Η διαλεκτική μιας ανυπότακτης διαδρομής
Υπάρχουν προσωπικότητες που τις συναντάς όχι μέσα από τους συμβατικούς δρόμους της καθημερινότητας, αλλά από τον επίμονο απόηχο που άφησαν στους ανθρώπους γύρω τους. Άνθρωποι που, ακόμα κι αν τους κοιτούσες από απόσταση, η παρουσία τους έφτανε σε σένα σαν ένας αντίλαλος καθαρός, διεκδικητικός και ανθεκτικός στον χρόνο.
Γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας από τον Πύργο Ηλείας, ο Κώστας Τζιαντζής ένιωσε νωρίς τις σταθερές του μικρόκοσμού του να κλυδωνίζονται, σε μια εποχή που η ελληνική περιφέρεια και η πρωτεύουσα κουβαλούσαν τα πρώτα σημάδια μιας βαθύτερης πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Μαθητής στα μέσα της δεκαετίας του ’60 στην προνομιούχα Σχολή Αναβρύτων, επέλεξε να μην ευθυγραμμιστεί με το συντηρητικό κλίμα του ιδρύματος. Εκεί, ανάμεσα στα παιδιά της τότε κοινωνικής ελίτ, στράφηκε στους αριστούχους υπότροφους των λαϊκών οικογενειών. Μαζί διαμόρφωσαν μια ομάδα κομμουνιστικής αναζήτησης, διαβάζοντας κρυφά Μαρξ και Επιθεώρηση Τέχνης. Με μια πρώιμη διαλεκτική οξυδέρκεια, καταλάβαινε ότι οι βεβαιότητες της τάξης του δεν μπορούσαν να απαντήσουν στα επίδικα των καιρών που έρχονταν.
Αντί να ενσωματωθεί στο αναμενόμενο, η πρώτη του ουσιαστική καταφυγή δεν ήταν μια έτοιμη πολιτική θεωρία, αλλά η ποίηση. Μέσα από τους στίχους που διάβαζε με πάθος και τις δικές του πρώτες, απόπειρες να αποτυπώσει τον κόσμο στο χαρτί, διαμόρφωνε μια στάση γεμάτη ερωτηματικά και θαυμαστικά. Δεν ήταν ο «σοφός» που είχε ήδη ζυγίσει και απορρίψει τις παραδοχές της Δύσης ή της Ανατολής· ήταν ένα νεανικό μυαλό σε διαρκή αναβρασμό, που αρνιόταν πεισματικά να χωρέσει σε έτοιμα καλούπια. Αυτή η βαθιά αντικομφορμιστική φύση, που έψαχνε ακόμα τα πατήματά της ανάμεσα στον λυρισμό και την κοινωνική πραγματικότητα, έκανε την παρουσία του στην ακτίνα της σκέψης των άλλων να μοιάζει με μια ελεύθερη.
Με την επιβολή της δικτατορίας και την είσοδό του στη Νομική Αθηνών, η οργανωμένη πολιτική δράση έγινε μονόδρομος. Ήδη στις αρχές της χούντας, το 1968, η σύλληψή του για αναγραφή αντιδικτατορικών συνθημάτων και η σκληρή δοκιμασία στα κρατητήρια της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας σφράγισαν τις επιλογές του. Εκεί, η θεωρητική αναζήτηση και οι ποιητικές ανησυχίες της νιότης γειώθηκαν βίαια στην ωμή πραγματικότητα της παράνομης πάλης. Η Μπουμπουλίνας δεν ήταν απλώς ένας τόπος εγκλεισμού, αλλά το οριακό σημείο όπου ο ρομαντισμός της εξέγερσης μεταμορφωνόταν σε συνειδητή ιστορική ευθύνη.
Λίγο μετά οργανώνεται στην ΚΝΕ. Στις παράνομες συναντήσεις, κάτω από τη βαριά σκιά της καταστολής, λειτούργησε ως καταλύτης. Σε μια περίοδο που ο φόβος παρέλυε τις συνειδήσεις, οι κουβέντες, η στάση και το βλέμμα του ανάγκαζαν πολλούς να νικήσουν τον δισταγμό τους και να επανεξετάσουν τη δική τους πορεία.
Ο Κωνσταντίνος που έγινε Κώστας
Στα υπόγεια δίκτυα της αντιδικτατορικής πάλης συντελέστηκε και η πιο βαθιά του μεταμόρφωση. Ήταν η στιγμή που ο Κωνσταντίνος των νεανικών χρόνων άφησε πίσω του το όνομα της καταγωγής του και έγινε, για ολόκληρο το κίνημα, ο Κώστας. Αυτή η αλλαγή, εξελίχθηκε σε μια συνειδητή ιδεολογική επιλογή: μια ανάγκη να αποβάλει κάθε αστικό κατάλοιπο, να υιοθετήσει ένα όνομα λαϊκό και να γίνει ένα σώμα με τον κόσμο της εργασίας, επιλέγοντας το πεζοδρόμιο της ταξικής πάλης.
Από τους πρώτους ψιθύρους της παράνομης οργάνωση της νεολαίας μέχρι τις φωτιές του Πολυτεχνείου, μετέτρεπε τη θεωρία σε ζωντανή πράξη. Μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ στα χρόνια της δικτατορίας και γραμματέας της Σπουδάζουσας, σφράγισε την περίοδο εκείνη ως πρωτεργάτης στην ίδρυση της Αντι-ΕΦΕΕ, του παράνομου φοιτητικού μετώπου που αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της φοιτητικής αντίστασης.
Ένας εραστής της ζωής
Πέρα από την πολιτική παλαίστρα, αυτός ο βαθύς γνώστης του μαρξισμού παρέμενε, σε όλη του τη διαδρομή, ένας αθεράπευτος εραστής της καθημερινότητας. Όταν άφηνε τα μεγάλα θεωρητικά κείμενα, ένιωθε την ανάγκη να βυθιστεί στη μαγεία της εικόνας, καθώς λάτρευε με πάθος το σινεμά. Δεν αναζητούσε σε αυτό μόνο την υψηλή τέχνη, αλλά στεκόταν με γνήσια απόλαυση μπροστά στις περιπετειώδεις ταινίες της εποχής, ρουφώντας τη δράση και τη μεγάλη οθόνη. Με την ίδια παιδική σπίθα μπορούσε να κλειστεί ώρες και στο σφαιριστήριο της γωνίας. Εκεί, όταν άγγιζε το φλιπεράκι, οι ασημένιες μπίλιες μεταμορφώνονταν στα χέρια του σε κομήτες. Γελούσε με την καρδιά του, μπλέκοντας την «έφοδο στον ουρανό» με ατάκες από τους Ghostbusters και το κυνήγι του Ιντιάνα Τζόουνς. Για εκείνον, η μάχη με τα φαντάσματα του παλιού κόσμου και η ζωντανή πραγματικότητα δεν ήταν ξένες μεταξύ τους.
Με την ίδια ανιδιοτέλεια που ξοδευόταν στο γέλιο και στην υπόθεση της ανατροπής, αντιμετώπιζε και τα υλικά αγαθά. Δεν ήταν άνθρωπος της εσκεμμένης λιτότητας· η στενότητα ερχόταν οργανικά, επειδή ξόδευε από τις πρώτες ημέρες του μήνα ό,τι είχε στα χέρια του. Τα όποια χρήματα υπήρχαν γίνονταν αμέσως κοινό ταμείο για τις ανάγκες της παρέας ή της οργάνωσης. Το καθημερινό γεύμα μετατρεπόταν σε μια ιεροτελεστία μοιράσματος, ένα καταφύγιο αλληλεγγύης όπου κανείς δεν μετρούσε τι βάζει ο ένας και τι ο άλλος. Όσοι τον έζησαν, έχουν να λένε για τη μεγάλη του αδυναμία, τη φέτα, και τον σχεδόν παιδικό τρόπο που τον στενοχωρούσε η απουσία της από το τραπέζι όταν τα χρήματα εξανεμίζονταν.
Αυτός ο αυθορμητισμός και η άρνησή του να συμβιβαστεί με την έλλειψη, συνυπήρχαν οργανικά με τη στιβαρή του διάνοια. Ήταν η δική του, βαθιά απάντηση στη φθορά. Επιστράτευε μικρές χειρονομίες, όπως το να χτυπάει ξύλο, επιλέγοντας πεισματικά να στρέφει το βλέμμα του στη ζωή και αρνούμενος να μιλά για τις αρρώστιες και τον θάνατο.
Το κοινό τσιγάρο
Το μεγάλο του αντίδοτο απέναντι σε αυτή τη φθορά, η πηγή όπου η ζωή ξεχείλιζε αδάμαστη, ήταν ο κόσμος της εργασίας. Για τον ίδιο, η εργατική τάξη δεν ήταν μια αφηρημένη κοινωνιολογική κατηγορία, ούτε μια στατική έννοια στα βιβλία, αλλά η μόνη ζωντανή του πατρίδα. Ήταν ο τόπος όπου επέστρεφε για να αναπνεύσει.
Στις εργατικές γειτονιές και στα εργοστάσια, εκεί που η παραδοσιακή διανόηση αντιμετώπιζε συχνά τους έμπειρους εργάτες με μια υπεροπτική συγκατάβαση ή σαν απλούς «αποδέκτες» της κομματικής γραμμής, εκείνος στεκόταν διαφορετικά. Δεν επέλεξε ποτέ να τους μιλήσει από καθέδρας, ούτε να εμφανιστεί ως ο κάτοχος της απόλυτης αλήθειας. Η παρουσία του στα καφενεία, εκεί όπου άκουγε τις αγωνίες τους και μοιραζόταν το ίδιο τσιγάρο, άφησε το δικό της ανεξίτηλο αποτύπωμα, ακριβώς επειδή δεν πήγαινε μόνο για να διδάξει, αλλά κυρίως για να διδαχθεί από την ταξική τους πείρα.
Διέθετε τη μοναδική ικανότητα να απογυμνώνει τις πιο σύνθετες αναλύσεις από την ξύλινη γλώσσα, μεταφράζοντάς τες σε λόγο απλό, καθαρό και γι’ αυτό βαθιά ανατρεπτικό. Όσοι βρέθηκαν δίπλα του σε αυτές τις διαδρομές, θυμούνται πως οι εργάτες έβλεπαν στα μάτια του έναν άνθρωπο που δεν τους χρησιμοποιούσε ως πολιτικό εργαλείο, αλλά τους πίστευε βαθιά ως υποκείμενα της Ιστορίας. Τους έβαζε πάντα μπροστά, αποποιούμενος τον ρόλο του καθοδηγητή και θεωρώντας τον εαυτό του έναν απλό, ανιδιοτελή εργάτη της δικής τους υπόθεσης.
Η οδύνη της αντίφασης
Για ένα πνεύμα πηγαία ανυπότακτο, που αποστρεφόταν τα έτοιμα καλούπια και τις προκατασκευασμένες βεβαιότητες, η επιλογή της οργανωμένης στράτευσης στο ΚΚΕ έμοιαζε εκ πρώτης όψεως με παράδοξο. Η απάντηση, όμως, βρισκόταν στην ίδια τη γόνιμη αντίφαση που κουβαλούσε ως προσωπικότητα. Όπως σημειώνει ο Χέγκελ, είναι λάθος να θεωρούμε την αντίφαση αδιανόητη, γιατί ακριβώς μέσα στην οδύνη του έμψυχου όντος είναι που αυτή βρίσκει την αληθινή της ύπαρξη και κίνηση. Ο ίδιος υπήρξε η ζωντανή, σαρκική εκδοχή αυτής της δημιουργικής οδύνης. Για να αποκτήσουν ιστορικό βάρος τα επικά του όνειρα για τον κόσμο, χρειαζόταν έναν συλλογικό οργανισμό. Αναζητούσε μια συμπαγή, οργανωμένη συλλογικότητα που θα περιέβαλλε και θα στήριζε αυτές τις επιδιώξεις. Δεν εντάχθηκε για να σβήσει τις αντιφάσεις του ή για να βολευτεί σε μια κομματική ορθοδοξία, αλλά για να τις μετατρέψει σε ιστορική κίνηση, μπολιάζοντας τον μηχανισμό με τη δική του, ανατρεπτική σκέψη. Γνώριζε καλά πως η ατομική εξέγερση, όσο λαμπερή κι αν είναι, κινδυνεύει να σβήσει γρήγορα στη νύχτα χωρίς ένα στέρεο, συλλογικό αποτύπωμα.
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση δεν έμεινε ποτέ στα χαρτιά· έγινε πράξη και απέκτησε σάρκα και οστά στους κοινωνικούς αγώνες. Μέσα στο κόμμα, η σκέψη του λειτούργησε σαν οξυγόνο απέναντι στον δογματισμό.
Σε μαραθώνιες συζητήσεις, ανέτεμνε την ιστορία της Αριστεράς. Εξηγούσε με πάθος πως ο αγώνας της γενιάς του δεν κρίθηκε από τους «λυγμούς μιας προδομένης δημοκρατίας» που ζητούσε απλώς τον φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό του συστήματος, αλλά από μια νέα, καθολική επαναστατική επαγγελία που άρχισε να κυοφορείται μετά το ’71. Σε εκείνο ακριβώς το μεταίχμιο, ο κόκκινος Οκτώβρης συναντούσε την πολιτιστική ορμή του γαλλικού Μάη και το ανυπότακτο, αντάρτικο βλέμμα της Λατινικής Αμερικής.
Ο αφανής αρχιτέκτονας
Η άρνηση της προσωπικής εξαργύρωσης διαπερνούσε όλο τον ιστό της ύπαρξής του. Ήταν ένας δημιουργός που δεν φυλάκισε ποτέ τη σκέψη του στα στενά όρια της προσωπικής φιλοδοξίας και της ατομικής ανάδειξης. Κυοφορούσε διαρκώς ιδέες, επεξεργαζόταν πολιτικές θέσεις και διαμόρφωνε κείμενα για τα οποία δεν διεκδίκησε ποτέ την πατρότητα. Αναζητούσε πάντα τη συλλογική κτήση, με έναν τρόπο σχεδόν ποιητικό· σαν να άφηνε στίχους γραμμένους βιαστικά σε κουτιά τσιγάρων και χαρτοπετσέτες πάνω στα μαρμάρινα τραπέζια των καφενείων, επιτρέποντας στις λέξεις του να γίνουν κοινό κτήμα.
Αυτή ακριβώς η αναζήτηση της ουσίας, μακριά από τη ναρκισσιστική ανάγκη της υπογραφής, σφράγισε ολόκληρη τη θεωρητική του διαδρομή. Σήμερα, αν ανατρέξει κανείς στα κείμενα, τα περιοδικά, τα βιβλία και τα μανιφέστα που διαμόρφωσαν τη σκέψη ολόκληρων γενιών, θα βρει διάσπαρτες, αυτούσιες τις δικές του αναλύσεις, τα συνθήματα και τη δική του, αναγνωρίσιμη φρασεολογία. Κι όμως, το όνομά του σπάνια φιγουράρει σε προλόγους, σελίδες και εξώφυλλα. Για εκείνον, οι ιδέες δεν ήταν ένα άυλο πνευματικό κεφάλαιο προς επίδειξη ή εξαργύρωση, αλλά εργαλεία μάχης. Άφηνε τις θεωρητικές του συλλήψεις να κυκλοφορούν ανώνυμα και να μπολιάζουν τις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων, πεπεισμένος πως ο Μαρξ της εποχής μας μπορεί να είναι μόνον συλλογικός.
Ίσως γιατί έλεγε συχνά πως αν είναι να γράφεις επαναλαμβάνοντας τα έτοιμα, ασφαλή σχήματα του παρελθόντος, δεν αξίζει· μόνο αν έχεις να συνεισφέρεις κάτι πραγματικά καινούργιο στην κίνηση των πραγμάτων, τότε να βγαίνεις μπροστά. Αυτή η απαιτητική στάση χαρακτήριζε και την προσωπική επαφή μαζί του —μια επαφή που δεν κατέρριπτε την προσδοκία, αλλά τη γείωνε στις ανάγκες του παρόντος. Όταν άνοιγε μια συζήτηση, δεν προσπαθούσε να επιβληθεί· παρέσυρε τον συνομιλητή του έξω από τα στενά όρια της τρέχουσας επικαιρότητας. Μιλούσε για την πολιτική, την τέχνη και τις κοινωνικές αντιφάσεις με ένα βάθος που ανάγκαζε τις εύκολες βεβαιότητες των άλλων να υποχωρήσουν.
Η θύελλα στα όργανα
Αυτή η στάση ζωής σφυρηλάτησε και τον τρόπο με τον οποίο παρενέβαινε στα κομματικά όργανα. Όταν έπαιρνε τον λόγο στις συνεδριάσεις, η διαλεκτική έπαυε να είναι μια στεγνή θεωρητική άσκηση στα χαρτιά και μετατρεπόταν σε ζωντανή πράξη. Εκεί που η κυρίαρχη τάση αναζητούσε την ασφάλεια των έτοιμων, ακίνητων δογμάτων, εκείνος εισήγαγε με ορμή την κίνηση των αντιθέσεων, αναγκάζοντας τους συμμετέχοντες να κοιτάξουν κατάματα την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας.
Στις αφηγήσεις των συντρόφων του, ο λόγος του περιγράφεται ως καθηλωτικός, ακριβώς επειδή αρνιόταν πεισματικά να ωθήσει τα πράγματα σε μια τεχνητή, εφησυχαστική αρμονία. Ανέτεμνε τις αντιφάσεις της ίδιας της κομματικής γραμμής με χειρουργικό τρόπο, δείχνοντας ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται στις έτοιμες εγκυκλίους, αλλά πάντα στην πάλη των αντιθέτων. Αυτός ο τρόπος σκέψης, ωστόσο, προκαλούσε αμηχανία και συχνά εχθρότητα σε ηγεσίες μαθημένες στον μονοδιάστατο λόγο και στις προκατασκευασμένες ομοφωνίες. Άκουγαν ως ξένη και επικίνδυνη, απρόβλεπτη θύελλα τη διαλεκτική του. Εκείνος έβλεπε το μέλλον μέσα από τις ρωγμές του παρόντος και την κίνηση των μαζών, την ώρα που οι μηχανισμοί πάσχιζαν να περιφρουρήσουν τις καθηλωτικές τους βεβαιότητες.
Το οριακό σημείο του 1989 και η οδύνη της ρήξης
Αυτή η διαρκής, υπόκωφη ένταση έμελλε να οδηγηθεί στην πιο δραματική της κορύφωση στο ιστορικό ορόσημο του 1989. Στην εποχή κατά την οποία η επίσημη ηγεσία του κόμματος ολοκλήρωνε την υποταγή του επαναστατικού οράματος σε πολιτικές συναλλαγές με το αστικό κατεστημένο—μια πορεία που ο ίδιος διέβλεπε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ως στρατηγική και ιστορική υποχώρηση της Αριστεράς. Τότε ο ίδιος και οι σύντροφοι του επέλεξαν ο δύσκολο δρόμο της μεγάλης ρήξης.
Όσοι έζησαν δίπλα του εκείνες τις οριακές, πυκνές στιγμές, μαρτυρούν πως βίωνε αυτή την περίοδο με μια βαθιά οδύνη. Το κόμμα ήταν για εκείνον ο χώρος όπου είχε καταθέσει όλη του τη ζωή, οπότε ο αποχωρισμός είχε το βάρος ενός βίαιου ακρωτηριασμού. Γι’ αυτό και επέμενε μέχρι την ύστατη στιγμή ότι η μάχη έπρεπε να δοθεί μέχρι εξαντλήσεως των ορίων μέσα στα σπλάχνα του οργανισμού. Πάλεψε με όλους τους τρόπους που ήταν εφικτοί εντός και εκτός του κατεστημένου πλαισίου, προσπαθώντας να κρατήσει το νήμα της επαναστατικής ανατροπής ζωντανό.
Όμως η ιστορική κίνηση αποδείχθηκε αμείλικτη. Η ηγεσία του ΚΚΕ επέλεξε τις συγκυβερνήσεις της ντροπής με τη δεξιά. Και ταυτόχρονα οδηγήθηκε σε ρήξη με την ίδια της τη νεολαία, την ΚΝΕ εκείνης της περιόδου. Εκείνος μαζί με τους συντρόφους του που αποτελούσαν το ρεύμα της αριστερής αμφισβήτησης, πήραν την απόφαση να κάνουν το μεγάλο και επώδυνο βήμα. Δεν ήταν μια πράξη εύκολης φυγής· ήταν μια απόφαση πολιτικής και ηθικής επιβίωσης, γεμάτη από το άγχος και την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας. Ανέλαβε το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογούσε, σμιλεύοντας με τις αναλύσεις του την ταυτότητα αρχικά του περιοδικού και στη συνέχεια της εφημερίδας «ΠΡΙΝ». Από εκείνες τις πρώτες, πέτρινες μέρες της γενικευμένης υποχώρησης, υπερασπιζόταν με πάθος μια βαθιά απελευθερωτική, εργατική αντίληψη: «κόμμα και μέτωπο για το εργατικό κίνημα, και όχι εργατικό κίνημα για το κόμμα και το μέτωπο».
Στο αχαρτογράφητο έδαφος της νέας αρχής
Η έξοδος από το κόμμα και η γέννηση του ΝΑΡ έφεραν μια νέα, σκληρή πραγματικότητα. Καθώς η παλιά, συμπαγής συλλογικότητα γινόταν κομμάτια, οι άνθρωποι που είχαν τολμήσει το βήμα της ρήξης βρέθηκαν ξαφνικά αποκομμένοι από την ασφάλεια ενός κραταιού μηχανισμού. Μέσα σε εκείνη την καθολική αβεβαιότητα της «πέτρινης» εποχής του ’90, οι αντοχές όλων δοκιμάστηκαν σκληρά.
Ο ίδιος γνώριζε καλά ότι στην πραγματική ιστορική κίνηση δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Κατανοούσε ότι το να χτίσεις ένα χειραφετημένο κομμουνιστικό ρεύμα από την αρχή σήμαινε να βαδίσεις σε μια μακρά, επίπονη και συχνά μοναχική πορεία θεωρητικής αναζήτησης. Μέσα στις γραμμές του ΝΑΡ, ο αγώνας του έγινε διπλός: από τη μία έπρεπε να σφυρηλατήσει μια νέα, επίκαιρη θεωρητική πρόταση, και από την άλλη να στηρίξει ψυχολογικά και πολιτικά όσους βυθίζονταν στην υπαρξιακή αγωνία της νέας αρχής. Ο ίδιος μακριά από θέσεις και αξιώματα επέλεξε να παραμείνει ένα μόνιμο άτυπο σημείο αναφοράς και πολιτικού προσανατολισμού.
Το τίμημα του ανυπότακτου
Όμως, αυτή η ανεξάρτητη προσωπικότητα και η άρνησή του να μπει σε νέα καλούπια είχαν το τίμημά τους. Η γραφειοκρατική λογική των μηχανισμών αποτύπωσε πάνω του τη γνώριμη, ψυχρή σκληρότητά της: το όνομά του παραλείφθηκε συνειδητά από το επίσημο λεύκωμα που εξέδωσε αργότερα το ΚΚΕ για όσους έδρασαν στα χρόνια της αντιδικτατορικής πάλης. Ο πρωτεργάτης των φοιτητικών αγώνων, ο άνθρωπος που είχε πρωτοστατήσει στην οργανωτική ανασυγκρότηση της νεολαίας στην παρανομία, δεν χωρούσε στα στενά μέτρα της επίσημης κομματικής μνήμης.
Το πιο βαθύ, ωστόσο, ανθρώπινο και πολιτικό παράδοξο τον ακολούθησε στις σχέσεις με το ίδιο του το νέο περιβάλλον. Άνθρωποι που συμπορεύτηκαν μαζί του, συχνά εναντιώνονταν με πείσμα στις ιδεολογικές και πολιτικές του αιχμές. Ίσως επειδή αδυνατούσαν να αντέξουν την ανατρεπτική ορμή μιας σκέψης που δεν άφηνε κανέναν να ησυχάσει στις δικές του, νέες βεβαιότητες. Ακόμα και μέσα στον χώρο για την δημιουργία του οποίου ο ίδιος επέδρασε αποφασιστικά, η πραγματική αναγνώριση ήρθε συχνά με όρους ετεροχρονισμένης αμηχανίας.
Έπρεπε να μεσολαβήσει ο πρόωρος θάνατός του και να σιγήσει η ζωντανή, παρεμβατική του παρουσία —που μέχρι τότε δοκίμαζε τις εσωκομματικές ισορροπίες— ώστε να επιχειρηθεί μια επίσημη αποτίμηση του έργου του· μια αποτίμηση που, φυσικά, δεν έφτασε ποτέ στο βάθος και στο μέγεθος η οποία πραγματικά του αναλογούσε. Εκείνος, πάντως, προσπερνούσε πάντα με ένα χαμόγελο τις μικρότητες. Δεν διεκδίκησε ποτέ για τον εαυτό του το βάθρο μιας αναμφισβήτητης αυθεντίας, γιατί ήξερε πως η μόνη αυθεντία είναι η ίδια η ζωή που συνεχίζεται.
Ο έφηβος που επιστρέφει από το μέλλον
Κοιτάζοντας συνολικά εκείνη την περίοδο της ωριμότητας, γίνεται φανερό ότι η έντονη θεωρητική του παραγωγή συνοδευόταν από μια ιδιότυπη, περήφανη απόσταση. Επέστρεψε, κατά κάποιον τρόπο, στην ουσία του ανυπότακτου έφηβου, εξοπλισμένος πια με τη σοφία και τις πληγές ενός ολόκληρου πολέμου. Συνέχισε να εισφέρει τις επεξεργασίες του και να συνομιλεί με τη νέα γενιά των αγωνιστών, έστω κι αν δεν έγραφε όσο χρειαζόταν ή όσο του επέτρεπε η στιβαρή του διάνοια. Βλέπεις, υπήρξε πάντα ένας Σωκρατικός τύπος του σημερινού μας κόσμου, ένας άνθρωπος της ζωντανής μετάδοσης. Βασικό του μέλημα ήταν να επικοινωνήσουν όσα φλόγιζαν το μυαλό και την καρδιά του άμεσα με τους ανθρώπους. Να ανάψει σπίθες σε άλλες συνειδήσεις. Μέχρι την τελευταία του πνοή, δεν μετάνιωσε που άφησε πίσω του τις εξασφαλίσεις για να παραμείνει πιστός στον εργάτη, στην ποίηση και στην οδύνη των δικών του επιλογών.
Τις τελευταίες ώρες στο νοσοκομείο, ενώ έξω στους δρόμους της Αθήνας εξελισσόταν μια ακόμη διαδήλωση, εκείνος κοίταξε το δωμάτιο και σάρκασε με την τελευταία του ειρωνεία ψιθυρίζοντας σ’ αυτόν που ήταν δίπλα στο κρεβάτι του: «Νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε στα οδοφράγματα, και θα πεθάνουμε εδώ, στο νοσοκομείο».
Έφυγε την 1η Νοεμβρίου 2011 (1/11/11). Συνεπής ακόμη και στο τέλος με μια δική του, εσωτερική γεωμετρία, επέλεξε μια ημερομηνία γεμάτη άσους – μια απόλυτη ευθυγράμμιση – σαν για να ξορκίσει μια και καλή τη φθορά και τον ίδιο τον θάνατο, που ποτέ του δεν θέλησε να κατονομάσει.
Γι’ αυτό, όποτε ανοίγει ξαφνικά ένα παράθυρο στις πορείες, στις συνεδριάσεις, στις αντιπαραθέσεις, στις αυθόρμητες συγκεντρώσεις της νύχτας, δεν είναι ο άνεμος. Είναι εκείνος ο ακριβός, ο ανυπότακτος φίλος που επιστρέφει κρυφά από το μέλλον, φέρνοντας μαζί του μια γνώριμη μελωδία:
«Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις / μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου…»
Αυτούς τους χτύπους ακούμε ακόμα. Είναι ο τρόπος ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να αφήσει το εφήμερο αποτύπωμά του στους κομματικούς διαδρόμους και τα μονοπάτια των συμβιβασμών, αλλά είχε την παράξενη ιδιότητα να μετακινεί τα αστέρια κάθε φορά που άγγιζε την αλήθεια των ανθρώπων.
Κι εμείς, νιώθουμε βαθιά ευγνώμονες που, μέσα από αυτή την αλήθεια, αγγίξαμε κάτι από τον δικό του ουρανό.
Κι όσο η συλλογική μας μνήμη παραμένει ζωντανή, ξέρουμε πως αργά ή γρήγορα:
«Κάποιο τρένο τη νύχτα σφυρίζοντας / ή ένα πλοίο μακρινό και απροσδόκητο / θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας / και τα όνειρά μας…»
Δεκαπέντε χρόνια λείπει και είναι πάντα εδώ.

