Πηγή: In.gr
Ο ιμπεριαλισμός ως θεωρητικό και σε τελική ανάλυση πολιτικό ερώτημα κυριαρχεί στο βιβλίο του καθηγητή Σπύρου Σακελλαρόπουλου «Θεωρία και ιστορία του Ιμπεριαλισμού. Από τον επικρατειακό στον μη επικρατειακό Ιμπεριαλισμό» (εκδ. Τόπος, 2026)
«Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», έλεγε ένα σύνθημα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, που κυρίως ασκούσε κριτική σε ένα κλίμα υπερπολιτικοποίησης που αναδείκνυε τα μεγάλα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής, αλλά υποτιμούσε τα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Βεβαίως, στις μέρες μας το πρόβλημα έχει αντιστραφεί και πλέον έχει τη μορφή της υποτίμησης των γενικότερων ζητημάτων προς όφελος ενός πιο ατομικιστικού προτύπου, συμβατού άλλωστε και με τον ηγεμονικό νεοφιλελευθερισμό. Κατά συνέπεια και το σύνθημα πλέον θα μπορούσε να είναι: «Εκτός από τη μοναξιά, υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός».
Όλα αυτά καθιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέρον και καλοδεχούμενο το βιβλίο του καθηγητή στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου Σπύρου Σακελλαρόπουλου, «Θεωρία και ιστορία του Ιμπεριαλισμού. Από τον επικρατειακό στον μη επικρατειακό Ιμπεριαλισμό», που θα κυκλοφορήσει στις 26 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.
Ο Σακελλαρόπουλος σε αυτό το βιβλίο αποπειράται να προσεγγίσει διαλεκτικά τόσο τη θεωρητική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό μέσα στη μαρξιστική θεωρία, από τη συζήτηση για ιμπεριαλισμό στις αρχές του 20ου αιώνα και αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις σύγχρονες προσεγγίσεις, όσο όμως και την ίδια την πραγματική ιστορία του ιμπεριαλισμού και των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών που συμμετείχαν με τη δυναμική τους στη διαμόρφωσή του. Ο Σακελλαρόπουλος επιμένει ότι ο ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί ένα διακριτό στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά αναδύεται όταν τα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη περνούν στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού και επιχειρούν να αυξήσουν την κερδοφορία των κεφαλαίων τους σε πρώτη φάση μέσα από την προσάρτηση νέων περιοχών, που επέτρεπαν είτε υψηλή κερδοφορία είτε πρόσβαση σε πρώτες ύλες, και σε δεύτερη φάση, μέσα από τη διευκόλυνση και εγγύηση της διεθνοποίησης των κεφαλαίων τους.
Το βασικό επιχείρημα του Σακελλαρόπουλου είναι ότι η ανάδυση του καπιταλισμού ως κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, στη συνάρθρωσή του με προηγούμενους τρόπους παραγωγής, μετασχημάτισε ριζικά την ίδια την έννοια αυτοκρατορικής επέκτασης, διαμορφώνοντας το πρότυπο του ιμπεριαλισμού – και του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού – όπως αυτό αναδύθηκε ήδη στον 19ο αιώνα. Όμως, δεν θεωρεί ότι αυτή η εκδοχή ενός επικρατειακού – και εδαφικού – ιμπεριαλισμού, που αποκρυσταλλώθηκε στις μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες και τους ανταγωνισμούς τους, ήταν η μόνη εκδοχή καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι ο κατεξοχήν καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός, αυτός που πλήρως ξεδιπλώνεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τις ΗΠΑ ως ηγεμονική δύναμη, είναι ένας μη επικρατειακός ιμπεριαλισμός, όπου το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι η κατοχή εδαφών, αλλά το ανάπτυξη μορφών οικονομικής και πολιτικής εξουσίας εντός μιας ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.
Για να διατυπώσει αυτό το επιχείρημα ο Σακελλαρόπουλος ξεκινά από τη συζήτηση γύρω από τις θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό, πριν περάσει στη μεγάλη και πλούσια θεωρητική και ιστορική συζήτηση γύρω από τη μετάβαση στον καπιταλισμό. Στη συνέχεια εξετάζει αναλυτικά τις διαδοχικές ιστορικές περιόδους που αποτυπώνουν τη διαδικασία μετάβασης αλλά και τη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος σταδιακά με τα χαρακτηριστικά που αναγνωρίζουμε και σήμερα, ενώ στέκεται και στην εσωτερική οικονομική ιστορία των βασικών καπιταλιστικών σχηματισμών. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να φτάσει στην ανάδυση του ιμπεριαλισμού και στις εξελίξεις του εικοστού αιώνα, πριν καταλήξει σε μια σειρά από βασικές θέσεις για το πώς διαμορφώνεται σήμερα η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στο πλαίσιο αυτού που συνήθως περιγράφουμε ως «μεταψυχροπολεμικός κόσμος». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το πώς τεκμηριώνει εν τέλει τη θεωρητική του πρόταση για τον μη επικρατειακό χαρακτήρα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει ότι ανεξαρτήτως του όποιου αυτοπροσδιορισμού της ηγεσίας της η Κίνα είναι τμήμα της ιμπεριαλιστικής πυραμίδες και δη σε υψηλή θέση, αν και ο Σακελλαρόπουλος διαφωνεί με τις θεωρίες που μιλούν για πολυπολικό κόσμο, επιμένοντας ότι οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμη μια σαφή πρωτοκαθεδρία. Υπογραμμίζει, παράλληλα, πως μπορεί ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός να περιλαμβάνει ουκ ολίγες επεμβάσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις, όμως ταυτόχρονα χρησιμοποιεί εξίσου αποτελεσματικά και την τεράστια οικονομική πίεση που μπορούν να ασκήσουν σε επιμέρους σχηματισμούς οι κινήσεις κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τη διαρκώς διογκούμενη χρηματοπιστωτική σφαίρα.
Σε κάθε περίπτωση μια σημαντική μελέτη που αξίζει να διαβαστεί τόσο ως προς τις θεωρητικές της προσεγγίσεις (και την εκτεταμένη εμπειρική τεκμηρίωση που περιλαμβάνει) όσο και ως προς τις πολιτικές προεκτάσεις που μπορεί να έχει.
Προδημοσίευση από τα συμπεράσματα του βιβλίου
«Επιχειρώντας να αποτυπώσουμε τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού στη σημερινή εποχή μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Σε υψηλό επίπεδο αφαίρεσης ο ιμπεριαλισμός, που κάνει την εμφάνισή του στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, δεν αποτελεί διακριτό στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Αναδύεται όταν τα πιο ισχυρά κράτη περνούν στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού και επιχειρούν να αυξήσουν την κερδοφορία των εθνικών τους κεφαλαίων μέσω της προσάρτησης νέων περιοχών. Κατά συνέπεια ο ιμπεριαλισμός αποτελεί το συνδυασμό μιας γεωπολιτικής πρακτικής με ένα επίπεδο καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης σε μια δεδομένη ιστορική περίοδο.
Είναι προφανές πως επιτυχημένες, για το κεφάλαιο, ιμπεριαλιστικές στρατηγικές δεν είναι οι όποιες στρατιωτικές κατακτήσεις αλλά εκείνες που διευκολύνουν την πραγματοποίηση υψηλών επιπέδων κερδοφορίας ή/και επιτρέπουν την πρόσβαση σε πρώτες ύλες. Το τελευταίο, ωστόσο, είναι κάτι ιδιαίτερα πολύπλοκο που δεν σχετίζεται, παρά τα κοινώς θρυλούμενα, με την υπερεκμετάλλευση μιας «εξαθλιωμένης» εργατικής τάξης. Χρειάζεται γνώση των ιδιαίτερων συνθηκών της περιοχής, φιλικό, για οικονομική δραστηριότητα, νομικό πλαίσιο το οποίο δεν γνωρίζει συχνές αλλαγές, ήρεμη πολιτική ζωή, ύπαρξη ενός εργατικού δυναμικού που να μπορεί να ανταποκριθεί στις σχεδιαζόμενες, από τους διεθνείς καπιταλιστές, δραστηριότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο ο ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται από τη διεθνοποίηση όλων των μορφών του κεφαλαίου (βιομηχανικό, εμπορικό, χρηματοπιστωτικό), μια διεθνοποίηση, όμως, που στηρίζεται στην πολιτικοστρατιωτική υποστήριξη των πιο ισχυρών κρατών.
Η μετάβαση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, και παρά τη διεξαγωγή δύο παγκοσμίων πολέμων, έχει ως αποτέλεσμα την αποτύπωση μιας πρωτοφανούς ανάπτυξης των καπιταλιστικών οικονομιών. Έτσι η μέση ετήσια ανάπτυξη του κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος στη διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα ανέρχεται στο 1,1% για τη Μ. Βρετανία, στο 1,6% για τη Γαλλία και στο 1% για τις ΗΠΑ. Ωστόσο στην περίοδο 1925-1960 το αντίστοιχο μέγεθος είναι 1,9% για τη Μ. Βρετανία, 2,7% για τη Γαλλία, 2,5% για τις ΗΠΑ. Κάνοντας επεξεργασία στα στοιχεία του Bairoch παρατηρούμε πως ενώ η κατά κεφαλήν ετήσια παγκόσμια ανάπτυξη του ΑΕΠ τον 19ο αιώνα περιορίζεται στο 0,6%, στο διάστημα 1900-1990 φτάνει στο 1,5%, δηλαδή είναι υπερδιπλάσια.
Βασικό στοιχείο σε επίπεδο λειτουργίας της διεθνούς οικονομίας είναι η ύπαρξη ορισμένων ηγεμονικών νομισμάτων τα οποία λειτουργούν τόσο ως μέσω ανταλλαγής όσο και ως αποθεματικά αξίας. Οι χώρες ή οι συμπράξεις χωρών, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχουν την ευθύνη για την κυκλοφορία αυτών των νομισμάτων επιτελούν ιμπεριαλιστικές πρακτικές.
Στον σύγχρονο ιμπεριαλισμό η δημιουργία μια σειράς διεθνών οικονομικών οργανισμών όπως είναι η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο ΠΟΕ κ.ά., επιτρέπει τη διασφάλιση των απαραίτητων όρων για την πραγματοποίηση διεθνών επενδύσεων, τις ροές εξαγωγής εμπορευμάτων καθώς και τις προϋποθέσεις κίνησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, αποτελούν βασικούς παράγοντες επιβολής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ μέσω της παροχής δανείων, της επιβολής όρων στις εγχώριες πολιτικές και της υποχρέωσης του ανοίγματος των οικονομιών στο εμπόριο και τις ροές κεφαλαίων.
Ειδικά για το ΔΝΤ θα πρέπει να ειπωθεί πως από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν εμφανίστηκε κρίση χρέους σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής (Μεξικό, Αργεντινή, Βραζιλία) τροποποιήθηκε η αρχική του αποστολή. Έτσι, από εκεί που είχε σχεδιαστεί για να παρέχει δάνεια σε χώρες που παρουσίαζαν πρόβλημα στο ισοζύγιο πληρωμών ώστε να μπορούν να διατηρούν υψηλά τις κρατικές δαπάνες, το βάρος πια πέφτει στη μείωση των κρατικών δαπανών ώστε να υπάρξει δημοσιονομικό περιθώριο για την αποπληρωμή των δανείων. Αυτό σημαίνει μειώσεις των κρατικών εξόδων για υγεία, παιδεία, επιδοτήσεις στη γεωργία και τις νεοσύστατες βιομηχανίες καθώς και ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών.
Ταυτόχρονα οι χρεωμένες χώρες υποχρεώνονταν στη μείωση των εμπορικών δασμών, στο άνοιγμα των αγορών τους, στην κατάργηση των κεφαλαιακών ελέγχων και των ελέγχων τιμών καθώς και στον περιορισμό των κανονισμών προστασίας της εργασίας και του περιβάλλοντος για να διευκολυνθεί η προσέγγιση ξένων επενδύσεων. Αλλά αυτή είναι η μία μόνο πλευρά του νομίσματος. Στη συνέχεια το ΔΝΤ ή η Παγκόσμια τράπεζα πωλούσε αυτά τα ομόλογα χρέους στις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες της Δύσης με υψηλές αποδόσεις. Κι αυτό γιατί οι οφειλέτες ήταν υποχρεωμένοι να εξοφλούν τα χρέη τους μέσω των όρων διαρθρωτικής προσαρμογής που τους είχαν επιβληθεί περικόπτοντας τις κρατικές δαπάνες και πουλώντας περιουσιακά τους στοιχεία.
Από την πλευρά του ο ΠΟΕ, επιβάλλοντας την άρση των δασμών σε ένα μεγάλο αριθμό εμπορευμάτων, πιέζει για αναδιαρθρώσεις (μείωση εργατικού κόστους, επιβολή ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, καταστροφή μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων) στις οικονομίες με μικρότερη παραγωγικότητα. Η κρίση του 2007-2008 θα οδηγήσει σε αποδυνάμωση αυτών των διεθνών οικονομικών θεσμών και την ανάδυση άλλων, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας (New Development Bank), όπου η Κίνα και οι σύμμαχοί της έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να παύουν και αυτοί να αποτελούν ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.»

