Πηγή: Documento
Με νέα επιστολή στο Documento περιγράφει τη μοναδικότητα της περίπτωσής του υπογραμμίζοντας ότι «η Νομική δεν είναι επιστήμη, αλλά ιδεολογία»
«Δεν επιτρέπεται η αναδρομική εφαρμογή δυσμενέστερης διάταξης, σε καμία περίπτωση, ακόμη και σε περίοδο πολέμου, αλλά σ’ εμένα… επιτρέπεται».
Αυτή η φράση διά χειρός Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, η οποία περιλαμβάνεται στη νέα επιστολή του προς το Documento με τίτλο «Πώς ο Αρειος Πάγος αποκαθήλωσε το κράτος δικαίου» περιγράφει ανάγλυφα μέσα σε μόλις λίγες λέξεις τη μοναδικότητα της περίπτωσής του. Μια μοναδικότητα αποκαρδιωτική που χαρακτηρίζεται από την «αποσύνθεση» θεσμών-πυλώνων της δημοκρατίας. Ενας εκρηκτικός συνδυασμός υποχωρητικότητας. Της εκτελεστικής εξουσίας (κυβέρνηση – υπουργείο Δικαιοσύνης) έναντι του ξένου παράγοντα, εν προκειμένω της Αμερικής, και της δικαστικής (Αρειος Πάγος) έναντι των κελευσμάτων της πρώτης.
Γιατί στην περίπτωση Γιωτόπουλου δεν αρκούσε μόνο να επιστρέψει στο κελί του, από το οποίο –κατόπιν ενός εμπεριστατωμένου βουλεύματος έμπειρων εφετών– απελευθερώθηκε το περασμένο καλοκαίρι μόνο για λίγες ημέρες. Επρεπε τα διαπιστευτήρια των «νενέκων» να είναι ακόμη πιο ισχυρά. Ετσι μετά την αναίρεση του βουλεύματος που τον απέλυε με όρους ήρθε και η φωτογραφική (ν)τροπολογία Φλωρίδη που αύξησε το ελάχιστο όριο πραγματικής έκτισης της ποινής για όσους έχουν καταδικαστεί σε πολλαπλά ισόβια (πολυϊσοβίτες) από τα 25 στα 30 έτη.
Εύλογα λοιπόν ο ίδιος, θύμα σκοπιμοτήτων που βρίσκουν έρεισμα στους νόμους-λάστιχο, στη νέα του επιστολή εκφράζει την άποψη ότι η νομική δεν είναι επιστήμη αλλά ιδεολογία. Τεκμηριώνοντας τη θέση του με παραδείγματα από θετικές επιστήμες, όντας πλέον ο ίδιος διδάκτωρ Μαθηματικών Paris Cité.
Ακολουθεί ολόκληρη η επιστολή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στο Documento.
Η αναίρεση του Αρειου Πάγου μου επιβάλλει μια ποινή μεγαλύτερη κατά 6 έτη, αντί 19 τα 25, με έναν νόμο που ψηφίστηκε το 2021 για πράξεις που τελέστηκαν πριν από το 2002. Αυτό απαγορεύεται ρητά από τρεις διαφορετικούς θεσμικούς χάρτες, με αύξουσα βαρύτητα. Το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα, το άρθρο 7 του Συντάγματος και το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με υπερνομοθετική ισχύ.
Αυτή την ισχύ υπογραμμίζει η παρακάτω παράγραφος 77 της Απόφασης του Ανώτατου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την υπόθεση Del Rio Prada κατά Ισπανίας με αρ. (42750/09) της 21/10/2013.
«Η εγγύηση που καθιερώνει το άρθρο 7 (της ΕΣΔΑΑ) ουσιαστικό στοιχείο της υπερίσχυσης του Δικαίου, κατέχει μια θέση πρωταρχική μέσα στο σύστημα προστασίας της Σύμβασης, όπως βεβαιώνει το γεγονός ότι το άρθρο 15 δεν επιτρέπει καμία παραβίασή του, ακόμη και σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημοσίου κινδύνου που απειλεί την επιβίωση του Εθνους. Οπως προκύπτει απ’ το αντικείμενο του και το στόχο του, οφείλουμε να το ερμηνεύουμε και το εφαρμόζουμε με τρόπο που εξασφαλίζει την πραγματική προστασία απέναντι σε αυθαίρετες διώξεις, καταδίκες, ποινές».
Δηλ. δεν επιτρέπεται η αναδρομική εφαρμογή δυσμενέστερης διάταξης, σε καμία περίπτωση, ακόμη και σε περίοδο πολέμου, αλλά σ’ εμένα… επιτρέπεται.
Η μη αναδρομικότητα της δυσμενέστερης ποινής είναι λογική συνέπεια μια άλλης αρχής, ουσιαστικότερης. Αυτό λέει η παρ. 78 της παραπάνω απόφασης. «Το άρθρο 7 της Σύμβασης δεν περιορίζεται στο να απαγορεύει την αναδρομική εφαρμογή του Ποινικού νόμου σε βάρος του κατηγορούμενου. Καθιερώνει επίσης, γενικότερα την αρχή της νομιμότητας των αδικημάτων και των ποινών –nullum crimen nulla poena sine lege– (Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή χωρίς νόμο). Εάν απαγορεύει ειδικότερα την προέκταση του πεδίου εφαρμογής των υπαρχουσών παραβιάσεων, σε γεγονότα που προγενέστερα δεν ήταν παραβιάσεις, παραγγέλλει επίσης τη μη εφαρμογή του ποινικού νόμου με τρόπο επεκτατικό σε βάρος του κατηγορούμενου, π.χ. κατ’ αναλογία». Αρα ένας νόμος του 2021 δεν μπορεί να εφαρμοστεί για πράξεις προγενέστερες του 2002.
Τέλος, η παρ. 79 λέει: «Συνάγεται ότι ο νόμος οφείλει να ορίζει καθαρά τις παραβιάσεις και τις ποινές που τις καταστέλλουν. Αυτός ο όρος ικανοποιείται όταν ο διωκόμενος δύναται να γνωρίζει, απ’ τη σύνταξη της αρμόζουσας διάταξης, εν ανάγκη με τη βοήθεια της ερμηνείας που έκαναν τα Δικαστήρια, τέλος μετά από προσφυγή σε πεφωτισμένες συμβουλές, ποιες πράξεις ή παραλείψεις συνεπάγονται την ποινική του ευθύνη και ποιες οι συνακόλουθες ποινές». Είναι προφανές λογικά ότι οι λέξεις «εν ανάγκη με τη βοήθεια της ερμηνείας των Δικαστηρίων» υποδηλώνουν ότι η σύνταξη της διάταξης δεν είναι καθαρή, ότι υπάρχουν αμφιβολίες ή ότι απουσιάζει τελείως. Σ’ αυτήν την περίπτωση ισχύει η ερμηνεία των Δικαστηρίων, άρα δεν υπάρχει περίπτωση κενού.
Αυτό ακριβώς έκαναν τα Δικαστήρια πριν από το 2021. Σε όλες τις υποθέσεις απόλυσης υπό όρο πολυϊσοβιτών, έκριναν ότι οφείλουν να έχουν εκτίσει πραγματικά 19 έτη και όχι 25, και τους αποφυλάκισαν. Αυτό κάνουν και σήμερα, μετά το 2021 για όσους οι πράξεις τους τελέστηκαν προγενέστερα. Και στις 4 αιτήσεις μου, για απόλυση υπό όρο, μετά το 2021, μου απάντησαν ότι οι τυπικές προϋποθέσεις, που είναι τα υποχρεωτικά έτη πραγματικής έκτισης της ποινής, πληρούνται αφού έχω εκτίσει τα 19 έτη (και όχι τα 25) και απορρίφθηκαν για τις ουσιαστικές που είναι «η κατ’ επίφαση καλή διαγωγή» (χωρίς βέβαια να καθορίζουν ποια είναι η κακοποιητική διαγωγή μου που υποτίθεται ότι κρύβεται πίσω απ’ την φαινομενικά καλή). Τέλος ο καταδικασμένος σε 4 φορές ισόβια Β.Τ. για την υπόθεση της 17Ν αποφυλακίστηκε το 2022 έχοντας εκτίσει 19 έτη και όχι 25.
Δεδομένου ότι οι γραφές απαγόρευαν ρητά την παραβίαση της παραπάνω αρχής δεν μπορούσαν να το κάνουν ανοιχτά. Το διέπραξαν διά της πλαγίας οδού. Επινόησαν την υποβολιμαία και έωλη θεωρία του κενού του νόμου. Κάνοντάς το όμως κατακρεούργησαν τη θεμελιώδη αρχή της νομιμότητας των ποινών. Καταφέροντας σοβαρό πλήγμα στο Κράτος Δικαίου. Που γίνεται βαρύτερο απ’ το γεγονός ότι δράστης είναι το Ανώτατο Δικαστήριο κι ότι αποτελεί προηγούμενο.
Αύριο μπορεί εύκολα να παραβιαστεί εκ νέου, με νέα βέβαια νομικά προσχήματα. Παραγνωρίζοντας την αλήθεια ότι χωρίς την αρχή της νομιμότητας των ποινών δεν μπορεί να σταθεί ορθολογικά κανένας Ποινικός Κώδικας και κατ’ επέκταση Κράτος Δικαίου. Γιατί έτσι οδηγούμαστε στο βασίλειο της απόλυτης αυθαιρεσίας. Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι μπροστά σε αυτήν την προκλητική κατάσταση η ελίτ των νομομαθών, που δεν χάνει την ευκαιρία να εκθειάσει «το νομικό πολιτισμό μας», έχει καταπιεί τη γλώσσα της, εκτός από ολιγάριθμες γενναίες εξαιρέσεις. Η σιωπή τους επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την άποψη ότι η Νομική δεν είναι επιστήμη αλλά ιδεολογία. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν ένας επιστήμονας παραβίαζε μια σημαντική κατάκτηση-αρχή της επιστήμης του. Αν π.χ. ένας μαθηματικός ισχυριζόταν ότι δεν ισχύει το θεώρημα του D’Alembert που λέει (εκλαϊκευμένα) ότι κάθε πολυώνυμο μη σταθερό έχει τουλάχιστον μια ρίζα μέσα στο σώμα των συντελεστών του. Ενας φυσικός ότι δεν ισχύει η θεμελιώδης ισότητα της Μηχανικής . Ενας χημικός ότι δεν ισχύει ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων του Μεντελέγιεφ. Θα περιέπεφτε πάραυτα σε πλήρη ανυποληψία, θα γινόταν περίγελος και αποσυνάγωγος.
Θα μου πουν: «Αφού μας διέταξαν οι Αμερικανοί. Τι να κάναμε;». Ακριβώς γι’ αυτό, δεν έπρεπε να υποταχθούν. Γιατί η χώρα τους έχει βεβαρημένο πρόσφατο παρελθόν, στο κολαστήριο του Γκουαντάναμο. Συνέλαβαν δεκάδες ίσως και εκατοντάδες ξένους υπηκόους με μόνο υποψίες. Τους φυλάκισαν. Τους ξυλοκοπούσαν, τους βασάνιζαν σχεδόν καθημερινά με το βασανιστήριο του πνιγμού. Σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης. Με τα μάτια σφαλισμένα, χέρια πόδια δεμένα. Τους ξευτέλισαν. Τους κατάστρεψαν τη ζωή. Και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, που ενίοτε ξεπερνούσε τα είκοσι έτη (20), τους αποφυλάκισαν. Χωρίς να τους έχει ασκηθεί δίωξη για κάποιο έγκλημα, χωρίς να δικαστούν!!!
Μπροστά σ’ αυτή τη σύγχρονη βαρβαρότητα που θα ζήλευαν και οι Ζουλού, η παραβίαση του Ελληνικού Συντάγματος φαντάζει για πταίσμα.
Συμπληρώνω ότι ενώ υποτίθεται ότι η αίτηση μου θα κριθεί εκ νέου στο Εφετείο τέσσερις και πλέον μήνες μετά την κοινοποίηση της αναίρεσης, ο κ. Εισαγγελέας δεν έχει ακόμη κάνει την πρόταση του. Κι ενώ αυτή είναι έτοιμη, αφού είναι ο ίδιος κ. Ν.Φ. που είχε κάνει την αρνητική πρόταση στο Συμβούλιο που με αποφυλάκισε τον Μάη.
Οκτώβρης 2026
Αλέκος Γιωτόπουλος
Διδ. Μαθηματικών Paris Cité
Φυλακές Κορυδαλλού
25ο έτος κράτησης

