει. Η διαφορά είναι θεσμική. Το κοινωνικό δικαίωμα δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν υπάρχει στην περιοχή ένας δραστήριος σύλλογος, μια δωρεά, ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα ή ένας φορέας με διαθέσιμες θέσεις.

Το ίδρυμα μπορεί να είναι η κανονική μορφή προστασίας ;

Τον Απρίλιο του 2023 η UNICEF κατέγραφε 1.377 παιδιά σε δομές ιδρυματικής φροντίδας στην Ελλάδα. Η ίδια περιγράφει σημαντικά λειτουργικά κενά στην εφαρμογή της αναδοχής και της επιτροπείας και επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης, της έγκαιρης παρέμβασης, των κοινωνικών υπηρεσιών και των οικογενειακών και κοινοτικών εναλλακτικών μορφών φροντίδας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν υπάρξει μεταρρυθμίσεις. Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εγγύησης για το Παιδί για την εξάλειψη της ιδρυματικής εναλλακτικής φροντίδας έως το 2030, ενώ πάνω από 670 εκατομμύρια ευρώ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου Plus έχουν προγραμματιστεί για δράσεις καταπολέμησης της παιδικής φτώχειας. Προβλέπονται επίσης παρεμβάσεις αποϊδρυματοποίησης, υποστηριζόμενης διαβίωσης και ενίσχυσης υπηρεσιών. Αυτή είναι μια πραγματική μεταβολή στην επίσημη κατεύθυνση της πολιτικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο στόχος έχει ήδη επιτευχθεί στην πράξη.

Το πραγματικό αντίθετο του ιδρύματος δεν είναι όμως απλώς η αναδοχή. Είναι ένα σύστημα που δρα αρκετά νωρίς ώστε η απομάκρυνση του παιδιού να αποτελεί έσχατη και όχι πρώτη λύση. Αυτό σημαίνει εισόδημα, κατοικία, πρόσβαση στην υγεία, ψυχική υγεία, αντιμετώπιση εξαρτήσεων, υπηρεσίες για την ενδοοικογενειακή βία, σχολική υποστήριξη, κοινωνική εργασία στο σπίτι και πραγματική δυνατότητα της οικογένειας να ζητήσει βοήθεια πριν η δυσκολία μετατραπεί σε κρίση.

Η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα κάνει αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό παιδικής υλικής στέρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 33,6 τοις εκατό των παιδιών κάτω των 16 ετών, έναντι 13,6 τοις εκατό στην Ένωση. Το ποσοστό έφθανε στο 77,2 τοις εκατό μεταξύ των παιδιών των οποίων οι γονείς είχαν χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο. Η φτώχεια δεν ισοδυναμεί με κακοποίηση και μια τέτοια εξίσωση θα ήταν κοινωνικά άδικη και επιστημονικά λανθασμένη. Η μεγάλη υλική επισφάλεια όμως αυξάνει το φορτίο που καλούνται να διαχειριστούν οι οικογένειες και κάνει ισχυρότερη την ανάγκη για καθολικές κοινωνικές υποδομές.

Από το «κράτος-δίχτυ ασφαλείας» στην καθολική κοινωνική οικοδόμηση

Η διεθνής συζήτηση για την κοινωνική προστασία μετακινείται από τα αποσπασματικά προγράμματα προς συνεκτικά και καθολικά συστήματα. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας και η UNICEF υποστηρίζουν μια αρχιτεκτονική όπου η εισοδηματική στήριξη, η παιδική προστασία, η υγεία, η εκπαίδευση και η στέγαση λειτουργούν συντονισμένα. Η καθολικότητα δεν σημαίνει ίδια παροχή για όλους, αλλά εγγυημένη πρόσβαση στα θεμελιώδη κοινωνικά αγαθά, με ισχυρότερη στήριξη εκεί όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη.

Για την Ελλάδα αυτό προϋποθέτει σταθερές δημόσιες διεπιστημονικές ομάδες παιδιού και οικογένειας στην κοινότητα, μόνιμο προσωπικό, ενιαία μεθοδολογία εκτίμησης κινδύνου, διαλειτουργική καταγραφή των περιστατικών και συστηματική ανασκόπηση των σοβαρών αστοχιών. Το επίδομα δεν μπορεί να υποκαθιστά την κοινωνική υπηρεσία, ούτε η κοινωνική υπηρεσία την κατοικία, το σχολείο ή την υγεία. Η πρόληψη απαιτεί ένα ενιαίο δίκτυο που εντοπίζει έγκαιρα τον κίνδυνο και παρακολουθεί με συνέχεια κάθε περίπτωση. Το κράτος οφείλει να εγγυάται τη συνέχεια της προστασίας, με σαφή λογοδοσία, σταθερή χρηματοδότηση και θεσμική ευθύνη σε κάθε επίπεδο παρέμβασης και πολιτικής.

Η στόχευση και η καθολικότητα δεν είναι αναγκαστικά αντίθετες. Η αρχή πρέπει να είναι καθολικότητα στη βάση και αναλογική ένταση στην ανάγκη. Όλα τα παιδιά δικαιούνται προστασία, φροντίδα, υγεία, εκπαίδευση και ασφαλή παιδική ηλικία, ενώ όσα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο χρειάζονται ισχυρότερη δημόσια παρουσία.

Εδώ βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στο καθολικό κοινωνικό κράτος  και στο κοινωνικό κράτος φιλανθρωπίας. Η προστασία του παιδιού δεν μπορεί να εξαρτάται από δωρεές, γεωγραφική τύχη ή προσωρινά προγράμματα, αλλά από σταθερή δημόσια ευθύνη και θεσμικά κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα.

Γιατί αυτή η συζήτηση αφορά την Αριστερά;

Στην ιστορική αριστερή παράδοση, από τον δημοκρατικό σοσιαλισμό έως τις μαρξιστικές προσεγγίσεις, το κοινωνικό κράτος αντιμετωπίστηκε αντιφατικά. Δεν καταργεί τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν ανισότητες στον καπιταλισμό, μπορεί όμως να περιορίζει την εξάρτηση πλευρών της ζωής από την αγορά, να κοινωνικοποιεί κινδύνους και να συγκροτεί θεσμούς συλλογικής ασφάλειας.

Η πολιτική διαφορά δεν εξαντλείται επομένως στο ύψος ενός επιδόματος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται η κοινωνική ανάγκη. Το υπολειμματικό μοντέλο παρεμβαίνει μετά την αποτυχία, ενώ το θεσμικό και καθολικό επιχειρεί να δημιουργεί υποδομές που την προλαμβάνουν. Γι’ αυτό η παιδική προστασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας απομονωμένος κλάδος πρόνοιας. Συνδέεται με την εργασία, τους μισθούς, τη φορολογία, τη στέγαση, το σχολείο, την υγεία, την ψυχική υγεία, τις εξαρτήσεις και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το κράτος συναντά την οικογένεια μόνο όταν η «βλάβη» έχει συντελεστεί ή αν διαθέτει κοινωνική υποδομή που παρεμβαίνει πριν από αυτήν. Η κακοποίηση έχει συγκεκριμένους δράστες και ποινικές ευθύνες. Η κοινωνική πολιτική όμως εξετάζει αν υπήρχαν οι θεσμικές δυνατότητες να εντοπιστεί ο κίνδυνος, να συνδεθούν οι υπηρεσίες και να προστατευθεί το παιδί εγκαίρως.

Έτσι, το παιδί γίνεται μέτρο και «συν-τελεστής» του κοινωνικού κράτους. Γι’ αυτό το παιδί αποτελεί κρίσιμο μέτρο. Όταν το κράτος εμφανίζεται μόνο μετά την κακοποίηση, τη φτώχεια ή τη διάλυση της οικογενειακής δυνατότητας φροντίδας, διαχειρίζεται τις συνέπειες. Όταν εξασφαλίζει κατοικία, υγεία, εκπαίδευση, κοινωνικές υπηρεσίες και πρόληψη, περιορίζει την εξάρτηση της ίδιας της ζωής από την αγορά και την άνιση ταξική κατανομή των πόρων. Η προστασία του παιδιού παύει τότε να είναι φιλανθρωπία και γίνεται κοινωνικό δικαίωμα. Γιατί η προστασία του ανθρώπου, γενικά, δεν μπορεί να εξαρτάται από την αγορά, την οικογενειακή αντοχή ή τη φιλανθρωπία. Αποτελεί καθολικό κοινωνικό δικαίωμα.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ