Η χαμένη επικινδυνότητα της λογοτεχνίας, της Τέας Βασιλειάδου

 

Γιατί η Σάλι Ρούνεϊ έγινε το δυσαναπλήρωτο κόστος σε έναν κόσμο που μετράει τα πάντα με ισολογισμούς

Υπάρχει μια υπόκωφη, σχεδόν μαθηματική θλίψη στον τρόπο που ο σύγχρονος καπιταλισμός οργανώνει τις ανθρώπινες αποστάσεις. Στα βιβλία της, οι ήρωες υποφέρουν μόνιμα από αυτή τη γεωμετρία. Ψάχνουν ο ένας τον άλλον μέσα σε δωμάτια με ακριβά ενοίκια στο Δουβλίνο, ανταλλάσσουν email για το τέλος του δυτικού πολιτισμού και την ίδια στιγμή ανησυχούν για το αν θα βρουν δουλειά. Όπως έγραφε η Άλις στο «Όμορφε Κόσμε, πού είσαι»  (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη, Εκδόσεις Πατάκη, 2022), «όταν θα έπρεπε να οργανώνουμε ξανά τη διανομή των παγκόσμιων πόρων, εμείς ανησυχούσαμε για το σεξ και τη φιλία».

Όμως τώρα, η ίδια η Ρούνεϊ αποφάσισε να διαλύσει αυτή την ψευδαίσθηση της ιδιωτικής απομόνωσης. Η πρόσφατη απόφαση του βρετανικού κράτους να θέσει τα βιβλία της εκτός αγοράς επειδή η ίδια αρνείται να αποσύρει την οικονομική της στήριξη στην «Παλαιστινιακή Δράση» (Palestine Action) δεν είναι μια απλή πράξη λογοκρισίας. Είναι η στιγμή που η ωμή κρατική βία συναντά την υλική πραγματικότητα της τέχνης. Είναι η απόδειξη ότι στην εποχή μας, ακόμη και η πιο ιδιωτική σελίδα ενός βιβλίου είναι, τελικά, μια πολιτική επιλογή.

Το ύστερο κεφάλαιο και η ποινικοποίηση της σκέψης

Το Λονδίνο δεν χρειάστηκε να αναβιώσει τις μεσαιωνικές πυρές των ολοκληρωτικών καθεστώτων για να εξαφανίσει το έργο της. Επιστράτευσε μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη, καπιταλιστική μέθοδο: τον οικονομικό στραγγαλισμό μέσω των αντιτρομοκρατικών νόμων. Χαρακτηρίζοντας ως «τρομοκρατική» μια οργάνωση άμεσης δράσης που στοχεύει τις βιομηχανίες όπλων που τροφοδοτούν τη σφαγή στη Γάζα, το κράτος μετέτρεψε τα έσοδα της συγγραφέως σε «προϊόν εγκλήματος».

Αυτή είναι η δυστοπία που η Ρούνεϊ ψηλαφεί χρόνια τώρα: η μετατροπή των πάντων σε συναλλαγή. Το σύστημα σου επιτρέπει να είσαι μαρξιστής στα χαρτιά, να αναλύεις τον Αντόρνο και τον Αλτουσέρ πίνοντας κρασί σε αστικά διαμερίσματα, αρκεί τα έσοδα από τα πνευματικά σου δικαιώματα να επιστρέφουν υπάκουα στις τράπεζες που χρηματοδοτούν τον θάνατο. Όταν όμως η Ρούνεϊ αρνείται να παίξει αυτόν τον ρόλο, όταν επιλέγει τη ρήξη, διαπράττει το απόλυτο αμάρτημα. Γίνεται η φωνή που σπάει τη σιωπή όχι επειδή κρατά όπλο, αλλά επειδή αποδεικνύει ότι η συνείδηση δεν ανταλλάσσεται με μερίσματα.

Το εγχειρίδιο της καταστολής: Από τον Μακαρθισμό στα Βραβεία PEN

Η περίπτωση της Ρούνεϊ δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, ένας κεραυνός εν αιθρία. Το σύστημα δεν αυτοσχεδιάζει· διαθέτει ένα έτοιμο, διαχρονικό εγχειρίδιο πειθάρχησης για τους δημιουργούς που αρνούνται να στοιχηθούν πίσω από τις επίσημες κρατικές γραμμές.

Η μέθοδος του οικονομικού αποκλεισμού έχει τις ρίζες της στη Μαύρη Λίστα του Χόλιγουντ κατά την περίοδο του Μακαρθισμού (δεκαετίες ’40 και ’50). Τότε, το αμερικανικό κράτος δεν χρειάστηκε να φυλακίσει κάθε αριστερό σεναριογράφο ή σκηνοθέτη. Τους στέρησε τη δυνατότητα να βιοποριστούν, απαγορεύοντας στα στούντιο να αγοράζουν το έργο τους. Η λογοκρισία της αγοράς λειτούργησε ως αγχόνη.

Αυτή η ίδια αγχόνη ενεργοποιείται και σήμερα, ειδικά γύρω από το Παλαιστινιακό ζήτημα. Μόλις το 2024, είδαμε τη συλλογική εξέγερση της παγκόσμιας κοινότητας των γραμμάτων, όταν δεκάδες συγγραφείς απέσυραν τα βιβλία τους από τα βραβεία PEN America, διαμαρτυρόμενοι για τη σιωπή του οργανισμού απέναντι στη γενοκτονία, οδηγώντας τελικά στην ακύρωση της τελετής απονομής. Λίγο αργότερα, η ακύρωση της έκδοσης του βιβλίου της Alana Hadid από τον εκδοτικό κολοσσό Penguin Random House, επειδή η ίδια αρνήθηκε να λειάνει τις πολιτικές της αιχμές, επιβεβαίωσε τον κανόνα: οι πολυεθνικοί οίκοι ανέχονται τη ριζοσπαστική σκέψη μόνο όταν αυτή δεν απειλεί τη γεωπολιτική σταθερότητα και τις εταιρικές συμμαχίες.

Η Ιρλανδική μνήμη και η άρνηση της λήθης

Για να κατανοήσει κανείς τη δυναμική αυτής της στάσης, πρέπει να επιστρέψει στο DNA της γραφής της. Η Ρούνεϊ είναι Ιρλανδή. Κουβαλά στο συλλογικό της ασυνείδητο το βάρος ενός λαού που έζησε στο πετσί του τον βρετανικό αποικιοκρατικό ζυγό, τον λιμό και τον βίαιο διαμελισμό. Όταν κοιτάζει την Παλαιστίνη, δεν βλέπει μια μακρινή, αφηρημένη γεωπολιτική κρίση· βλέπει την ιστορία της δικής της πατρίδας.

Το Λονδίνο γνωρίζει καλά αυτή τη σύνδεση. Κατά τη διάρκεια των ταραχών στη Βόρεια Ιρλανδία, το βρετανικό κράτος είχε επιστρατεύσει παρόμοιους αντιτρομοκρατικούς νόμους για να επιβάλει ολοκληρωτικό αποκλεισμό μετάδοσης σε φωνές της ιρλανδικής αντίστασης. Σήμερα, απειλώντας τη Ρούνεϊ, ενεργοποιεί ξανά τα ίδια αυτοκρατορικά του αντανακλαστικά. Η συγγραφέας, όμως, επιλέγει την παράδοση της ιρλανδικής αντιαποικιακής αριστεράς, θυμίζοντάς μας ότι η αλληλεγγύη δεν είναι μια ανώδυνη ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά μια πράξη που εμπεριέχει υλικό και προσωπικό κόστος.

Από τους κανονικούς ανθρώπους στο Ιντερμέτζο: Ο έρωτας ως αντίσταση

Η παραδοσιακή, δογματική αριστερά συχνά υποτίμησε τη Ρούνεϊ, από την εποχή του ντεμπούτου της με τις «Συζητήσεις με φίλους» (μτφρ. Μαρία Φακίνου, Εκδόσεις Πατάκη, 2019), θεωρώντας τη συγγραφέα ενός εφήμερου «μιλένιαλ ρομαντισμού» —μιας γενιάς εγκλωβισμένης στα δικά της ψυχολογικά αδιέξοδα. Πόσο λάθος έκαναν.

Στους «Κανονικούς ανθρώπους» (μτφρ. Μαρία Φακίνου, Εκδόσεις Πατάκη, 2020), η σχέση του Κόνελ και της Μαριάν δεν είναι απλώς μια ερωτική ιστορία· είναι μια ανατομία της ταξικής ανισότητας και της συντριβής του ατομικισμού. Στο ρόσφατο «Ιντερμέτζο» (μτφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, Εκδόσεις Πατάκη, 2025), οι ήρωές της παλεύουν με το πένθος και την επιθυμία, προσπαθώντας να βρουν καταφύγιο από έναν κόσμο που τους ζητά να είναι μόνιμα παραγωγικοί, μόνιμα αναλώσιμοι.

Η Ρούνεϊ γράφει για τον έρωτα ακριβώς επειδή ο έρωτας είναι το τελευταίο οχυρό που ο καπιταλισμός προσπαθεί —αλλά αδυνατεί— να εμπορευματοποιήσει πλήρως. Με τη στάση της απέναντι στο βρετανικό κράτος, η συγγραφέας μεταφέρει τους ήρωές της από το χαρτί στον δρόμο. Μας λέει ότι η τρυφερότητα μεταξύ των ανθρώπων είναι άχρηστη αν δεν συνοδεύεται από την άρνηση να γίνουμε συνένοχοι στη βαρβαρότητα.

Η τέχνη που σπάει το κέλυφος

Η απόφαση της Σάλι Ρούνεϊ και των εκατοντάδων ανθρώπων των γραμμάτων που υπέγραψαν την επιστολή συμπαράστασης δημιουργεί ένα ρήγμα στο κυρίαρχο αφήγημα. Σε έναν κόσμο όπου η τέχνη έχει μετατραπεί σε «περιεχόμενο» για ψηφιακές πλατφόρμες και οι συγγραφείς σε αναγνωρίσιμα εμπορικά προϊόντα της αγοράς, η χειρονομία της επιστρέφει στη λογοτεχνία τη χαμένη της επικινδυνότητα.

Τα βιβλία της μπορεί να λείπουν προσωρινά από τις προθήκες του Λονδίνου, αλλά η απουσία τους είναι πιο ηχηρή από οποιοδήποτε bestseller. Η Σάλι Ρούνεϊ κέρδισε την πιο κρίσιμη μάχη: απέδειξε ότι η ομορφιά και η αλήθεια δεν χωράνε στους ισολογισμούς των ιμπεριαλιστών. Και αυτό, στους σκοτεινούς καιρούς μας, είναι ένα αριστούργημα από μόνο του.

 

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ