ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΠΟΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ» ΤΩΝ ΑΚΡΙΤΑ ΚΑΪΔΑΤΖΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΟΥΡΟΥΝΔΗ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 2026), ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΕΤΡΑΛΩΝΑ ΣΤΙΣ 20.9.2026 ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ «ΑΜΟΝΙ»
Ξεκινώ με το ερώτημα αν έχει νόημα μια συζήτηση για τη Συνταγματική αναθεώρηση όχι σε ένα ακαδημαϊκό ακροατήριο, αλλά σε μια γειτονιά της Αθήνας. Και απαντώ ανεπιφύλακτα ναι διότι το Σύνταγμα ορίζει πολλές βασικές πλευρές που εξαρτούν την καθημερινή μας ζωή. Ο κόσμος που κυκλοφορεί, η στέγη, το ρεύμα, το περιβάλλον, η υγεία, η αστυνομία κ.α. αποτελούν καθημερινούς παράγοντες της ζωής μας. Αρα στις γειτονιές κυρίως βρίσκεται το πεδίο συζήτησης και εκεί πρέπει να επανέλθει.
Η ελληνική ιστορία δεν διαθέτει πολλές περιόδους που κάποια συνταγματική αναθεώρηση επιβλήθηκε μετά από κινηματικές διεκδικήσεις. Εκτός από την ιστορική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που οδήγησε στην κατάργηση της «ελέω Θεού μοναρχίας» και στη θέσπιση του πρώτου ελληνικού Συντάγματος του 1844, όλες οι μετέπειτα αναθεωρήσεις υπήρξαν προϊόν πολιτικών σκοπιμοτήτων, στην καλύτερη περίπτωση αστικού εκσυγχρονισμού και στην χειρότερη επέλασης του κεφαλαίου στο εποικοδόμημα, με εξαίρεση ίσως το Σύνταγμα του 1975 που, παρότι δεν αποτέλεσε, ή ορθότερα δεν πρόλαβε να αποτελέσει, άμεσο αντικείμενο κινηματικών διεκδικήσεων, κατοχύρωνε δικαιώματα και ελευθερίες που αποτύπωναν καρπούς αγώνων πολλών δεκαετιών πριν.
Με τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με την συνολικότερη κατάσταση του κινήματος σήμερα, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η, ευτυχώς αποτυχημένη μέχρι στιγμής, απόπειρα νέας συνταγματικής αναθεώρησης από την κυβέρνηση Ν.Δ. συζητήθηκε ελάχιστα και μόνο σε κύκλους ακαδημαϊκών, συνταγματολόγων και πολιτικών των συστημικών κομμάτων και όχι σε ευρύτερα ακροατήρια. Έτσι και αλλιώς, το κίνημα βρίσκεται σε αμυντική φάση, προσπαθώντας να σώσει δικαιώματα, ελευθερίες και οικονομικά δεδομένα της ζωής του τα οποία απειλούνται από τις καθημερινές επαναλαμβανόμενες και πολύπλοκες επιθέσεις του κεφαλαίου, του κράτους και της κυβέρνησης. Η διατύπωση επιθετικών στόχων και μάλιστα τέτοιων, που να αλλάζουν τους κανόνες εξουσίας στο κορυφαίο επίπεδο, φαίνεται να είναι μακριά. Όχι ωστόσο και οι ανάγκες για κάτι τέτοιο. Το κίνημα διεκδίκησε πριν από είκοσι χρόνια και πέτυχε την ματαίωση της κατάργησης του άρθρου 16 Σ, που θα επέτρεπε τη νόμιμη ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το κίνημα διεκδίκησε και εξακολουθεί να διεκδικεί και έχει επιτρέψει μέχρι τώρα την κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Ενώ στην δεκαετία 1960 ένα συνταγματικό άρθρο, το τότε ακροτελεύτιο 114 και σήμερα 120, έγινε σύνθημα που αποτύπωνε τις διεκδικήσεις μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς του «1-1-4» ως έσχατο μέσο επίκλησης θεσμικής και πολιτικής αντίστασης στις επιχειρούμενες συνεχείς πραξικοπηματικές παρεμβάσεις, τις εκλογές βίας και νοθείας, την αποστασία, την δολοφονική δράση του παρακράτους κλπ.
Και όμως υπάρχουν πολλά που θα μπορούσε και θα έπρεπε να διεκδικηθούν. Είναι εύκολο να τα αποτυπώσει κανείς, ακόμη και αν ρίξει μια ματιά στο Σύνταγμα. Η ανάγκη αντίστασης στον θεσμικό μετασχηματισμό υπέρ των λίγων και την πρόταξη του κοινωνικού μετασχηματισμού υπέρ των πολλών προϋποθέτει τον αγώνα για δραστικό περιορισμό των δικαιωμάτων του μεγάλου πλούτου και εγκατάσταση με συγκεκριμένη σηματοδότηση, επιτέλους, στο Σύνταγμα, βασικών προτεραιοτήτων αξιοπρέπειας της σημερινής ανθρώπινης διαβίωσης και συνύπαρξης.
Ενδεικτικά :
Το ελληνικό Σύνταγμα δεν έχει πουθενά διάταξη η οποία να απαγορεύει το ρατσισμό ή έστω να τον αποδοκιμάζει και να επιβάλλει την αλληλεγγύη στους μετανάστες και στους πρόσφυγες.
Δεν έχει πουθενά διάταξη που να κατοχυρώνει την ισότητα και την απαγόρευση διακρίσεων εξαιτίας σεξουαλικού προσανατολισμού, κατοχυρώνοντας τα δικαιώματα των Λ.Ο.Α.Τ.Κ.Ι.
Δεν έχει καν διάταξη που να επιβάλλει στο κράτος την παροχή δημόσιας δωρεάν υγείας και όχι απλά και γενικά να μεριμνά για την υγεία των πολιτών (άρθ. 21 παρ. 3 Σ.).
Το Σύνταγμα δεν διαθέτει άρθρο το οποίο να κατοχυρώνει την σχολική στέγη, ίσως γιατί οι συντάκτες του αδυνατούσαν να διανοηθούν ότι θα έρθει μέρα που τα ντουβάρια στα σχολεία θα πέφτουν και οι εγκαταστάσεις θέρμανσης θα θέτουν υπό διακινδύνευση τα σχολικά κτήρια επειδή η χρηματοδότηση για τη συντήρηση και την επισκευή τους είναι περιορισμένη και οι Ο.Τ.Α. έχουν φορτωθεί αρμοδιότητες, αλλά όχι και κονδύλια.
Το Σύνταγμα δεν έχει διάταξη η οποία να κατοχυρώνει την πρώτη κατοικία και γενικά την λαϊκή στέγη, σε μια περίοδο εξώσεων, πλειστηριασμών, επιδρομής funds και servicers ενάντια στην πρώτη κατοικία και πανευρωπαϊκών κινητοποιήσεων για το δικαίωμα της στέγης, το οποίο πλήττεται από την εκτόξευση των τουριστικών προτεραιοτήτων και την απορρόφηση των διαθέσιμων κατοικιών σε χρήσεις βραχυχρονίων μισθώσεων που εκτοξεύουν στα ύψη τα μισθώματα και στερούν από την προσφορά διαθέσιμες κατοικίες.
Το Σύνταγμα δεν διαθέτει εξειδικευμένη διάταξη στο άρθρο 24 η οποία να προστατεύει την ποιότητα ζωής από την κυκλοφορία και την ρύπανση που προκαλεί, την ηχορρύπανση των Κ.Υ.Ε. και την πολλαπλή υποβάθμιση της ποιότητας ζωής από τις οχλήσεις των εμπορευματικών δραστηριοτήτων.
Ωστόσο, το Σύνταγμα έχει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα :
1) Το Σύνταγμα έχει άρθρα τα οποία κατακτήθηκαν και έμειναν και χρήζουν υπεράσπισης. Τέτοια είναι ενδεικτικά :
– Το άρθρο 16, που εξακολουθεί να απαγορεύει τα ιδιωτικά Α.Ε.Ι., και δεν έχει τροποποιοηθεί χάρις στους αγώνες του φοιτητικού κινήματος και όχι μόνο κυρίως την περίοδο 2006 – 2007 ασχέτως αν προσπαθεί να το καταργήσει στην πράξη ο ν. 5094/2024 της ΝΔ, και η απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 1918/2025.
– Το άρθρο 6, που καθιερώνει ως ανώτατα όρια προσωρινής κράτησης το πενθήμερο από την αρχική σύλληψη μέχρι την απολογία και το δεκαοκτάμηνο μέχρι την δίκη. Και αυτό επιχειρήθηκε να καταστρατηγηθεί με διαδοχικές προφυλακίσεις, αλλά με μικρή επιτυχία. Να σημειωθεί ότι αυτά τα όρια η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες που τα διατηρεί, σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. και τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, που δεν διαθέτουν ανώτατο όριο προσωρινής κράτησης.
2) Το Σύνταγμα έχει άρθρα τα οποία ευημερούν, αλλά παραβιάζονται. Τέτοια είναι ενδεικτικά :
– Το άρθρο 5 παρ. 2 απαγορεύει την έκδοση αλλοδαπών που διώκονται για τη δράση υπέρ της ελευθερίας, αλλά η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, κάνουν ό,τι μπορούν για να παραβιάζουν την διάταξη αυτή και στην ουσία φυλακίζουν τους αλλοδαπούς σε δήθεν δομές φιλοξενίας.
– Το άρθρο 14 παρ. 5 κατοχυρώνει αυτούς που θίγονται από ανακριβή δημοσιεύματα, αλλά απέναντι στο διαδίκτυο οι πάντες είναι έκθετοι, ακόμα και απέναντι στην ανωνυμία του υπόκοσμου των σχολιαστών του, που ακόμα και αυτή πολλές φορές προστατεύεται.
– Το άρθρο 14 παρ. 9, που απαγορεύει την συγκέντρωση των Μ.Μ.Ε. στα χέρια των ίδιων συμφερόντων (αναθεώρηση 2001 με την γνωστή διάταξη για τον «βασικό μέτοχο»), όμως είναι γνωστό ότι όλα τα Μ.Μ.Ε. σήμερα, τουλάχιστον αυτά που είναι μεγάλης εμβέλειας, ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από το εφοπλιστικό κεφάλαιο και τις παραφυάδες του.
– Το άρθρο 20 κατοχυρώνει την παροχή έννομης και δικαστικής προστασίας, αλλά τέτοια δεν υπάρχει. Για να υπάρξει, πρέπει να πληρωθεί πολύ ακριβά, ενώ ακόμα και τότε, με την πολυνομία και την αυθαιρεσία που υπάρχει, δεν είναι βέβαιο ότι θα παρασχεθεί δικαιοσύνη. Τα δικαστήρια λειτουργούν ως μηχανισμός καταστολής και συνέχεια της αστυνομίας, παρά ως μηχανισμός έννομης προστασίας, ενώ στον χώρο του αστικού δικαίου η εμπορευματοποίηση της δικαστικής προστασίας και η απεμπόληση σωρείας δικαιοδοτικών υποχρεώσεων από τα δικαστήρια προς ιδιώτες απομειώνει σημαντικά τα επίπεδα παροχής της.
– Το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. β΄, που κάνει λόγο για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, και υποχρέωση του κράτους για μέριμνα προς διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (Αναθεώρηση 2019), αλλά πρόκειται για την κορυφαία επιβεβαίωση της αντίφασης ανάμεσα σε διατάξεις που ευημερούν και κοινωνία που πάσχει.
– Το άρθρο 21 παρ. 4, που υποχρεώνει το κράτος να φροντίζει για απόκτηση κατοικίας από εκείνους που την στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς, αλλά η επιδρομή του κατασκευαστικού και τουριστικού κεφαλαίου έχει καταστήσει τις περισσότερες κατοικίες αντικείμενο βραχυχρονίων μισθώσεων, ενώ δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα για την αξιοποίηση των κενών κατοικιών, με αποτέλεσμα όχι μόνο ιδιόκτητη κατοικία να μην αποκτάται, μετά και την κατάργηση του Ο.Ε.Κ., αλλά ακόμα και μίσθωση να μην είναι δυνατό να επιτευχθεί, όταν τα μισθώματα και η τιμή της ενέργειας εκτοξεύουν το κόστος ζωής πολύ ψηλότερα από τα επίπεδα των χαμηλών μισθών και συντάξεων που παρέχονται, κατά παράβαση της προηγούμενης διάταξης.
– Το άρθρο 52 καθιερώνει την ελεύθερη και ανόθευτη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας στις εκλογές, τέτοια όμως είναι μόνο η απλή αναλογική, η οποία κατοχυρώνει και εξασφαλίζει την ισότητα της ψήφου. Ωστόσο, κανένας εκλογικός νόμος ποτέ δεν υπήρξε νόμος απλής αναλογικής σύμφωνος με το άρθρο 52.
– Το άρθρο 102 υποχρεώνει το κράτος να λαμβάνει τα δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των Ο.Τ.Α., αλλά η «μαύρη τρύπα» των 2,5 δισ. στις υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στους Ο.Τ.Α. παραβιάζει το Σύνταγμα και ευθύνεται για τα χάλια σχολείων, δρόμων, πεζοδρομίων και άλλων δημοσίων υποδομών.
3) Ακόμα, το Σύνταγμα περιλαμβάνει σοβαρές αντιφάσεις :
– Το άρθρο 4 παρ. 5 προβλέπει ότι όλοι οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, αλλά προς το τέλος (άρθρο 107) εξαιρεί τους εφοπλιστές και τα κεφάλαια εξωτερικού, διατηρώντας μάλιστα σε ισχύ τη σχετική μετεμφυλιακή (Ν.Δ. 2683/1957), αλλά και ανεχόμενο τη νεώτερη σχετική νομοθεσία (Ν. 27/1975, Ν. 4607/2019).
– Το άρθρο 5, κατοχυρώνει το δικαίωμα της προσωπικότητας αλλά στην ουσία το εξαρτά από τα χρηστά ήθη, μια έννοια εντελώς υποκειμενική, που αν ερμηνευθεί κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στην κοινωνική πλειοψηφία είναι ικανή να θέσει εκποδών στοιχειώδη δικαιώματα των υπολοίπων. Κι όμως, η ρήτρα αυτή εξακολουθεί να υπάρχει.
– Το άρθρο 8 καθιερώνει την αρχή του φυσικού δικαστή. Παραβιάζεται όμως συστηματικά, τόσο με το άρθρο 85 περί ευθύνης Υπουργών, το οποίο αποσπά από την αρμοδιότητα του φυσικού Εισαγγελέα και Δικαστή τα ποινικά αδικήματα Υπουργών, τουλάχιστον στο πρώτο και κρίσιμο στάδιο που αποφασίζεται αν θα διωχθούν.
– Τα άρθρα 5 και 14 διατυπώνουν το δικαίωμα προσωπικότητας και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αλλά στο άρθρο 13 απαγορεύεται ο προσηλυτισμός, παρότι ταυτόχρονα κατοχυρώνεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.
– Το άρθρο 7 καθιερώνει την αρχή κανένα έγκλημα χωρίς νόμο, αλλά υπάρχει και εφαρμόζεται πληθώρα αόριστων ποινικών νόμων (ενδεικτικά Π.Κ. 187, 187Α, εγκλήματα αφηρημένης διακινδύνευσης, κακουργηματικές περιστάσεις πολλών αδικημάτων) που γεμίζουν τις φυλακές με κατάδικους για αδικήματα χωρίς ακριβή καθορισμό της πράξης.
– Το άρθρο 11 καθιερώνει την ελευθερία των υπαίθριων συναθροίσεων, αλλά δίνει στην αστυνομία το δικαίωμα να τις απαγορεύει. Και στην πράξη, ακόμα και χωρίς νομική αντιστοιχία, να τις πλήττει με έμμεση απαγόρευση (π.χ. προληπτικές έρευνες, μπλόκα, προσαγωγές) αλλά και με χρήση βίας και όπλων (χημικά, δακρυγόνε, χειροβομβίδες κρότου – λάμψης).
– Το άρθρο 26 προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών, αλλά το άρθρο 44 φροντίζει για την παράκαμψή της με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου του Υπουργικού Συμβουλίου, κατάχρηση των οποίων έγινε και την περίοδο των μνημονίων και αυτήν της πανδημίας.
– Το άρθρο 54 κατοχυρώνει το εκλογικό δικαίωμα στους εκλογείς που κατοικούν έξω από την επικράτεια, αλλά δεν το επιτρέπει στους μετανάστες, τουλάχιστον αυτούς που ζουν νόμιμα και μακρόχρονα μέσα στην επικράτεια.
– Το άρθρο 97, το οποίο προβλέπει ότι τα κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα θα δικάζονται από Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, που όμως η «κάτω Βουλή» «όπως ο νόμος ορίζει» έχει γίνει αφορμή για την απόσπαση του 90% τουλάχιστον της ύλης των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων όσον αφορά τα κακουργήματα και την υπαγωγή του σε αμιγή Εφετεία Κακουργημάτων, ακόμη και Μονομελή, ενώ ο Άρειος Πάγος έχει καταργήσει την έννοια του πολιτικού εγκλήματος με το αφάνταστο σκεπτικό ότι στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν πολιτικά εγκλήματα.
Στη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», ο Κάρλ Μαρξ διατυπώνει τη φράση – και αυτή θα παρακαλέσω να την θυμόμαστε πάντα όταν σκεπτόμαστε οτιδήποτε για το Σύνταγμα – ότι «κάθε αστική ελευθερία έχει μία άνω και μία κάτω στιγμή. Με την άνω στιγμή καθιερώνεται και με την κάτω στιγμή αναιρείται». Θα προσέθετα ότι η διατύπωση της άνω στιγμής είναι εκείνη, η οποία απεικονίζει διακηρυκτικά τις κατακτήσεις της κοινωνίας και του κινήματος απέναντι στην εξουσία. Η κάτω στιγμή είναι εκείνη, η οποία καιροφυλακτεί, υπολανθάνει, ψάχνει να βρει την ευκαιρία να αναιρέσει την άνω και αυτά τα βλέπουμε. Η «κάτω στιγμή» στις περισσότερες συνταγματικές διατάξεις είναι η ρήτρα «όπως ο νόμος ορίζει» και τελικά σημασία δεν έχει μόνο η διατύπωση της συνταγματικής διάταξης της άνω στιγμής, αλλά αυτός που έχει την εξουσία να την θεσπίζει, αλλά και να την καταργεί, να την τροποποιεί, ερμηνεύει, εκτελεί, ακυρώνει και αχρηστεύει. Το τελευταίο δεν σημαίνει ότι είναι περιττή η οποιαδήποτε διεκδίκηση για την διαμόρφωση των άρθρων του Συντάγματος. Η αναμφισβήτητη λειτουργία του δικαίου ως ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους και η συμβολή στην διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης από την διατύπωση των κανόνων εξουσίας είναι ιδιαίτερα σημαντική και οφείλει να αποτελέσει αντικείμενο κινηματικών διεκδικήσεων, γιατί η διατύπωση τους είναι εκείνη η οποία θα τυποποιήσει τους όρους και τους συσχετισμούς της ταξικής, κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, ανάλογα με το περιεχόμενο των διεκδικήσεων. Το Σύνταγμα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση ώστε οι αναθεωρήσεις του να επαφίενται στην πρωτοβουλία των δυνάμεων του κεφαλαίου και να αφορούν αποκλειστικά τους πολιτικούς και τους ακαδημαϊκούς τους εκπροσώπους.
Το βιβλίο των Ακρίτα Καιτατζή και Μπάμπη Κουρουνδή είναι λιτό, ευσύνοπτο, χωρίς ακαδημαϊσμούς και περιττές φλυαρίες, με τάση να εξηγεί όχι μόνο το τι αλλά και το γατί και να συνδέει τις εκάστοτε αναθεωρήσεις και απόπειρές τους με τις οικονομικοπολιτικές συγκυρίες και τις σκοπιμότητες των φορέων της εξουσίας. Μπορεί να διαβαστεί με ευχέρεια και από μη νομικούς. Διότι δεν απευθύνεται στο στενό, αλλά στο ευρύτερο ακροατήριο. Και εκ των πραγμάτων τονίζει την ανάγκη να συγκροτήσουν τις δικές τους σκοπιμότητες και διεκδικήσεις για την αντίσταση στον (έναν ακόμη) θεσμικό μετασχηματισμό υπέρ των λίγων και την πρόταξη του κοινωνικού μετασχηματισμού υπέρ των πολλών.
Και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που μετέχω στην παρουσίαση του.
Σας ευχαριστώ.
Ο Κώστας Παπαδάκης είναι δικηγόρος, μέλος του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και πρώην δημοτικός σύμβουλος Αθήνας

