Η 28η Οκτωβρίου έχει επιλεχθεί ως ημέρα εθνικού εορτασμού της Αντίστασης του ελληνικού λαού στους κατακτητές. Η 28η Οκτωβρίου παράλληλα, αποτελεί την ημέρα έναρξης του πολέμου στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό συγκροτεί μία, χωρίς υπερβολή, παγκόσμια πρωτοτυπία καθώς είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που δεν γιορτάζουμε την ημέρα της απελευθέρωσης μας, δηλαδή την 12η Οκτώβρη.
Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση, αυτό συμβαίνει καθώς την 28η Οκτώβρη ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το ηρωικό «ΟΧΙ» απέναντι στους κατακτητές. Εδώ λοιπόν φανερώνεται μια πρώτη προσπάθεια στρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας, καθώς το «ΟΧΙ» δεν αποτέλεσε επιλογή του δικτάτορα Μεταξά, ήταν καθαρά αποτέλεσμα της λαϊκής πίεσης και απαίτησης. Η κυρίαρχη ερμηνεία αποκρύπτει περίτεχνα την πραγματική ταυτότητα της κυβέρνησης Μεταξά και επιδιώκει να τον ανάγει σε εθνικό ήρωα, όμως η αλήθεια είναι πολύ μακριά από αυτό. Την περίοδο διακυβέρνησής του πάνω από 80.000 άτομα βασανίστηκαν στα κρατητήρια των αστυνομικών τμημάτων, στις φυλακές και στις εξορίες, 45.000 εκ των οποίων ήταν κομμουνιστές, μέλη και οπαδοί του ΚΚΕ. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου εξυπηρέτησε τα συμφέροντα της αστικής τάξης, της μοναρχίας και του ξένου κεφαλαίου, κυρίως της Αγγλίας και πάσχισε να καταπνίξει τη λαϊκή πάλη με βίαιο και τυραννικό τρόπο.
Ο πιο σημαντικός όμως λόγος που το ελληνικό κράτος επέλεξε την 28η Οκτώβρη ως ημέρα εθνικής επετείου είναι η αποσύνδεση της απελευθέρωσης του λαού από τους ίδιους τους απελευθερωτές του. Η ελευθερία του ελληνικού λαού είναι αποτέλεσμα της μακρόχρονης και ηρωικής Αντίστασης, η οποία ορθώθηκε, δυνάμωσε και κέρδισε χάριν στις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Μετά την επιβολή της κατοχής, ο λαός βρέθηκε αντιμέτωπος με την πείνα, την τρομοκρατία και τις εκτελέσεις. Την ίδια στιγμή, ο βασιλιάς, η στρατιωτική ηγεσία και οι ηγεσίες των περισσότερων αστικών κομμάτων κατέφυγαν στη Μέση Ανατολή, αφού πρώτα υφάρπαξαν τμήματα του κρατικού πλούτου και παρέδωσαν τους κρατούμενους κομμουνιστές στις αρχές της ναζιστικής κατοχής. Μια μικρότερη μερίδα αστών πολιτικών παρέμεινε στη χώρα και συνεργάστηκε με τον κατακτητή, συγκροτώντας τις κυβερνήσεις των δωσίλογων. Τέλος κάποιοι υιοθέτησαν μια δήθεν παθητική στάση, συνεχίζοντας να λειτουργούν για τα συμφέροντα τους.
Οι λίγες δεκάδες ελεύθεροι κομμουνιστές, μαζί με όσους απέδρασαν από τις φυλακές και τις εξορίες, πρωτοστάτησαν στον τιτάνιο αγώνα ενάντια στην πείνα και στην εξαθλίωση του λαού ενώ παράλληλα επεδίωξαν την συγκρότηση του ΕΑΜ και κατόπιν του στρατιωτικού τμήματος του, του ΕΛΑΣ. Διαμορφώνοντας τη γραμμή του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου, το ΚΚΕ απευθύνθηκε σε ένα ευρύ πλήθος οργανώσεων, ακόμη και αστικών, με στόχο την δημιουργία ενός αντιστασιακού-αντιφασιστικού μετώπου. Παράλληλα, το ΚΚΕ έχοντας μεγάλη παρέμβαση στα συνδικάτα, στα σωματεία και στους εργατικούς χώρους, πρωτοστάτησε στη διοργάνωση μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων, όπως η περίφημη πανεργατική απεργία που απέτρεψε την αποστολή Ελλήνων εργατών στα γερμανικά εργοστάσια-κάτεργα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η μαζική λαϊκή ένταξη σε αυτές τις οργανώσεις, η δράση των οποίων καθόρισε και τον ρου της ιστορίας. Με άλλα λόγια, επιτεύχθηκε η κλιμάκωση ενός αγώνα που ξεκίνησε από τη μάχη ενάντια στην πείνα και κατάφερε να συγκρουστεί με τις ναζιστικές δυνάμεις του 3ου Ράιχ και τους ντόπιους συνεργάτες του και να απελευθερώσει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.
Όμως τα ιστορικά αυτά γεγονότα αποτελούν εμπόδιο στην διαχρονική ανάγκη του συστήματος και των εκφραστών του να περιγράψουν μια ψευδή εθνική ενότητα, η οποία είναι εξαιρετικά βολική για να παραμένει η τάξη των πραγμάτων ως έχει: πολλά για τους λίγους, λίγα για τους πολλούς. Ακριβώς γιατί τα γεγονότα αυτά αποκαλύπτουν περίτρανα πως η μόνη αναγκαία και ικανή συνθήκη για να ζούμε ελεύθεροι και ελεύθερες είναι η ταξική ενότητα. Για να το πούμε αλλιώς, μόνο ο λαός σώζει τον λαό.
Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής φασιστικές οργανώσεις και άλλες παρακρατικές συμμορίες – οι οποίες δρούσαν ήδη πριν από την Κατοχή- χρησιμοποιήθηκαν από τον κατακτητή και τις ντόπιες αστικές δυνάμεις ως μέσο καταστολής του εργατικού – λαϊκού κινήματος. Οι δυνάμεις αυτές, ακόμη και μετά την απελευθέρωση, δεν τιμωρήθηκαν ποτέ από το επίσημο ελληνικό κράτος, για τον πολύ απλό λόγο ότι θα μπορούσαν να ξαναφανούν χρήσιμες. Συνεχίζουν να υπάρχουν, να δυναμώνουν και να μεταλλάσσονται μέχρι σήμερα και φυσικά συνεχίζουν να αξιοποιούνται από το σύστημα όταν τις χρειάζεται. Στην πολύ πρόσφατη ιστορία μας αυτή η ιστορική συνέχεια αποτυπώθηκε στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, στα τάγματα εφόδου στις γειτονιές, στις επιθέσεις σε αγωνιστές, στις δολοφονίες του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα.
Η καταδίκη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα του μαζικού αντιφασιστικού κινήματος, δε σήμανε το τέλος του φασισμού στην Ελλάδα μιας και ο φασισμός είναι δομικά συνυφασμένος με τη θρασυδειλία αλλά και με τον ίδιο τον καπιταλισμό.
Στο σήμερα είμαστε ακόμη αντιμέτωποι με το τέρας του φασισμού, το οποίο δουλεύει πάντα υπόγεια και παραμονεύει καρτερικά, μέχρι να βρει την ευκαιρία του να ξαναβγεί προς τα έξω. Αυτή τη φορά το έναυσμα ήταν η αποφυλάκιση του νεοναζί Κασιδιάρη. Όσο λοιπόν τα αστικά ΜΜΕ ξεπλένουν τον εγκληματία, φασίστες στήνουν ενέδρα και μαχαιρώνουν αντιφασίστα στην Ελευσίνα, μαχαιρώνουν Αιγύπτιο μαθητή, συγκροτούν ξανά τάγματα εφόδου στις γειτονιές και προσπαθούν με τη δράση τους να τρομοκρατήσουν όποιον και όποια αντιστέκεται.
Η ελληνική κοινωνία σήμερα είναι γεμάτη οργή καθώς τα τελευταία χρόνια βιώνει μια συνεχή επίθεση στη ζωή της με την ακρίβεια να μην έχει ταβάνι, τα ενοίκια απλησίαστα, την καταστολή, την πειθάρχηση, την τρομοκρατία. Παράλληλα οι υπεύθυνοι για όλα αυτά, μένουν ατιμώρητοι ακόμη και για τις δολοφονίες τόσων ψυχών στα Τέμπη. Σε αυτή τη συνθήκη, μεγάλο μέρος του λαού αναζητεί αυτόν που θα τιμωρήσει αυτούς που δε τους αγγίζει η δικαιοσύνη. Ακριβώς εκεί βρίσκει το χώρο της η φασιστική ιδεολογία και πρακτική.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα οφείλουμε να σταθούμε ανάχωμα και να συγκροτήσουμε το αντίπαλο δέος. Η αντιφασιστική δράση, δυστυχώς δεν είναι μονόπρακτο. Είναι ένας αγώνας που πρέπει να έχει διάρκεια, ακόμη και όταν ο εχθρός φαίνεται να μην είναι εκεί. Οι πρωτοπόρες κομμουνιστικές δυνάμεις πρέπει να αποτελέσουν την εγγυήτρια συνιστώσα ενός πλατιού αντιφασιστικού μετώπου, με μόνιμο χαρακτήρα και με ανοιχτή απεύθυνση σε όλο το λαό και τις οργανωμένες δυνάμεις του κινήματος. Ενός μετώπου που θα δίνει τον ιδεολογικό αγώνα απέναντι στο φασισμό αλλά και του συστήματος που τον γεννά και τον συντηρεί καθώς και τον αγώνα στους δρόμους με μαζικούς όρους, όπου τολμά να εμφανιστεί φασίστας. Ο αγώνας αυτός θα δίνεται καθημερινά στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία, τις γειτονιές αλλά και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Στο τιμόνι των μαχών αυτών πρέπει να είναι πάντα η λογική ότι οι λαϊκές απαιτήσεις και η επιβολή τους κερδίζονται μόνο με μαζική οργανωμένη δράση και όχι με αυτοαποκαλούμενους τιμωρούς, οι οποίοι επιτίθονται στον πρόσφυγα, στον «διαφορετικό», στον φτωχό και στον αδύναμο ενώ πίσω από τις πόρτες δουλεύουν για τα συμφέροντα των λίγων.
Σα στάμπα τη ζωή μας να σημαδεύσει: Δε θα περάσει ο φασισμός!

