Η συλλογική μνήμη της επετείου μέσα από τα καλώδια της επικοινωνίας
Η επίσημη Ιστορία αρέσκεται να κατοικεί σε ψηλοτάβανα σαλόνια, εκεί όπου οι πρεσβευτές παραδίδουν τελεσίγραφα και οι δικτάτορες, εγκλωβισμένοι στις δικές τους αντιφάσεις, ψελλίζουν το «Όχι». Όμως, η ανάγκη να αγγίξουμε την Ιστορία στην καρδιά της οδηγεί μακριά από τις επίσημες αίθουσες. Σπρώχνει στα υπόγεια. Στις τρεις και μισή το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, το κέντρο του κόσμου δεν είναι η έπαυλη του Μεταξά στην Κηφισιά. Είναι το υγρό υπόγειο του Κεντρικού Τηλεγραφείου στην Αθήνα, στην οδό Σταδίου.
Εκεί συναντάμε τον Θωμά. Έναν χαμηλόμισθο υπάλληλο των ΤΤΤ (Ταχυδρομεία, Τηλεγραφεία, Τηλέφωνα), με τα μανίκια του πουκαμίσου του προστατευμένα από μαύρα υφασμάτινα περικάρπια για να μην λεκιάζουν από το μελάνι. Το δικό του χέρι ακουμπούσε το ορειχάλκινο χειριστήριο Μορς, όταν το μηχάνημα άρχισε να χτυπά δαιμονισμένα.
Τικ, τακ, τίκι-τάκ.
Από την άλλη πλευρά του σύρματος, ο τηλεγραφητής του μεθοριακού σταθμού στο Δελβινάκι εξέπεμπε το πρώτο, αγωνιώδες σήμα της εισβολής. Το χαρτί της ταινίας ξετυλιγόταν στα δάχτυλα του Θωμά, καταγράφοντας την ωμή πραγματικότητα: «Ιταλικός στρατός προσβάλλει αμυντικάς μας γραμμάς από 05:30 ώρας. Σταθμός Δελβινακίου σιγά. Ζήτω η Ελλάς».
Η στάση πάνω από το νεκρό μελάνι της ταινίας και η καταγραφή αυτής της λεπτομέρειας δεν γίνεται για τις ανάγκες ενός απλού, ρομαντικού διηγήματος. Είναι ο μόνος τρόπος, μέσα από την ύλη, να ανασυρθεί η ιστορική αλήθεια από τη λήθη. Ο Θωμάς δεν είναι μια αφηρημένη καλλιτεχνική επινόηση· είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος των «Τριατατικών».
Για όσους η επίσημη Ιστορία προσπέρασε, οι Τριατατικοί —από τα αρχικά των ΤΤΤ— ήταν οι εργάτες της επικοινωνίας. Ήταν μια από τις πιο προοδευτικές, μορφωμένες και συνδικαλιστικά ώριμες μερίδες της ελληνικής εργατικής τάξης. Άνθρωποι που, παρά τις διώξεις του καθεστώτος, παρέμεναν βαθιά πολιτικοποιημένοι. Ζούσαν με ψίχουλα, αντιμετώπιζαν την καθημερινή φτώχεια της προπολεμικής Αθήνας, αλλά κρατούσαν στα χέρια τους το νευρικό σύστημα ολόκληρου του κράτους. Ήταν αυτοί που μετέτρεπαν τα ψυχρά σήματα του τηλέγραφου σε ζωντανή, ανθρώπινη επικοινωνία.
Η φύση του σήματος
Αυτή η ανθρώπινη εμπειρία είναι που ξεκλειδώνει την πολιτική αλήθεια της επετείου. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, βαθύτατα φασιστικό και ιδεολογικά συγγενές με τον Μουσολίνι, αναγκάστηκε να πολεμήσει επειδή η λαϊκή βάση δεν του άφησε άλλη επιλογή. Όναν ο Θωμάς έλαβε το επίσημο, κρυπτογραφημένο σήμα της Γενικής Επιστράτευσης από το Γενικό Επιτελείο, οι λέξεις που έπρεπε να αναμεταδώσει σε κάθε πόλη και χωριό της επικράτειας ήταν στεγνές: «Γενική επιστράτευσις. Εφαρμόσατε σχέδιον υπ’ αριθμόν 20. Άμεσος έναρξις διώξεως εχθρού».
Όμως, καθώς οι λέξεις μετατρέπονταν σε τελείες και παύλες Μορς, δεν μεταδιδόταν απλώς μια στρατιωτική διαταγή. Δινόταν το σύνθημα για την κοινωνικοποίηση του «Όχι». Καθώς ο μοχλός πιεζόταν, ήταν σαφές ότι το σήμα αυτό θα άδειαζε τις φτωχογειτονιές της Κοκκινιάς και του Περιστερίου, θα έστελνε τους μεταλλωρύχους του Λαυρίου και τους καπνεργάτες της Καβάλας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η άρχουσα τάξη, στην πλειοψηφία της, θα παρέμενε ασφαλής στα σαλόνια της. Το βάρος της σύγκρουσης με τον φασισμό θα το σήκωναν εκείνοι που δεν είχαν τίποτα να χάσουν παρά μόνο την αξιοπρέπειά τους.
Ο ιδρώτας στο μέτωπο του τηλεγραφητή, η μυρωδιά του φτηνού καπνού, ο ήχος του χαρτιού που σχίζεται: αυτά τα αισθητηριακά στοιχεία δεν επιστρατεύονται για να εντυπωσιάσουν. Είναι εκεί γιατί ο πόλεμος δεν έγινε με αφηρημένες ιδέες, αλλά με σώματα. Μόνο μέσα από τις αισθήσεις μπορούμε να καταλάβουμε το μέγεθος της θυσίας.
Από το Μορς στο σαμποτάζ: Η συνέχεια της αντίστασης
Είναι λάθος να απομονώνεται η 28η Οκτωβρίου ως μια μοναδική, «μαγική» στιγμή εθνικής ομοψυχίας, όπως θέλει να την παρουσιάζει η κυρίαρχη ιστοριογραφία. Πίσω από τον τηλεγραφητή, υπάρχει το νήμα που συνδέει το 1940 με όσα δικαιωματικά ακολούθησαν.
Λίγους μήνες μετά, όταν η Αθήνα βρέθηκε υπό γερμανική και ιταλική κατοχή, το ίδιο αυτό υπόγειο των ΤΤΤ έγινε το λίκνο της πρώτης μεγάλης απεργίας στην κατεχόμενη Ευρώπη, τον Απρίλιο του 1942. Οι ίδιοι τηλεγραφητές, που εκείνη τη νύχτα του Οκτώβρη μετέδιδαν το σήμα του πολέμου, χρησιμοποίησαν αργότερα τα ίδια καλώδια για να μεταδώσουν το δικό τους μήνυμα αγώνα. Όπως αναφέρει η ιστορική καταγραφή: «Οι υπάλληλοι των ΤΤΤ, πεινώντες και εξαθλιωμένοι, προβαίνουν εις γενικήν απεργίαν, νεκρώνοντες πάσαν επικοινωνίαν των δυνάμεων κατοχής».
Οι σύγχρονοι αγωγοί της ιστορίας
Σήμερα, οι ορειχάλκινοι πομποί Μορς έχουν αντικατασταθεί από οπτικές ίνες, οθόνες αφής και αλγορίθμους. Η πληροφορία ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός και ο κόσμος μοιάζει πιο δικτυωμένος από ποτέ. Κι όμως, πίσω από την ψηφιακή λάμψη, η ουσία της Ιστορίας παραμένει ακριβώς η ίδια.
Οι σύγχρονοι «τηλεγραφητές» της εποχής μας είναι οι εργαζόμενοι της διπλανής πόρτας: οι υπάλληλοι των τηλεφωνικών κέντρων που δουλεύουν με ακουστικά κάτω από εξαντλητικά ωράρια, οι εργάτες της Gig-οικονομίας —του μοντέλου που βασίζεται σε προσωρινές, ευέλικτες και βραχυπρόθεσμες θέσεις εργασίας. Είναι οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την καθημερινότητά μας, αλλά παραμένουν αόρατοι στις επίσημες αναφορές. Το ερώτημα που τέθηκε στον Θωμά εκείνο το ξημέρωμα, τίθεται και σε εμάς σήμερα, σε μια εποχή που ο φασισμός και η μισαλλοδοξία προσπαθούν ξανά να βρουν ρωγμές για να εισβάλουν.
Θα είμαστε απλώς παθητικοί αναμεταδότες των εντολών που μας επιβάλλονται ή θα γίνουμε οι αγωγοί μιας νέας συλλογικής συνείδησης;
Η επιστροφή στον Θωμά είναι μια πράξη αποκατάστασης. Τα αυθεντικά ντοκουμέντα εντάσσονται στην αφήγηση γιατί η ποίηση της πραγματικότητας είναι πιο δυνατή από κάθε εθνικό μύθο. Η Ιστορία επιστρέφει εκεί που ανήκει: στους ανώνυμους εργάτες της επικοινωνίας, που μετέδωσαν την πρώτη λέξη του ελληνικού αντιφασιστικού έπους. Το δικό τους «Όχι» δεν ήταν μια κρατική υπογραφή σε ένα επίσημο έγγραφο. Ήταν η άρνηση της υποταγής, γραμμένη με μελάνι και ιδρώτα στα σύρματα. Και αυτό το νήμα, αν επιλέξουμε να το κρατήσουμε, δεν θα κοπεί ποτέ.

